Δημήτρης Καφετζής, Ομίχλη

Πάντα έχω ανοιχτό ένα παράθυρο, ποτέ δεν κλείνει.
Περιμένοντας πάντα μια καινούρια αρχή,
ένα επόμενο βήμα να δώσει αφορμές για συνέχεια.

Κάθε βήμα είναι ένα αύριο.
Κάθε σκέψη ένα χθες για ένα αύριο.
Και το τώρα μια γραμμή που πάνω της κυλάει μια αρχή, που πάει
να βρει ένα τέλος.

Βαλίτσες με υπάρχοντα ανοίγουν, αφού κλείσουν τα φώτα κι εκεί
αρθρώνεται ο λόγος τού εδώ και του κάθε τώρα.

Πριν μια κίνηση πάντα θεατρική.
Τα βήματα γι’ άλλους είναι άναρχα και γι’ άλλους αυστηρά καθορισμένα.
Όλοι, όμως, με βήματα περνάνε τα σύνορα
σε γη και θάλασσα κι ανέμους πάνω σε γραμμές-χορδές.

Τα πουλιά προσανατολίζονται με τ’ άστρα και πάντα βλέπουν κέντρο
κι ορίζοντα.
Οι άνθρωποι ξεκίνησαν στο φως και γυρίζουν στο χάος.
Κι ο ορίζοντας χάος είναι μα για τα πουλιά υπάρχει και το κέντρο.

Της ουτοπίας τα κλειδιά μην τα γυρέψεις.
Κάηκαν και τα δέντρα
και δε θα ‘χεις από πού να πιαστείς για να φύγεις
στο ύστατο σ ’ αγαπ
ώ.

*Από τη συλλογή ‘Ροές”, Εκδόσεις Ιωλκός, Μάιος 2015.

Παύλος Δ. Πέζαρος, Δύο ποιήματα

Του Δημήτρη

Άντρας πια εσύ σωστός κι άξιος γιος,
έρχεσαι μόνο σαν παιδάκι στα όνειρά μου,
σαν να φροντίζεις μην τυχόν
και μεγαλώσουμε μαζί,
να μη μας πάρει από κάτω ο χρόνος.

Γιατί στα μάτια σου ακόμη καθρεφτίζονται
γλάροι που λάθεψαν νομίζοντας
μέσα σ’ αυτά πως είναι η θάλασσα.

13.2.2012

***

Ηρόδοτος, με την ψυχή στο στόμα

«Νόμε, μεγάλε βασιλιά της λευτεριάς μας,
άνθισες πάνω στα βουνά,
εβίγλισες σε κάμπους,
πετάρισες σε θάλασσες,
γεφύρωσες ποτάμια,
πώς και ξεπουπουλιάστηκες,
τι θα ’χει ο Δημάρατος να λέει;»

Μουρμούριζε με τους παλιούς ρυθμούς ο γέρων
τα δόντια σφίγγοντας πεισματικά,
μην του ξεφύγει η ψυχή από το στόμα.
Απερχόμενος
άνοιξε δρόμο σκεπτικός
ανάμεσα στο αγανακτισμένο πλήθος,
γύρω του οσμιζόμενος καπνούς
που άχνιζαν ακόμη απ’ τις φωτιές
ενώ κατέρρεαν με τριγμούς μαδέρια, τοίχοι,
παρασύροντας τις μαύρες στις προσόψεις ζωγραφιές.

Αθήνα, 2013

*Από τη συλλογή “Ο αχός και ο βυθός” , Εκδόσεις Κέδρος, Μάρτιος 2016.

2 ποιήματα | Ντέμης Κωνσταντινίδης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

kefalas

Εξαγωγή

Γαργάρα μ’ αλατόνερο
κι ένα κονάκι απόμερο,
με την εφημερίδα
τα νέα απ’ την πατρίδα.

Ξεδοντιασμένο απόγευμα
σουπίτσα έχεις για πρόγευμα,
και για κυρίως πιάτο
σκοτάδι δίχως πάτο.

***

O ύπνος

Ο ύπνος κράτησε. Δεν συνέφερε να ξυπνήσεις. Τι θ’ αντίκριζες παρά ερημιά. Πώς θα ξανακοιμόσουν σαν τρύπωνε καμιά ανάμνηση από τα παιδικά σου χρόνια; Όχι, δεν συνέφερε.

Κι ας πούμε τ’ αποφάσιζες να βγεις στους άδειους δρόμους, μόνος εσύ σε μέρη πλέον άγνωστα κι απάτητα. Δεν θα κινδύνευες; Δεν θα σε τρόμαζε η ίδια σου η φωνή; Πώς θα βεβαιωνόσουν ότι δεν ξύπνησες σε εφιάλτη; Όχι, ευτυχώς. Ο ύπνος κράτησε.


φωτογραφία: Πάνος Κεφαλάς

View original post

Ισμήνη Γεωργίου Λιόση, Εμείς

α. εμείς τα ταπεινά φορέματα της ουτοπίας της δεν
είμαστε παρά έγκλειστες γυναίκες/ με άδεια εξόδου
αργά και που/ φταίει ο σημαδεμένος πόθος στο
τρίγωνο των ματιών της καθώς/ καίγεται το κόκκινο
μετάξι του προσώπου της στο μικρό αυτό ποίημα/
πάντα θυμίζουμε κάτι ανεξίτηλο/ όπως το σπέρμα και
το μελάνι απ’ τις φλέβες ποιητών
β. είμαστε/ τα λιμοκτονούντα φαντάσματα του
aFtermeaTnigHt/ πίνουμε μπύρα από τα κύματα
πνιγμένες στα φύκια μαλλιά μας/ θηλυκά δολώματα
για καρχαρίες και/ έναν κροκόδειλο θάνατο
γ. φοβίζουμε/ φυλλομετρώντας πέταλα ευτυχίας/ από
ξεραμένα στον νεροχύτη τριαντάφυλλα/ κάποτε ω ναι
μας προσφερθήκαν/ από μη ακρωτηριασμένα χέρια/
για την ωραιότητα την ευφυΐα και/ το ταλέντο μας
να υψώνουμε χάρτινους πύργους με ποιήματα/ να
καταφεύγουν οι απελπισμένοι
δ. έτσι γινόμαστε οι ανυπότακτοι Θεοί του μεγάλου
στήθους/ οι μεγάλες αμαρτίες των ερωτευμένων
χεριών/ οι μελαγχολικές μάγισσες που μαγειρεύουμε
την ευτυχία των λαγόνων/ τα κορίτσια του
Προκρούστη που πετσοκόβουν την Αμαρυλλίδα
των λεπρών/ κάποτε θα φυγαδευτούμε για το άγριο
παραμύθι της αγάπης/ ω τότε που τα αρχαία αιδοία
μας εν δράσει/ θα καταπίνουνε τους άντρες/ ντυμένα με
σέπαλα γαρυφάλλων κι αδιάβροχα χειλάκια
γιασεμιών
ε. νύχτες με θύελλα/ ω αρσενικά ποιήματα καλέστε
μας μέσα σε ηδονόπληκτες σπασμένες λέξεις/ θα
αφήσουμε τα χέρια μας να μακρύνουν ως την ατέλεια
των σωμάτων σας/ ως την ποίηση όρχεων και μαστών
ζ. ακολουθείστε μας φρεατωρύχοι/ μυρίζουμε κάπως
σαν το βιολετί και το πράσινο το ροζ και το γαλάζιο/ η
βασιλεία μας όμως/ είναι βαθιά/ κάτω από το μαύρο
φιλιατρό

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, Εκδόσεις Τύρφη, Απρίλιος 2016. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από σελίδα της ποιλήτριας στο Facebook.

