Κατερίνα Λιάτζουρα, Απειλή



Κάποτε* ένας ουρανός πίσω από κάγκελα

μυαλού απειλητικής σκιάς σε σκέψεις

καθρεφτισμένων εαυτών

σε γλιστερές επιφάνειες λαμπερών κεκτημένων

αντανακλάσεις ενός επέκεινα σε παρελθοντικό χρόνο

θυμάται μια φαντασίωση έξω

από το περίκλειστο εγώ

σε άγνωστη γλώσσα να προφέρει

το χρώμα μιας εκδιδόμενης

ονόματι Ελπίδα.

*κάποτε= Μάρτιος 2020 μ.Χ.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://strophess.blogspot.com/2020/03/blog-post_27.html?fbclid=IwAR0u-iSGhyKGP7OvWv2DbTInLnrOfqbLvpNFtNI9qWJflrci4i8OYeid66k

Θεόδωρος Ντόρρος, Ψαλίδι και ρολόι

Αυτός είναι ο Θεόδωρος Τραμπαδώρος, δηλαδή ο σπουδαίος ποιητής Θόδωρος Ντόρρος, που, με την έκδοση της ποιητικής του συλλογής “Στου γλυτωμού το χάζι”, στο Παρίσι το 1930, σηματοδοτεί την είσοδο του μοντερνισμού στην Ελλάδα…

Το αφησμένο πέσιμο του ψαλιδιού
απάνω στο τραπέζι
που ’ν’ η γιαλάδα του σαν όψη φωτισμένη από θυσίες,
κει μέσα κρατημένες,
μακριά από το ξέσκασμα των αλλονώνε
που ’ναι πιο τυχεροί πλασμένοι.

Ο κρότος του μιλάει τη δουλειά τη βραδινή,
στο κλείσιμο μέσα από τζάμια χειμωνιάτικα,
στο νεκροζώντανο το χώσιμο
σε τρύπες ολάνοιχτες καλοκαιριού,
κι ανοίγει πλημμυρίσματα,
σε καταδίκες που θα κρατήσουνε καιρό.
Τις συντροφεύει.

Και δίνει στις ελπίδες,
—κουρασμένες—
πιο πολλή ζωή απ’ το ρολόι που,
-λες ποτέ δεν κάνει τίποτ’ άλλο-
μετράει τη δουλειά του ψαλιδιού.

*Από τη συλλογή “Στου γλυτωμού το χάζι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2005. Πρώτη έκδοση Παρίσι 1930, μετά 1931 και έπειτα Αθήνα 1981.

Δημήτρης Φιλελές, Ένοχοι

Γεννηθήκαμε ένοχοι
φορτωμένοι υπερκόσμιες αμαρτίες
χωρίς δικαίωμα απολογίας

είμαστε ένοχοι επειδή υπάρχουμε
επειδή έχουμε άποψη
επειδή ζητάμε δικαιοσύνη
είμαστε ένοχοι επειδή αρνούμαστε την ενοχή
χωρίς συνήγορο υπεράσπισης
χωρίς δικαίωμα έφεσης της απόφασης

μα φαίνεται να είναι για όλους βολικό
να εκτίουμε ποινή για αδικήματα
που ουδέποτε διαπράξαμε
με την ελπίδα της απονομής χάριτος
παρά να τιμωρηθούμε παραδειγματικά
για αδικήματα
που κατά συρροή υποπίπτουμε

είμαστε ένοχοι
για όσες φορές δεν πολεμήσαμε για το δίκιο μας
για όσες φορές δεν υπερασπιστήκαμε το δίκιο των άλλων
για όσες φορές συμβιβαστήκαμε
με την μέση οδό του νόμου
για όσες φορές συναινέσαμε στην καταφυγή του εφικτού
για όσες φορές αρκεστήκαμε στο λίγο
για όσες φορές προσευχηθήκαμε για το μη χειρότερο
για όσες φορές δεν πιστέψαμε στη δύναμή μας
για όσες φορές συμμετείχαμε στο άβουλο πλήθος
και είναι τόσες πολλές αυτές οι φορές
τόσες πολλές αυτές οι φορές…

και ποιος να μας δικάσει δικαστής
αφού δικαιοσύνη δεν υπάρχει

κι έτσι μόνοι μας καταδικάσαμε
τη ζωή μας στο σκοτάδι.

* Από τη συλλογή “Αντι…σώματα”, Εκδόσεις “Απόπειρα”, 2020.

Alejandra Pizarnik, Δύο ποιήματα

ΑΟΡΑΤΕΣ ΤΕΧΝΕΣ

Εσύ που τραγουδάς όλους μου τους θανάτους.
Εσύ που τραγουδάς αυτό που δεν εμπιστεύεσαι
στο όνειρο του χρόνου,
περιέγραψέ μου την πηγή της αδειοσύνης,
μίλα μου λέξεις ντυμένες φέρετρα
που κατοικούν στην αθωότητά μου.

