Χ.Π Σοφίας, Δωμάτιο

Ένας άνθρωπος σιωπά ένας άνθρωπος ουρλιάζει
Μια πένθιμη σκιά μόνη μέσα σε κόκκινους κύκλους
Ένα δωμάτιο με μυστικά στο φως του φεγγαριού
Όταν βραδιάζει το ασημένιο γυαλί του καθρέπτη
Στο νεκρό παλάτι του ανασταίνεται με δάκρυα
Ένα λουλούδι διψασμένο ξεδιψάει με τη μουσική του πιάνου
Λέξεις φυτρώνουν στις ραπτομηχανές για να βοηθήσουν
Την ανεμόσκαλα την απογοητευμένη από τους ανέμους
Άναρθρες βασανισμένες χαρές λευκές τα δένδρα αριθμούν
Από το παράθυρο μια χρυσή αμμουδιά με αστρική μοναξιά
Τη φυγή του καλοκαιρινού έρωτα ασάλευτη νοσταλγεί

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://elikonia-xpsofias.blogspot.com/2020/04/blog-post_11.html?spref=fb&fbclid=IwAR1Iq4GT3XNVyNZxc_JUr72UF1AASAIFXIw4fKiPxTtgXVzq1I6kxfI9F0U

Νο 136 ( ο δρόμος όταν δεν ανάβουν τα φώτα)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

Ένα
μόνιμο σημάδι
από σιωπή
και το παράθυρο
στο κακό μέρος της πόλης,
ένας χαλασμένος
άνεμος,
ένα ραδιόφωνο παλιό
και να
κρέμεται ανάποδα ένας θεός από τη μπλούζα μου,
παράξενο ζευγάρωμα,
τρώω
σήμερα,
πεινώ αύριο,
κι έτσι ξυπνούν τα αγκάθια
στο βρώμικο
χαλί,
το πατώ γυμνός
και κοιτώ έξω το θάνατο των αναπνοών.
~
(alexmil)

View original post

Ελίνα Αφεντάκη, Μονήρης

Ένας ύπνος κακός με ξυπνάει. Γυρίζω να δω… λείπεις.

Οι πτυχές του σεντονιού μια άκαμπτη οροσειρά. (..σε φαντάζομαι κρυμμένη από πίσω.. μια μεραρχία στρατοπεδεύει πάνω σου με νεανικό σφρίγος..)

Θυμώνω.

Αφήνω το χέρι μου να πέσει με δύναμη.. με άχτι.

Ένα ψύχος πολικό το κυκλώνει.

Μαζεύω το χέρι μου γρήγορα, ανάμεσα στα πόδια μου το χώνω.
Το λυπάμαι το χέρι μου.. το πονάω.. μόλις άρχισε να μιλάει

να σωπάσει πρέπει.

Φυγάς από της νιότης σου τα πρωτοπαλίκαρα, της μνήμης σου την καμπύλη.

*Από τη συλλογή “Παγοθραυστικό”, Εκδόσεις Θράκα.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Γραφική αναπαράσταση

*
Η πόλη φωνάζει την ησυχία της
όταν περνά καιρός απ’ την
αντάμωσή μας

*
Αν έχεις παρατηρήσει μείωση
γραπτής δραστηριότητας
αυτόν τον καιρό
σημαίνει ότι δεν σε εμπνέει
η συμφορά

*
Το δόλωμα είναι στα καλύτερά του
Θα τσιμπήσουν όλοι το απόγειο
όπως το ψημένο κρέας στο ταψί
ξεκοκαλίζοντας
την υστεροφημία του

*
Το καλύτερο κομμάτι είναι το μεδούλι
Μία μόνο ρουφηξιά
αρκεί να σε κατατάξει
στους εν ενεργεία
αθάνατους

*
Η έξοδος είναι πολύπλοκη διαδικασία
Η επιστροφή
είναι το ανάθεμα
της εξόδου

*
Όλα αυτά σου θυμίζουν
την ανάσα του κοριτσιού
που από τα δεκαεπτά της
δεν ήθελε να ζήσει

*
Όταν ο ήλιος ανατείλει ξανά
θα βρεθούμε
στο γυμνό κολύμπι
των φόβων
που αφήσαμε πίσω