Νίκος Λέκκας, Όλα είναι ποίηση και δη ποίηση του τώρα | Ποιήματα Ανεμοδαρμένα

Ένα βιβλίο από μόνο του δεν αντικαθιστά το χάδι ενός συντρόφου…

Μάνος Ελευθερίου (“Ο πατέρας του Άμλετ”)

Τοποθέτηση καθαρά δημοσιογραφική που λειτουργεί ως επίμετρο για την ανθολογία «Ανθοφορία Ποίησης»… Γιατί και ο δημοσιογράφος είναι σαν τον ποιητή: αλήτης παντοτινός, καθαρός πάντα…

Ολόγος για την ποίηση, την ελληνική, του σύγχρονου καιρού, που φτάνει ως τις μέρες μας, στην κυριολεξία.
Ιδού το θέμα. Μια ποίηση που στις μέρες μας θεωρείται αντικουλτούρα. Αλλά και τι δεν είναι αντικουλτούρα στις μέρες μας;… Αυτό αναρωτιέμαι και εγώ. Αντικουλτούρα είναι (σχεδόν) τα πάντα, αν εξαιρέσει κανείς τους αρχαίους τραγικούς, τους πάσης φύσεως γραφιάδες της αρχαιότητας εντέλει. Και πώς μερικούς εξ αυτών τους ωραιοποίησαν με το πέρασμα των αιώνων; Γιατί για τους Κυνικούς και για τον Αρχίλοχο, λόγου χάρη, είχαν άλλη άποψη. Οι τελευταίοι ήταν είναι και θα είναι περιθώριο, αλλά οι Ακαδημίες στον σύγχρονο καιρό τούς έδωσαν άλλη διάσταση. (Δεν ξέρω αν είναι η διάσταση του ντεκαντάνς, και πώς στις μέρες μας είναι αποδεκτή, αλλά η σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία που πηγάζει από τον Μητσάκη και τον Άννινο, έχει το μπόλιασμα των αρχαίων Κυνικών και του Αρχίλοχου). Δεν την γλίτωσαν και κάποιοι Λατίνοι. Και αναφέρομαι μόνο στη δυτική σκέψη. Αλλά η ποίηση είναι ομογάλακτη με τη σύγχρονη ζωή, με τη ζωή γενικότερα… Άσχετα τι λέει το κάθε δημιούργημα. Ακόμα και οι αναφορές θανάτου ζωή είναι. Από την αρχαιότητα ξεκινά και φτάνει μέχρι το σήμερα, αυτή τη στιγμή, με αναφορές στη ζωή, στην εξελικτική πορεία της, στις αποκλίσεις της και στον θάνατο ή σε ό,τι ισοδυναμεί με θάνατο. Οι αρχαίοι τη γλίτωσαν, από την λήθη.

 Σήμερα δεν θεωρούνται αντικουλτούρα οι αρχαίοι, όπως και πολλοί από τους μεταγενέστερους. Παίζονται στα μεγαλύτερα φεστιβάλ του κόσμου. Αλλά αγαπητοί μου αναγνώστες, πιστέψτε με: η αντικουλτούρα είχε, έχει και θα έχει πάντα μεγαλύτερο κοινό από την επίσημη κουλτούρα.
Η αντικουλτούρα απαριθμεί δεκάδες εκατομμύρια συγγραφείς με πίστη στην τέχνη και στην εξελικτική πορεία του ανθρώπου, με φανατικούς οπαδούς και κάποιους πολέμιους. Άλλα την ποίηση τη γράφουν εξευγενισμένοι λαϊκόψυχοι άνθρωποι, με αγάπη για τον άνθρωπο, τα θέλω του και τις βαθύτερες στιγμές τους (de profudis), που ταρακουνούν το γιατί της ύπαρξής τους, συνδιαλέγονται με το καθημερινό και έχουν μιαν άκρως ερωτική ματιά για τον κόσμο, είναι δηλαδή εργάτες της τέχνης. Τέτοιοι είναι και οι ποιητές μας.

Η Σούζαν Σόντανγκ σε ένα εξαιρετικό δοκίμιο με θέμα τον Ρεμπώ, τον θεωρεί και αυτόν αντικουλτούρα. Τίτλος του: Η αισθητική της σιωπής. Ένα βιβλίο, και για την ακρίβεια, ένα κεφάλαιο ενός βιβλίου, που στην Ελλάδα μεταφράστηκε όχι μία, αλλά δύο φορές: μία από τη γνωστή και στην Αμερική Νανά Ησαΐα, και μία από τον σπουδαίο μεταφραστή Άρη Μπερλή…

Και δείτε πώς λειτουργεί το λεγόμενο «αμερικανικό όνειρο» στους πολλούς του κόσμου. Για μια Αμερική έτσι και αλλιώς κατακερματισμένη…

Πώς οι Αμερικανοί έμαθαν να πιστεύουν στην Ελλάδα του «Ζορμπά», μέσα από την ταινία του Κακογιάννη, του Ποτέ την Κυριακή του Ντασέν, και πώς το διεθνές ειδησεογραφικό κανάλι CNN απαθανάτισε την ελληνική ποίηση μέσα από τα σχιζοφωνητικά του Λεωνίδα Χρηστάκη, ποιήματα γραμμένα από έλληνες ποιητές κυρίως κατά την δεκαετία του ’80 και πιο πριν, ποιήματα που απαγγέλθηκαν σε καφενείο με τρόπο σχιζοειδούς έκφρασης, με συνοδεία πιάνου από τον γνωστό μουσικό και συγγραφέα Σάκη Παπαδημητρίου. Αυτό σε ένα αφιέρωμα για την ελληνική ποίηση του γνωστού ανά τον κόσμο τηλεοπτικού καναλιού. (Τα ελληνικά καφενεία έχουν άρρηκτη σχέση με τα café, τα bistrot, κυρίως της Γαλλίας, εκεί που οι ποιητές έγραφαν στο πόδι, με καφέ και τσιγαράκι. Είναι κάτι το θεσπέσιο, σαν τα σκέτα τσιγάρα).