Μ’ όλους μου τους θανάτους
δίνομαι στο θάνατό μου,
με παιδικές χουφτίτσες,
με μέθυσους πόθους
που δεν περπάτησαν κάτω από τον ήλιο,
και δεν υπάρχει μια πρωινή λέξη
που να δίνει δίκιο στο θάνατο
και δεν υπάρχει ένας θεός, ανέκφραστος να πεθάνεις.

***

Η ΝΥΧΤΑ
(απόσπασμα)

Ίσως η νύχτα να ‘ναι ζωή και θάνατος ο ήλιος.
Ίσως η νύχτα τίποτα να μην είναι
και οι εικασίες για εκείνη να μην είναι τίποτα
και τα όντα που την ζούνε τίποτα.
Ίσως οι λέξεις να είναι το μόνο που υπάρχει
στο γιγαντώδες των αιώνων χάσμα
που μας σέρνει η αυγή με τις αναμνήσεις της.

*Από το βιβλίο “Αλεσάνδρα Πισάρνικ Ποιήματα”, εκδόσεις Θράκα, Φεβρουάριος 2014. Μετάφραση: Στάθης Ιντζές.

Πάντοτε ήμασταν γυμνοί | Βαγγέλης Κοκκάρης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

vakod

Ο δούρειος ίππος

Το παρελθόν ζητάει ολοένα και πιο πιεστικά το μερίδιο του
στους δρόμους του χρόνου που μας μένει.
«Κανένας πόλεμος δεν τέλειωσε ποτέ» η αλήθεια είναι
και
ίσως ο μόνος που μπορεί να μετρήσει
τον σφυγμό του ουρανού
είναι τα σύννεφα που φτιάχναμε παιδιά.

Στο μεταξύ
το αλογάκι του λούνα παρκ
που βρίσκεται έξω από την πόρτα μας
κρύβει μέσα του
το γυμνασμένο στράτευμα του Γάλβα

***

Η διορία των λουλουδιών

Ίσως η μόνη απάντηση
να είναι
οι παιδικές ερωτήσεις.
Παίρνουμε το πάζλ της καθημερινότητας
και το πετάμε στον αέρα,
σκεπτόμενοι
πως ίσως
η απάντηση να κρύβεται
στο κέντρο της θάλασσας.

Ας μην το κρύβουμε άλλο: Πάντοτε ήμασταν γυμνοί.
Ας μην το κρύβουμε άλλο: Η μόνη μας πατρίδα είναι τα παιδικά Καλοκαίρια.

View original post

Χρήστος Μαρτίνης, από “το ξένο φως”

Σκηνή από την ‘Πρωινή Περίπολο” του Νίκου Νικολαΐδη

11.

An illness. I sit down. I sing myself a song
Havasupai Medicine Song

ο δρόμος
που με χωρίζει
από το απέναντι παράθυρο
οι δρόμοι
που με χωρίζουν από τη θάλασσα
είναι εδώ ακριβώς
το σκεπασμένο ποτάμι που οδηγεί στη θάλασσα
είναι εδώ ακριβώς
αυτό μόνο σκέφτομαι
στο λιμάνι
οι σηκωμένοι γερανοί
στο χρώμα της σκουριάς
λογχίζουν τον ήλιο
εκεί στο λιμάνι
πέφτει ο ήλιος πληγωμένος
και πνίγεται
τίποτα από αυτά δεν είναι δικό μου
αυτό σκέφτομαι μόνο
τα θλιμμένα ποτάμια
που κυλούν κάτω απ’ τους δρόμους
και φτάνουν στη θάλασσα
είναι εδώ ακριβώς
ο ήλιος που κυλά πνιγμένος
κάτω απ’ τους δρόμους
οι δρόμοι που με χωρίζουν
απ’ όλα τα παράθυρα
τα παράθυρα που καθρεφτίζουν
τη σφαγή του ήλιου
τίποτα από αυτά δεν είναι δικό μου
μόνο αυτό σκέφτομαι
τα χέρια μου
δεν ήτανε ποτέ δικά μου
τα μάτια μου
δεν ήτανε ποτέ δικά μου
οι λέξεις μου
δεν ήτανε ποτέ δικές μου
αυτό μόνο σκέφτομαι
τα αυτοκίνητα
που τρέχουν πάνω από τα μάτια μου
τις κεραίες στις ταράτσες
που πληγώνουν τα χέρια μου
τη σκεπασμένη θάλασσα
που πνίγει τη σκέψη μου
είμαι άρρωστος
κάθομαι δίπλα στον σωριασμένο ήλιο
και προσπαθώ να θυμηθώ
ένα τραγούδι
κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου
είμαι άρρωστος
από πάνω μου ο δρόμος
απλώνεται ανάμεσα στα κλειστά παράθυρα
κάθομαι
στο σκοτάδι
και προσπαθώ να θυμηθώ ένα τραγούδι
κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου
αυτό μόνο σκέφτομαι
δεν τραγουδούν τα σκεπασμένα ποτάμια
αυτό ακριβώς σκέφτομαι
κανένα τραγούδι δεν είναι δικό μου
τίποτα από αυτά δεν ήταν ποτέ δικά μου
όλα αυτά δεν ήμουν ποτέ
όσα είναι ποτέ δεν θα είμαι

12.