Στέλλα Τενεκετζή, Άπαξ διά παντός

για ένα εγκαταλελειμμένο βαγόνι τρένου

πρόκειται

για τη μακροχρόνια πορεία

των πρωταγωνιστών

για τα αρχηγεία που εκδίδουν διαταγές

για την αντιμετώπιση φαινομένων διακίνησης

τσιγάρων

πρόκειται

για τον αυτοσχέδιο οίκο ανοχής που το κύκλωμα

ανέπτυξε

στο εγκαταλελειμμένο βαγόνι τρένου

για τη μακροχρόνια πορεία των πρωταγωνιστών

που ξέμειναν

στη στιγμή όταν σφραγίστηκαν τα σύνορα

για τα αρχηγεία που άπαξ διά παντός

εκδίδουν διαταγές εγκληματικές

πρόκειται

άπαξ διά παντός

για τον άνθρωπο

που πάνω στον καταστροφικό άνεμο

τσακίζεται

άπαξ διά παντός

βάρβαρα συλλαμβάνεται

επιστρέφεται

διακινείται λαθραία όπως τα τσιγάρα

*Από τη συλλογή “2016 Πρωτοσέλιδα”. Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας “Ακρόπολη”, την Τετάρτη, 18 Μαΐου 2016 (δυστυχώς, δεν στάθηκε δυνατό να βρεθεί η αντίστοιχη φωτογραφία στο διαδίκτυο).

Δήμητρα Κατιώνη, Ποιήματα

όταν έρχεται αθόρυβη
η βροχή
τότε ξέρεις
είναι άνοιξη
όταν έρχεται αθόρυβος
τότε τον ξέρω
είναι η άνοιξη

*

με τους μύες του προσώπου σου
δεξιά κι αριστερά
ανοίγεις χώρο
στο πριν ανάμεσα και στο μετά
μέσα στο χαμόγελό σου
γεννιέται το παρόν μου
*
αυτή η μυρωδιά
η μυρωδιά του
θα μου θυμίζει πάντα
το δέρμα του
κατ τα ρουθούντα μου

*
σαν μονοί γκρεμοί
οι χάντρες κρέμονται
γύρω απ’ το λαιμό
και σαν λέξεις που τις λες και κρημνίζεσαι
οι στίχοι κρέμονται
γύρω απ’ το λαιμό
σα χάντρες απόκρημνες
μονές σφαιρικές υπάρξεις
σε κύκλο βαλμένες
γύρω σου
*
το τίποτε
φεύγει από το μάτι
γυρνά πάντα γεμάτο
σκάει μέσα μου με πάταγο
τι έκρηξη
το βλέμμα

να είσαι κοριτσάκι σε χωράφι με ουρανό
να σου μάθει γράμματα ζωγράφος

*Από τη συλλογή “Τρεις μέρες κι ένα τρίτο”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Γιώργος Σαραντάρης, Μην τους μιλάτε

Μην τους μιλάτε
αυτοί μας κλέβουν έρωτα
αυτοί μας κλέβουνε τ’ όνειρο
μας κλέβουν καταπράσινες φωνές
κλέβουνε σώματα

αυτοί μας κλέβουν ουρανό
αυτοί κλέβουνε θάλασσα
αυτοί κλέβουνε ήλιο

πνίχτε τους σ’ ένα πέλαγο σιωπής
μην τους μιλάτε

Αθήνα, 1920

*Από τα Φτερά Χήνυας στο https://fteraxinasmag.wordpress.com/2020/04/08/%ce%bc%ce%b7%ce%bd-%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%82-%ce%bc%ce%b9%ce%bb%ce%ac%cf%84%ce%b5-%ce%b3%ce%b9%cf%8e%cf%81%ce%b3%ce%bf%cf%82-%cf%83%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%bd%cf%84%ce%ac%cf%81%ce%b7%cf%82/

Δημήτρης Γκιούλος, Είμαστε οι δυστοπίες

Είμαστε οι δυστοπίες
κι είμαστε ήδη εδώ
χωρίς ιπτάμενα αυτοκίνητα
χωρίς παγκόσμια ειρήνη
ατομικές τραγωδίες με μηδενικό μπάτζετ
που κανείς δεν θα παρακολουθήσει
Είμαστε το μέλλον
αφού όλα για το μέλλον τα αφήσαμε
και το παρόν αυτοκτόνησε
σε κάποιο live stream
στο οποίο δεν δώσαμε και πολύ σημασία
Θα μπορούσαμε να είμαστε αποικοδομητές
αν κάναμε τη δουλειά μας συνειδητά
αν ροκανίζαμε αυτό το κουφάρι
με την αίσθηση της σπουδαιότητας
ενός κατεπείγοντος καθήκοντος
μα λαίμαργα καταναλώνουμε
το δηλητήριο που θα μας σκοτώσει
κλεισμένοι σε οικειοθελείς φυλακές
σε ζωές προγραμματισμένες
σε διακοπές προμπόνο
με πακέτα συνομιλίας προαγορασμένα
σε σχέσεις προαποφασισμένες
περιμένοντας κάποια προαγωγή
τυφλά υπακούοντας
χάνουμε την όρασή μας
και τυφλοί σαν σκουλήκια
συνεχίζουμε μέχρι το τέλος
χωρίς όμως να κάνουμε
ούτε για μια στιγμή
την τίμια δουλειά των σκουληκιών