Και αυτό, γιατί στην Αμερική, με τα πολλά κακά και τα επίσης πολλά καλά, υπάρχει κόσμος (άσχετα αν δεν φαίνεται) που ασχολείται σοβαρά με την ευρωπαϊκή ποίηση. Και η Ελλάδα είναι Ευρώπη, έστω και στην άκρη της. Επίσης δείτε το κίνημα των μαύρων, και το φεμινιστικό κίνημα που άνθισε κάποτε.

Την ανθοφορία του και την κατάντια του. Ενώ η ανθοφορία δεν προβάλλεται, η κατάντια υπερπροβάλλεται με τους πιο φανταχτερούς τρόπους. Αν και με εμμονές. Η σεξουαλική παρενόχληση θεωρείται στις μέρες μας καυτό θέμα. Και ο τρόπος να το διαχειριστείς έχει τόσο λεπτές ισορροπίες, που εύκολα μπορεί να βρεθεί κανείς εκτός στάσης. Δείτε τον αγώνα (και για αυτό το θέμα) της Τόνυ Μόρισσον και της Λίντα Κινγκ, δύο σημαντικών γυναικών των γραμμάτων, που η έμφυλη ταυτότητα που φέρουν, τους δυνάμωσε την πίστη για αγώνα, για τα δικαιώματα των «αδυνάτων» με μηδαμινά μέσα προβολής, αλλά με περισσή αξιοπρέπεια, και ύστερα αντιπαραβάλλετέ το με το ανάποδο αυτής της στάσης με τις στάρλετ του κινηματογράφου να περπατάνε στο κόκκινο χαλί των Όσκαρ με αποκαλυπτικό έως σιθρού ενδυματολογικό κώδικα και με αδιαφανή ρούχα από μέσα, συνήθως κολάν και σορτς, που καλύπτουν ερωτογόνες περιοχές, είτε κανονικές είτε ως φετίχ, για να υποστηρίζουν μια υποτιθέμενη κραυγή, που δεν την πιστεύει σχεδόν κανένας. Μόνο με αγαθά πολιτισμού, με πολιτιστικά τούβλα μπορείς να περάσεις μηνύματα. Και οι ποιητές είναι οι πρώτοι που το έκαναν. Με αλτρουισμό και μαεστρία. Με όπλο τους το μολύβι. Για κάποιους το πιο σίγουρο όπλο. Και πώς αυτά τα γεφύρωσε υπέροχα –για να κάνω τη σύνδεση– ο ελληνοαμερικανός ποιητής και μεταφραστής Νίκος Σπάνιας, χρόνια πριν τα τραγελαφικά, κυρίως με «Τα ποιήματα της τρίτης λεωφόρου» αλλά και ο Μιχάλης Μοίρας (ποιητής και πεζογράφος) σε μικρότερη εμβέλεια. Αυτό ως παράδειγμα. Οι νομπελίστες μας ήταν εισαγόμενο φρούτο για τους αμερικανούς και σπουδή για τους εγχώριους. Η ελληνική ποίηση είναι εδώ, στην άκρη της Ευρώπης, είναι μέρος της παγκόσμιας ποίησης και αφορά εκατομμύρια κόσμο: κόσμο διαφόρων εθνικοτήτων και κοσμοθεωριών, στοιβαγμένο σε ένα μικρό μόνο κομμάτι της γης, που θέλουμε να το λέμε κράτος…

Δείτε τί κακές κριτικές πήραν τα ποιήματα του Τζιμ Μόρισον στην Αμερική αλλά και στην Ευρώπη (χωρίς να εξαιρείται η Ελλάδα), πριν πεθάνει σε νεαρή ηλικία στο Παρίσι, (και μην δεινοπαθείτε με την πρωτεύουσα της Γαλλίας και απλώς την θεωρείτε σφηκοφωλιά διανόησης, διότι ακόμα και ο Λένιν και ο Τρότσκι σύχναζαν στο κοσμικό Παρίσι πριν το 1917). Ο Μόρισον πέθανε με τρόπο που διχάζει, Αμερικανούς και Ευρωπαίους, που πριν τον είχαν στην «απέξω», απέξω από την κουλτούρα του τόπου, και μετά σχεδόν «ως δια μαγείας» έγινε αυτό που έγινε στην Αμερική και στην Ελλάδα, αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Ουδείς αλάθητος – μια από τις πιο στιβαρές φωνές της αμερικανικής ροκ κουλτούρας. Και της παγκόσμιας! Μιας κουλτούρας που ξεκινά από την Αμερική και φτάνει μέχρι το τελευταίο χωριό του λεγόμενου δυτικού κόσμου, με τους πρωτοδιδάξαντες αμερικανούς μπιτ ποιητές, που επηρέασαν την παγκόσμια ποιητική σκηνή. Βέβαια στην Ελλάδα, έπαιξε ρόλο και η συνοικία που είχαν σε μια μεριά της Ύδρας. Σε καιρούς δύσκολους.

Και οι ποιητές μας, από αυτήν την σκοπιά την βλέπουν την ποίηση. Την δυτική. Άσχετα αν γράφουν στα ελληνικά. Μιας γλώσσας λόγω ιδιομορφίας άκρως περιορισμένης ως προς τη διάδοσή της. Γιατί κάθε σοβαρός άνθρωπος μόνο στη γλώσσα του μπορεί να γράψει, (και οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες, όπως, λ.χ., ο Άδωνις Κύρου, πολυπράγμων δημιουργός, και ο Νίκος Στάγκος, σημαντικός ποιητής και όχι μόνο. Εκ του γαλλικού και εκ του αγγλικού αμφότεροι). Τα πάντα μόνο στη μητρική γλώσσα μπορούν να γραφτούν. Άσχετα αν η Ελλάδα θεωρείται χώρα γεωγραφικά στο μεταίχμιο και οι δημιουργοί της κάποιες φορές μεταχειρίστηκαν λέξεις αμετάφραστες… Γιατί άλλο πράγμα η Ανατολή. Η Δύση με την Ανατολή έχουν άλλες αξίες. Και η Ελλάδα είναι στη μέση, αν και κλείνει το μάτι στη Δύση.