σου λέω όσα κι αν είχαμε χαρτιά
τα παίξαμε το παρελθόν έμεινε άσκαφτο παρτέρι
το μέλλον ψάχνει εκδίκηση να πάρει με μαχαίρι
μείνε εδώ μην ψάχνεις να κρυφτείς μην πας πιο πέρα
το ανατίναξαν το φωτεινό λημέρι
μαζί θα μάθουμε πώς πλέκεται η θηλιά
αφού κανείς έτοιμες λύσεις δεν προσφέρει
όσο θα ψάχνεις στο γραφείο συρραπτικά
όσο διαβάζεις με συγκίνηση σεφέρη
μάτια ανοίγουν από τρόμο για μια σφαίρα
που ρίχτηκε πόσο παλιά ποιος ξέρει

και αν τους στίχους αφαιρέσεις με νυστέρι
θα μείνει -επιτέλους- να βρωμίζει τον αέρα
το κουφάρι από το άγιο καλοκαίρι

*Από τη συλλογή “το ξένο φως”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Απρίλης 2017.

Μαρία Ξενουδάκη, Ποιήματα

Rene Magritte, Η παρουσία του πνεύματος (The presence of spirit), 1960

Τα ψάρια βγήκανε νεκρά,
οι αράχνες κρέμονται πάνω από τις καμάρες,
αιωρούμενα μαύρα κατάρτια τρέχουν χωρίς καράβι
στο πηχτό σκοτάδι της νύχτας,
φωταγωγημένα τα νεκροταφεία στη σειρά
περιμένουν τους νεκρούς τους,
τα σάβανά τους ανεμίζουν στον αέρα.
Καγχάζουν τα κυπαρίσια,
στο πράσινο χρώμα τους αντανακλάται το χρώμα των νεκρών,
μικρών παιδιών σπλάχνα πεταμένα,
πρησμένα, ανάσκελα
μια μεγάλη μαύρη γραμή
Εμπρός Μαρς
το τέλος.

***

Δε θέλω άλλα αστεία με την ψυχή μου.
Ήρθε ο Πόε μού φίλησε το μέτωπο και μου ’πε,
μαζί θα σκοτώσουμε την ανθρωπότητα,
εσύ στο σταυρό σου επάνω κρατήσου,
κοίταξε κάτω με την παλάμη στα μάτια,
σκοτεινά πρόσωπα, χωρίς χαρακτηριστικά σου γελάνε.
Το μαστίγιό σου κροτάλισε και από αγάπη
πέθανε και αναστήσου,
μην περιμένεις τίποτα,
εγώ ο Πόε είμαι μαζί σου.
I
Τα φέρετρα αγάπη μου στο κρυστάλινο κάστρο μας περιμένουν,
θα κλειστούμε εκεί, στα μεγάλα παράθυρα
όταν το φως θα πάψει να μπαίνει,
θα βρεθούμε αντίκρυ εσύ κι εγώ,
μόνοι στο άφθαρτο κάστρο μας.
Οι μαύρες λίμνες, τ’ αγαπημένα μας πουλιά τα κοράκια έχουνε πνίξει.
Συντροφιά μου εσύ στ’ άσπρα ντυμένη,
του πένθους το χρώμα σού πάει,
χέρι-χέρι θα μας βρουν κοιμισμένους μέσα στον κήπο μας,
από σταυρούς και νεκρολούλουδα πνιγμένους.
Η ζωή μας τουλάχιστον δεν πήγε χαμένη.
Το λευκό και η ψυχή μας,
σύμβολα αιώνια στου φθαρτού μας πλανήτη την πλάνη.
*Από τη συλλογή ‘Πέμπτη διάσταση”, Εκδόσεις “Γνώση”, Δεκέμβριος 1984.