Αμιγώς ελληνικά μυθιστορήματα, στην Αμερική δεν «τσούλησαν» όπως για παράδειγμα Το Τρίτο Στεφάνι του Κώστα Ταχτσή, ασφαλώς – λόγω επηρεασμών και ιδιάζουσας (ελληνικής ) νοοτροπίας. Μιας νοοτροπίας άγνωστης στην υφήλιο. Τα ελληνόφωνα χωριά της κάτω Ιταλίας αποτελούν εξαίρεση… Ένας συγγραφέας που σήμερα θεωρείται κλασικός στην Ελλάδα, και η φήμη του που πέρασε από σαράντα κύματα μέχρι να καθιερωθεί «εντός», σήμερα έχει ξεπεράσει τα όρια της χώρας. Μιλάω για την ποιότητα της πένας του και τον αντίκτυπο σε ένα μικρό (ευτυχώς) κοινό με κουτσομπολίστικες προσλαμβάνουσες, για τον τρόπο που επέλεξε να ζήσει: έναν τρόπο που θεωρείται «εκκεντρικός»… Το εν λόγω πόνημα, είναι ένα βιβλίο που ως δομή ξεπεράστηκε, αλλά η ουσία του παραμένει πάντα επίκαιρη. Η πορεία μιας οικογένειας, με φόντο την μεταπολεμική πορεία της Ελλάδας. (Οι πολιτικάντηδες ανά την υφήλιο, ας το θέσουν σοβαρά). Γιατί ο πόλεμος, και δη ο εμφύλιος, τις περισσότερες φορές είναι εντός. Για να μη πω πάντα. Καμιά φορά και η οικογένεια. «Ραγισματιές που μπαινοβγαίνουμε στον κόσμο» έχει γράψει ο Γιώργος Χειμωνάς, είναι σχεδόν (μετά λόγου γνώσεως το γράφω) λαιμητόμος.

Τόσο στην Αμερική, όσο και στην Ελλάδα. Αυτή τη «λαιμητόμο» μπόρεσε να την ξεπεράσει μόνο η ποίηση. Κυρίως με τον Καβάφη. Αυτόν τον μέγιστο ποιητή και πολίτη του κόσμου, που έγραψε στα ελληνικά κυρίως και που, όταν ζούσε, μόνο ελάχιστοι στην Ελλάδα πίστεψαν στην αξία του. Οι περισσότεροι είχαν μια τάση σνομπ, όσο ζούσε, για τον ποιητή, που θεωρήθηκε ότι ήταν «Φαναριώτης», αλλά όπως αποδείχτηκε μετά τον θάνατό του είχε γράψει ερωτικά ποιήματα που μόνο μετά το ξόδι του αποκαλύφτηκαν. Έκανε αυτό που του υπαγόρευσε η ψυχή και η συνείδησή του, πράξεις ακριβά πληρωμένες, δεν χαμπάριαζε από «μέτρα και σταθμά», χάραξε μιαν άκρως προσωπική πορεία που μόνο λίγοι ανά τον κόσμο το έχουν κάνει, και έγινε έτσι ο Καβάφης. Σήμερα όλοι υποκλίνονται στο άκουσμα του ονόματός του.

Δείτε τα ποιήματα του Γκίνσμπεργκ (και κυρίως το Ουρλιαχτό) πώς εξέφρασαν τους εφιάλτες των ανθρώπων ανά τον κόσμο, ανθρώπων που θεωρούνται αλήτες, και πώς αυτή η δυναμική έχει ήθος, αλήθεια και μεγαλείο ψυχής, γιατί πάντα οι αλήτες «κρατούσαν ψηλά την αξιοπρέπεια της Τέχνης» μπροστά σε κάτι σαπουνόπερες που πουλήθηκαν στην Ελλάδα, αλλά και σε όλο τον κόσμο, όπως Η Δυναστεία, η Τόλμη και Γοητεία, τα Ατίθασα Νιάτα… Και κάποια σημερινά μικρότερης εμβέλειας, με έρωτες στα νοσοκομεία. Πόσο είναι ρηχά και δεν εκφράζουν τίποτα!… Η Αμερική είναι εδώ. (Το σύνολο της Αμερικής). Όπως και η Ελλάδα, (το σύνολο της Ελλάδας). Δέχεται και δίνει τα φώτα. Η Αμερική έχει τόσο βάθος, όσο και η Ελλάδα. Και η Ελλάδα έχει τόσο βάθος όσο και η Αμερική. Ούτε πιο λίγο ούτε πιο πολύ. Και οι εθνικισμοί από δήθεν πατριώτες είναι απλά σχιζοφρένεια.

Πανεπιστημιακά τμήματα νεοελληνικών σπουδών λειτουργούν και στην Αμερική. Γιατί η Αμερική και η Ελλάδα δεν είναι αυτό που φημολογείται ότι είναι. Είναι έτη φωτός παραπάνω. Και μπορεί γνήσιοι αμερικανοί να μην υπάρχουν, δεν υπάρχουν όμως και γνήσιοι έλληνες. Η τριβή με την κουλτούρα τούς δίνει ταυτότητα. Και το λέω ευθέως. Ούτε στην Αμερική ούτε στην Ελλάδα είναι όλα για πέταμα. Και δεν είναι για πέταμα κυρίως η ποίηση, ακόμα και αυτή που παράγεται αυτή τη στιγμή. Βέβαια η ποίηση είναι μια σοβαρή παραγωγή και δεν είναι «φασόν» –ας το έχουμε υπόψη μας. Τα ποιήματα στην εν λόγω ανθολογία που κρατάτε στα χέρια σας, τίποτα δεν έχουν να ζηλέψουν από την ξένη παραγωγή. Την παραγωγή των πολιτισμένων σύγχρονων χωρών, γιατί θεωρούν ότι η Ελλάδα είναι μόνο χρήσιμη για ξεσάλωμα των νέων και μόνο χρήσιμη για την ιστορία για τους ώριμους. Γιατί θεωρούμαστε ότι το μόνο που έχουμε είναι μόνο η αρχαιότητα. Λάθος.

Τα ποιήματα της ανθολογίας είναι ποιήματα αγωνίας, και η αγωνία έχει παγκόσμια επίδραση. Είναι χωρίς πατρίδα και θρησκεία. Που μπορεί η τεχνοτροπία να διαφέρει, από γενιά σε γενιά, από σχολή σε σχολή, ακόμα και από το ένα φύλο στο άλλο, αλλά, αν το αναλύσεις σε βάθος, το «κουκούτσι της ψυχής» των ποιημάτων είναι ο άνθρωπος, το μεγαλείο του και η μικρότητά του, τα πάνω του και τα κάτω του, όλα αυτά που συγκροτούν το άνθρωπο. Γιατί η ψυχή των ποιητών είναι η ψυχή των ανθρώπων. Με τα μεγαλεία τους και με τις μικρότητές τους. Και τα δύο ταυτόχρονα, όπως σε κάθε άνθρωπο. Η πάντα εξευγενισμένη ψυχή των ποιητών, παράγει τα ποιήματα, και τα ποιήματα, πάντα υπο-σημειώσεις του άνθρωπου-ποιητή. Δείτε τις Σημειώσεις ενός ανθρώπου, για να καταλάβετε τι λέω – του Γιάννη Χρυσούλη. ( Όχι όμως του θεατρικού συγγραφέα· του εξαδέλφου).

Γιατί όταν μιλάμε για ποίηση μιλάμε για ψυχές, ψυχές ζώντων ή σχεδόν, ψυχές θανόντων ή σχεδόν, είναι πάντα τόσο απαράμιλλα ίδιες, που μόνο ο τρόπος και η έκφραση διαφέρει. (Και δεν χρειάζεται να κάνεις ψυχανάλυση ή να θεολογείς για να καταλάβεις ότι η άνθρωποι είναι όλοι ίδιοι.)

Είναι όλοι ίδιοι μόνο «γυμνοί», γυμνοί από όλες τις μικρότητες και τα κόμπλεξ. Με μικρές διαφορές. Αυτήν του φύλου και αυτήν του χρώματος. Και κάποιες άλλες που δεν τις μετρά κανείς, ή μάλλον τις μετρά μόνο για να ικανοποιήσει την ωραιοπάθειά του και ως τέρψη για μια ενδεχόμενη σεξουαλική επαφή. Αυτή του βάρους και αυτή του ύψους. Και μόνο για τη λίμπιντο αυτή των πλούσιων φυσικών χαρισμάτων. Αλλά οι ποιητές δεν έχουν μόνο σώμα ή μόνο ψυχή. Είναι και τα δύο ένα (αν και οι ποιητές ανά τον κόσμο είναι άκρως ερωτεύσιμα/ερωτικά πλάσματα). Μια ψυχοσωματική μάζα που αισθάνεται στο ζενίθ και όλες οι αισθήσεις λειτουργούν επίσης στο ζενίθ. Αυτό κυρίως…

Και οι ψυχές και τα σώματα, (τα αισθήματα και οι αισθήσεις), στην απαρχή τους είναι όλα ίδια. Άλλο πώς διαμορφώθηκαν. Για αυτό και η εν λόγω ανθολογία αφορά τους πάντες…

Αυτούς που μιλούν ελληνικά, όπως Αλβανούς δεύτερης γενιάς λόγου χάρη, μετανάστες από το τέως ανατολικό μπλοκ, ανθρώπους που έμαθαν να μιλάνε ελληνικά, για να απολαύσουν τα ποιήματα στο πρωτότυπο, καθώς και αγγλομαθείς, πανεπιστημιακής μορφώσεως ή μη. Από ειδικό ενδιαφέρον ή από περιέργεια – και η τέτοιου είδους περιέργεια, ποτέ δεν έβλαψε κανέναν. Αντίθετα πήγε τον άνθρωπο μπροστά και τον έκανε Άνθρωπο…

Η ανθολογία είναι εδώ. Με 51 νεοέλληνες ποιητές, ανθολογημένους από τον Ανδρέα Παναγόπουλο. Και ό,τι το νέο δεν πρέπει να μας ξενίζει, ούτε φυσικά να μας φοβίζει. Γιατί το νέο, η νεοελληνική ποίηση του καιρού μας, είναι εδώ. Δεν ζητά να κριθεί – και αν την κρίνει κανείς, μόνο με πνεύμα ευγενούς άμιλλας μπορεί να το κάνει· αυτή απλώς καταθέτει τον λόγο της ύπαρξής της. Με γενναιότητα και αλτρουισμό. Μιας ύπαρξης που έχει να κάνει με τον φόβο. Με τον φόβο και τον τρόμο. Αυτή είναι η σύγχρονη ποίηση.

Ξεχάστε την παγκόσμια κρίση. Για τον φόβο και τον τρόμο της ψυχής μιλάω. Και όπως (σε παγκόσμια εμβέλεια,) η ποίηση έχει κατηγοριοποιηθεί σε γενιές, (αυτήν την κατηγοριοποίηση την σιχαίνονται πολλοί, όπως για παράδειγμα, ο παγκοσμίου εμβέλειας ερασιτέχνης λαογράφος-ποιητής Ηλίας Πετρόπουλος), υπάρχουν υποκουλτούρες μέσα στην υποκουλτούρα, όπως, π.χ., gay art. Άλλη η τεχνοτροπία της κάθε γενιάς, μιας ομάδας ή ακόμα και μιας μικρότερης υποομάδας. Με μοντέρνα ή κλασικά στοιχεία, χωρίς να την βαραίνει η σφραγίδα του χρόνου, έχουν και αυτές παρουσία. Και είναι αυτές, οι χωρίς χρόνο, αλλά με τόπο υποκουλτούρες που μας αφοράν. Σε κάθε γεωγραφικό στερέωμα.
Μόνο το μοντέρνο μπορεί να ξεπεραστεί. Πολλοί το έχουν πει. Καθώς επίσης μπορούν να ξεπεραστούν φθηνά «φασόν» δήθεν κλασικής δομής/κατεύθυνσης. Αλλά στην ψυχή του «Αναγνώστη» ποτέ. Και δεν μιλάω για ειδικούς αναγνώστες – κριτικούς ποίησης. Μιλάω για τον κάθε έναν από εμάς που στην ποίηση προσπαθεί να βρει αυτό που του στερεί η κοινωνία:το ξέφωτο, το ξέφωτο από τη μικροπρέπεια του καιρού μας, ένα ξέφωτο που μόνο η ποίηση, άρα μαζί και ο έρωτας, μπορούν να δώσουν. Και καμιά σημασία δεν έχουν οι επιπτώσεις…

Όλα ποίηση, και δη ποίηση του τώρα… Ποιητές διαφορετικών γενιών (για τις γενιές δες παραπάνω), με διαφορετικά θέλω, με διαφορετικά θέλω (το ξαναλέω) και εν τέλει με διαφορετικές αγωνίες, αλλά μόνο φαινομενικά. Όλοι οι νέοι ποιητές, φέρνουν και τις αγωνίες των παλαιότερων. Από τα θρυλικά και ακραία: « Ένα γέλιο θα σας θάψει», «Το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια του» κ.τ.λ. Γιατί οι αγωνίες γεννήθηκαν από τη στιγμή που δημιουργήθηκε ο άνθρωπος. Που, αν τις αναλύσεις βαθιά, είναι πάντα ίδιες (το ξαναλέω), μπορεί σε κάποιους να αυτοκαταργούνται, αλλά δεν καταργούνται, απλώς εμπλουτίζονται. Σε ένα πρώτο επίπεδο είναι το αναπάντητο πάντα ερώτημα του ‘»ποιος είμαι και τι με τραβά», που μας διχάζει όσο διχάζει ο άνθρωπος και η καταγωγή του. Μιλάω για τις φυλές…
Γιατί η ποιητική φλέβα, που υπάρχει στον άνθρωπο, άσχετα αν δεν βγαίνει πάντα, έχει πάντα τις ίδιες καταβολές και το ίδιο «τέλμα». Ένα τέλμα που δεν θα έρθει ποτέ. Γιατί οι άνθρωποι είναι εδώ. Και πάντα θα γράφουν, πάντα θα δημιουργούν. Και θα μιλούν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, για τις αγωνίες τους. Σε Δύση και Ανατολή. Που τον Έλληνα τον απασχολεί η Δύση. Γιατί εκεί νιώθει πως εντάσσεται, κι έτσι η Δύση τον αφορά.