Εορτάζοντας τα 101α γενέθλια του Lawrence Ferlinghetti

*Αποσπάσματα από το βιβλίο “Τι Είναι Ποίηση;” που ο Χ. Αγγελακόπουλος είχε την τιμή να μεταφράσει πέρσι για τις εκδόσεις “Bibliotheque”

Η ποίηση σαν πρώτη γλώσσα πριν τη γραφή ακόμα τραγουδάει εντός μας, μία βουβή μουσική, μία αδιαμόρφωτη μουσική.
Η ζωή που βιώνεται με ποίηση στον νου τέχνη καθ’ εαυτή.
Ποιήματα σαν πεταλουδίτσες συνωστίζονται στο παράθυρο, προσπαθώντας να αγγίξουνε τη φλόγα.
Ποίηση η κραυγή της καρδιάς που ξυπνάει αγγέλους και σκοτώνει δαιμόνια.
Ποίηση τα λευκά γράμματα στο μαύρο, τα μαύρα γράμματα στο λευκό.
Ποιήματα κρύβονται σε νυχτερινούς ουρανούς, σε ρημαγμένα οικήματα, στα φθινοπωρινά φύλλα που ανεμοσέρνονται, σε χαμένα και ανακαλυμμένα γράμματα, πρόσωπα χαμένα στο πλήθος…
Ποίηση ο πίνακας των πολιτειών του μυαλού και των αναπτυγμένων σε βάθος κατατομών.
Ποίηση μία γυναίκα γυμνή, ένας άνδρας γυμνός και η απόσταση αναμεταξύ τους.
Ποίηση η υπέρτατη μυθοπλασία.
Ποίηση τα νέα από τα όρια που ολοένα διευρύνονται στα μακρινά σύνορα της συνειδητότητας.
Ιδιωτική μοναξιά που γίνεται δημόσια.
Το φως στο τέρμα του τούνελ και το σκοτάδι εντός του.
Το πρωινό περιστέρι που θρηνεί τον έρωτα, και τίποτα δε φτάνει την κραυγή της καρδιάς.
Η ποίηση κρατάει το θάνατο σε απόσταση.
Η ποίηση δεν είναι μόνο άλογα ηρωίνης και Ρεμπώ. Είναι επίσης οι ανίσχυρες προσευχές των επιβατών αεροπλάνων που δένουν τις ζώνες τους για την τελευταία κάθοδο.
Τα ποιήματα εκπληρώνουν πόθους και αποκαθιστούν ζωές.

*Lawrence Ferlinghetti, Τι Είναι Ποίηση;- Μετάφραση: Χ. Αγγελακόπουλος, εκδ. Bibliotheque.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Η αγάπη είναι ο φόβος

Η αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει με τους άλλους.
Όταν υπόταξαν τις μέρες μας και τις κρεμάσανε σα δάκρυα
Όταν μαζί τους πεθάνανε σε μιαν οικτρή παραμόρφωση
Τα τελευταία μας σχήματα των παιδικών αισθημάτων
Και τι κρατά τάχα το χέρι που οι άνθρωποι δίνουν;
Ξέρει να σφίξει γερά εκεί που ο λογισμός μάς ξεγελά
Την ώρα που ο χρόνος σταμάτησε και η μνήμη ξεριζώθηκε
Σα μιαν εκζήτηση παράλογη πέρα από κάθε νόημα;
(Κι αυτοί γυρίζουν πίσω μια μέρα χωρίς στο μυαλό μια ρυτίδα
Βρίσκουνε τις γυναίκες τους και τα παιδιά τους που μεγάλωσαν

Πηγαίνουνε στα μικρομάγαζα και στα καφενεία της συνοικίας
Διαβάζουνε κάθε πρωί την εποποιία της καθημερινότητας).
Πεθαίνουμε τάχα για τους άλλους ή γιατί έτσι νικούμε τη ζωή
Ή γιατί έτσι φτύνουμε ένα ένα τα τιποτένια ομοιώματα
Και μια στιγμή στο στεγνωμένο νου τους περνά μιαν ηλιαχτίδα
Κάτι σα μια θαμπήν ανάμνηση μιας ζωικής προϊστορίας.
Φτάνουνε μέρες που δεν έχεις πια τι να λογαριάσεις
Συμβάντα ερωτικά και χρηματιστηριακές επιχειρήσεις
Δε βρίσκεις καθρέφτες να φωνάξεις τ’ όνομά σου
Απλές προθέσεις ζωής διασφαλίζουν μιαν επικαιρότητα
Ανία, πόθοι, όνειρα, συναλλαγές, εξαπατήσεις
Κι αν σκέφτομαι είναι γιατί η συνήθεια είναι πιο προσιτή από την τύψη.
Μα ποιός θά ’ρθει να κρατήσει την ορμή μιας μπόρας που πέφτει;
Ποιός θα μετρήσει μια μια τις σταγόνες πριν σβήσουν στο χώμα
Πριν γίνουν ένα με τη λάσπη σαν τις φωνές των ποιητών;
Επαίτες μιας άλλης ζωής της Στιγμής λιποτάχτες
Ζητούνε μια νύχτα απρόσιτη τα σάπια τους όνειρα.

Γιατί η σιωπή μας είναι ο δισταγμός για τη ζωή και το θάνατο.