 Παίζει και ένα ρόλο το θρησκευτικό γίγνεσθαι της Δύσης… Όσο και αν οι περισσότεροι έντεχνα αποφεύγουν τη θρησκεία. Και οι ποιητές είναι οι πρώτοι διδάξαντες. Αλλά για να αποφεύγεις κάτι, να το δέχεσαι ή να το απορρίπτεις, πρέπει πρώτα να έχεις μπολιαστεί με αυτό.

Πενήντα ένα ποιήματα δυτικής μορφής, δυτικής νοοτροπίας από πενήντα ένα ποιητές του καιρού μας, πάντα Έλληνες, χωρίς να έχουν δεχτεί ποικιλώνυμες φανφάρες και χωρίς να μπορούν (και αυτό ούτε κατά διάνοια) να μπουν στην τάξη των λεγόμενων ευνοημένων ποιητών, άρα και βολεμένων. Από ένα σύστημα που πάντα δίνει βραβεία στο «σινάφι». Και κάποιοι αυτό αυτούς που θεωρούνται σινάφι γύρισαν –προς τιμήν τους– τα βραβεία πίσω. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και ο Σάρτρ για παράδειγμα…

Ποιητές ψυχής που δεν τους αφορά η φήμη, κάποιους από αυτούς ούτε η υστεροφημία, γράφουν για να εκφράσουν το μεράκι και την «κάψα» της ψυχής τους, και είναι αυτό που κάποτε έγραψε ο Νίτσε σε ένα ποίημα του. «Τρελοί μονάχα, ποιητές μονάχα», τρελοί με ποιητικό στόμφο που θυμίζει αυτοέρωτα ή έρωτα, και ποιητές με αυτό που είναι ο έρωτας. Μια βαθιά ερώτηση για την ύπαρξη…

Δεν τους είπαν ποιητές της αμφισβήτησης στο σύνολό τους. Κάποιοι τους θεώρησαν ως «τίποτα», τους πρόσθεσαν τα «χίλια μύρια», οτιδήποτε «κουλό» μπορείτε να φανταστείτε, με ή χωρίς κριτήριο και έννομο συμφέρον. Αλλά αγαπητοί μου αναγνώστες, πιστέψτε με: σε μια χώρα που η απροσδιοριστία του νοήματος επικρατεί, όλα είναι ρευστά. Ακόμα και αυτό το σιχαμένο: ποιητές της κρίσης. Που στην Ελλάδα, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, πάντα κρίση είχαμε.

Υ.Γ.: Οι αναφορές σε ονόματα δημιουργών που δεν περιέχονται στην εν λόγω ανθολογία (και αυτά προς επεξήγηση του Επιμέτρου) είναι άκρως σκόπιμες και ηθελημένες. Γιατί οι ζωντανοί σε παίρνουν στο κυνήγι… Και οι καιροί είναι πρόστυχοι…

Κορωπί Αττικής, Καλοκαίρι 2018

*Το παρόν κείμενο που αποτελεί το επίμετρο του βιβλίου που παρουσιάζεται εδώ, αναδημοσιεύεται από εδώ: https://exitirion.wordpress.com/2020/04/04/nikos-lekkas-poems-adrift/?fbclid=IwAR0U0DJ_Yr4PLFfXJ0PAPR21_C9Eo0s4Gwl_3jp7Dc80Stye2dT9jD_VZgQ

Μαρία Θεοφιλάκου, Οι άνθρωποι θέλουν να σου μάθουν

“The Mediterranean Route”, Miratovac, Serbia 2015 – photo by Moises Saman / Magnum Photos

Ω ναι, «πέφτει βροχή,
διψάνε οι καρδιές», μικρή μου Αριάδνη
Το δέρμα των ανθρώπων
Τα χώματα το μίσος
Η δύναμη της ποίησης
Τα λίγα χέρια τεντωμένα σε βοήθεια
Όλα, μπλεγμένα σ’ ένα μακρύ
Αγκυλωτό συρματόπλεγμα
Που όσο πάει το χαϊδεύουν
Στάλες αίματος

Αυτό το πρωί
Που εσύ έβγαλες το πρώτο σου στιχάκι
Στην ηλικία των πέντε ετών
−τόσο μικρή−
Βροχή έπεφτε
Πάνω στον γκρεμισμένο κόσμο

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2020/04/blog-post.html?m=1&fbclid=IwAR1yHHVFUSsv2DIfy-C45x-OVc8JjZlGZ422uHON6KpApXgGXyptdbdDbKk

Αντώνης Τσόκος, τυφλός ήλιος

Ούτε απόψε

χρειάστηκα τα μάτια μου.

Τα έβγαλα πέρα μια χαρά
με το σκοτάδι.

Ποιος είναι αυτός

που βρέχει το χορτάρι

κάθε απόγευμα;

Θα τον μαντέψω

να του κάνω το τραπέζι.

Έτσι απότομα

που έσβησε η μέρα

το μεσημέρι

δεν αντάμωσε το δείλι.

Αν φανταστώ το φως

θα ξημερώσει.

Προτού χαράξει

θα βάψω τα παράθυρα γαλάζια.

Τυφλός ο ήλιος θα πιστέψει

πως μετοίκησε ο ουρανός.

*Από τη συλλογή “Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Βασίλης Νικολόπουλος, Ιστός από νάιλον

Ακουγόμαστε από μίλια μακριά

μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι οικείο και ξένο
Ένα κράμα λύπης, συμπόνιας

τρόμου και επανάστασης,

ξεφτίλας και προτροπής

Ένας πολτός από μυαλό και αίμα

Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν γνωρίζει τον άλλον

πό το πρώτο φως μολυσμένοι

Ατυχήματα

ατυχήματα

ατυχήματα

Λάθη, εξουσίες

Κινούμαι με την πλάτη στον τοίχο

για να βγω στη γωνία

Σαν παλιά πολεμική μηχανή,

ενέδρα στην ενέδρα

Παρωχημένες αξιολογήσεις και μπουρδολογία

Ξεφορτώνομαι τα βάρη

μα δεν λέω να πάρω ύψος

Απ’ άκρη σ’ άκρη

ένας ιστός από νάιλον

Άκρη πουθενά
Η ψυχή δεν μετριέται με χρόνο

Με χρόνο μετριέται η τρέλα

Πόσο θ’ αντέξουμε;

Ακουγόμαστε από μίλια μακριά

Ο έρωτας επαναστατεί

Οι σκάλες ποτέ

Ούτε τα κούφια ασανσέρ και τα κοινόχρηστα φώτα

Η Πομπηία έγινε στάχτη

Στάχτη στα μάτια μας

Με κολλύρια στις τσέπες από παιδιά ακόμη,

η ενοχή εκεί να μην ξεβγάζεται

ανάκατη με στραπατσαρισμένες κουβέντες

Σχολεία, εκκλησίες, οικογένειες

Εργαστήρια φόβων

Πάρκο εσύ, Παπαστράτου

λίμνες, κεραίες, ποτάμια και γη

που φεύγουν κάτω απ’ τα πόδια σου

Πάμε το ποίημα απ’ την αρχή,
ειδάλλως να φύγουμε για τα καλά προς τα πίσω

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://pernontasmeportokali.wordpress.com/2020/04/02/%ce%b9%cf%83%cf%84%cf%8c%cf%82-%ce%b1%cf%80%cf%8c-%ce%bd%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%bf%ce%bd/
Η φωτογραφία της ανάρτησης από το cignialo.gr

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 136 (ο δρόμος όταν δεν ανάβουν τα φώτα)

Ένα
μόνιμο σημάδι
από σιωπή
και το παράθυρο
στο κακό μέρος της πόλης,
ένας χαλασμένος
άνεμος,
ένα ραδιόφωνο παλιό
και να
κρέμεται ανάποδα ένας θεός από τη μπλούζα μου,
παράξενο ζευγάρωμα,
τρώω
σήμερα,
πεινώ αύριο,
κι έτσι ξυπνούν τα αγκάθια
στο βρώμικο
χαλί,
το πατώ γυμνός
και κοιτώ έξω το θάνατο των αναπνοών.
~
(alexmil)

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται αοπο εδώ: https://alexandrosmilioridis.wordpress.com/2020/04/11/νο-136-ο-δρόμος-όταν-δεν-ανάβουν-τα-φώτα/

Κάναμε τόσοι πολλοί τόσο λάθος;

Ο πολυβραβευμένος Ελληνοαυστραλός συγγραφέας Χρήστος Τσιόλκας, γράφει για το πώς βίωσε ο ίδιος το ξέσπασμα της πανδημίας

Φώτο: AAP /Tracey Nearmy

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΕΛΕΝΗ ΚΟΡΟΒΗΛΑ*

«Αυτός που δεν έχει ζήσει στα χρόνια πριν από την Επανάσταση
δεν γνωρίζει τη γλύκα της ζωής».
Ταλεϋράνδος

Διανύουμε μόλις την έκτη μέρα του αυτοπεριορισμού. Πέρασε λιγότερο από εβδομάδα από όταν προλάβαμε την πτήση Λονδίνο–Ντουμπάι και μετά Ντουμπάι–Μελβούρνη; Ο COVID-19 έχει κάνει πολλά πράγματα. Αυτό που μας στοιχειώνει -και είναι το χειρότερο- είναι οι ζωές που έχει πάρει, αλλά ένα από τα μεθεόρτια που με έχει ξαφνιάσει περισσότερο είναι η αλλαγή που έχει επιφέρει στην αίσθηση του χρόνου.
Πριν από τρεις εβδομάδες προσγειωθήκαμε στη Βρετανία και αν και αστειευόμασταν που χαιρετιόμασταν ακουμπώντας τους ώμους αντί να φιλιόμαστε, αγκαλιάσαμε και χαιρετίσαμε φίλους, βγήκαμε για φαγητό, μεθύσαμε κι καθίσαμε τουρτουρίζοντας πλάι-πλάι, δίπλα στις θερμάστρες, στην παγωμένη ανοιξιάτικη αγγλική νύχτα. Μέρα τη μέρα, ωστόσο, η αγωνία και ο φόβος μεγάλωναν.
Κατά την πρώτη εβδομάδα, και στη συνέχεια τη δεύτερη, δεχόμουν συνεχώς ιμέιλς από την πατρίδα με ανακοινώσεις για την ακύρωση του ενός φεστιβάλ μετά το άλλο. Μέσα στο τρένο για τη Γλασκώβη, καθώς προετοίμαζα τι θα έλεγα σε μια παρουσίαση, το κινητό μου χτύπησε στη δόνηση και ένα γραπτό μήνυμα με ενημέρωσε ότι ακυρώθηκε και το AyeWrite Festival. Μέσα σε τρεις μέρες στην Σκωτία, διαβάζοντας τις προειδοποιήσεις που κλιμακώνονταν, ο σύντροφός μου ο Γουέιν κ εγώ πήραμε την απόφαση να επιστρέψουμε στο σπίτι.
Είμαστε τυχεροί. Είχαμε κλείσει το ταξίδι μας μέσω ταξιδιωτικού γραφείου και μέσα σε λίγα λεπτά από όταν στείλαμε μέιλ μάς έβαλε σε πτήση που αναχωρούσε από το Λονδίνο σε δυο μέρες. Γνωρίζουμε ότι πολλοί άνθρωποι δεν στάθηκαν τόσο τυχεροί. Οι ιστοσελίδες των αεροπορικών εταιρειών κρασάρουν. Στα τηλέφωνα δεν απαντούν. Το μόνο που θέλουμε είναι να γυρίσουμε στο σπίτι. Στην ουσία της έννοιας του σπιτιού, που εγώ προσωπικά την έχω αμφισβητήσει, και της έχω αντισταθεί και την έχω αντιπαλέψει επί τόσα πολλά χρόνια. Κι αυτή η έννοια έχει αλλοιωθεί εξαιτίας του ιού. Το ξέρω μέσα μου τώρα ότι η Μελβούρνη, η Αυστραλία, είναι το σπίτι μου.
Στο αεροδρόμιο του Ντουμπάι υπήρξε μια παράξενη και θολή στιγμή. Λες και όλος ο πλανήτης συγκεντρώθηκε εκεί. Αυστραλοί και Νεοζηλανδοί, Νιγηριανοί και Γκανέζοι, Πακιστανοί και Μπαγκλαντεσιανοί, Βορειοαμερικανοί και Λατινοαμερικανοί, πολλοί από εμάς κοιτάζουμε τα κινητά μας, τα λάπτοπ και τα iPads, αναζητώντας πληροφορίες για το ποια σύνορα έχουν κλείσει, για το αν πράγματι μπορούμε να πάμε σπίτι. Ορισμένοι στεκόμαστε και ατενίζουμε το κενό, αλλάζουμε συνεχώς θέση στα άβολα καθίσματα βινυλίου, προσπαθώντας να μην αγγιζόμαστε και να μην αναπνέουμε ο ένας κοντά στον άλλο.
Κάθομαι δυο θέσεις πιο μακριά από μια νεαρή γυναίκα, ποζάτη και κομψά ντυμένη με τα μαλλιά της καλυμμένα κάτω από ένα τουρμπάνι στα χρώματα του ουράνιου τόξου. Μιλά στο τηλέφωνό της γρήγορα στα γαλλικά. Τα δικά μου γαλλικά είναι μέτρια, αλλά καταφέρνω να καταλάβω ότι μπόρεσε να πάρει μια πτήση για Λάγος και από το Λάγος θα κάνει ό,τι μπορεί για να φτάσει στο σπίτι. Όπου κι αν είναι το σπίτι. «Το Παρίσι ήταν παράξενο» λέει στο τηλέφωνο. «Τα πάντα ήταν κλειστά, κατεβασμένα ρολά. Δεν το έχω ξαναδεί αυτό».
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, κρυφακούγοντας όσα λέει και κοιτάζοντας γύρω μου τους ανθρώπους που κοιτάζουν τις οθόνες τους, συνειδητοποιώ πόσο περίεργο και γελοίο είναι ότι μέχρι πρόσφατα αλωνίζαμε τον πλανήτη, θεωρώντας την ελευθερία και το προνόμιο της μετακίνησης δεδομένα. Δεν είναι ζήτημα ηθικής αποστροφής αυτό που βιώνω. Δεν είναι ζήτημα σωστού ή λάθους. Είναι περισσότερο η αναγνώριση του παραλογισμού. Στρέφομαι προς τον Γουέιν καθώς επιστρέφει έπειτα από πολύ ώρα στην ουρά για τις τουαλέτες.
«Είναι τόσο άχρηστα όλα αυτά».
«Όχι, πρέπει να πάμε σπίτι. Είναι σοβαρό».
«Όχι, όχι αυτό. Όλα αυτά τα ταξίδια, όλες αυτές οι μετακινήσεις, όλα αυτά είναι άχρηστα».
Επιστρέφοντας στο σπίτι, βρήκα ολόκληρο κατεβατό από μέιλ από αυστραλέζικα λογοτεχνικά φεστιβάλ και καλλιτεχνικούς οργανισμούς που θρηνούν για τις βλαβερές συνέπειες του COVID-19 στον τομέα της τέχνης. Κατανοώ και συμμερίζομαι αυτούς τους φόβους. Είμαι από τους τυχερούς, μια που συντηρούμαι από το γράψιμο. Για τους περισσότερους φίλους μου, όμως, η δημιουργική τους δουλειά συμπληρώνεται από δουλειές στον τουρισμό, το εμπόριο, στο δημόσιο και σε μη κυβερνητικές οργανώσεις. Η απότομη και εκκωφαντική κατάρρευση της οικονομίας, μας έχει διαλύσει όλους. Και όλοι έχουμε φοβηθεί. Τα θέατρα δεν ανεβάζουν πια παραστάσεις και οι κινηματογράφοι έκλεισαν. Οι νέες εκδόσεις σταμάτησαν και τα μαθήματα δημιουργικής γραφής ακυρώθηκαν.
Για ακόμη μια φορά, ο χρόνος έχει συρρικνωθεί και οι αντιπαραθέσεις, η πολιτική και οι συζητήσεις που μας αφορούσαν τόσο, με τόσο έντονο και παθιασμένο τρόπο, μοιάζουν εφήμερες και ασήμαντες. Η ανεργία, το πιο πιεστικό πρόβλημα που μας αφορά όλους. Υπάρχει βέβαια η επιθυμία να αποφύγουμε να μολυνθούμε από τον ιό. Αλλά οι εικόνες χιλιάδων απελπισμένων ψυχών που συγκεντρώνονται έξω από τα γραφεία του Centerlink (υπηρεσίες ασφάλισης και πρόνοιας) είναι που εντείνει τη σφοδρότητα αυτού που όλοι περνάμε και μας βυθίζει πιο πολύ στον φόβο. Οι άνθρωποι που κάνουν ουρές είμαστε εμείς –ο τρόπος που ντυνόμαστε, που χρησιμοποιούμε τα κινητά μας, η διαπραγμάτευση τόσο του ψηφιακού όσο και του φυσικού χώρου– κι όμως είναι κι αυτό ενδεικτικό ενός παρελθόντος που ποτέ δεν είχαμε φανταστεί ότι θα ξαναβλέπαμε: τον απόηχο της Μεγάλης Ύφεσης.
Συγγραφείς και σκηνοθέτες και καλλιτέχνες πάντοτε φαντάζονταν σενάρια Αποκάλυψης, ενώ η κλιματική αλλαγή και οι οξυνόμενες ανισότητες ήταν στο κέντρο του ενδιαφέροντος πρόσφατων έργων τέχνης και λογοτεχνίας με μεγάλη απήχηση. Είτε όμως πρόκειται για την άγρια και μηδενιστική βία του Κόρμακ ΜακΚάρθυ στον Δρόμο ή σκηνές με ζόμπι εξολοθρευτές και σαρωτικές φυσικές καταστροφές που έχουμε δει να επαναλαμβάνονται στον εμπορικό κινηματογράφο, δεν μας είχε απασχολήσει ποτέ ο ενδιάμεσος χρόνος. Γι’ αυτό πιστεύω πως οι μαζικές ουρές είναι ιδιαίτερα τρομακτικές. Μας υπενθυμίζουν ότι δεν είναι ένα απότομο άλμα από το σημείο όπου βρισκόμασταν μόλις –υποθέτοντας πως το μέλλον θα ήταν πάντα σταθερά προοδευτικό και σταθερά επιτυχημένο– μέχρι τη δυστοπική Αποκάλυψη που φέρνει το τέλος του κόσμου. Η ενδιάμεση περίοδος θα διαρκέσει χρόνια. Η ενδιάμεση περίοδος θα είναι η ζωή μας.
Οπότε, ανησυχώ για τους φίλους μου που είναι συγγραφείς και καλλιτέχνες και θεατρικοί συγγραφείς και κινηματογραφιστές. Αλλά είμαι το ίδιο ανήσυχος για τους φίλους μου που είναι νοσοκόμοι και μεταφορείς και υπάλληλοι και δάσκαλοι. Όλες αυτές οι διαφορές που λατρεύαμε και εξιδανικεύαμε μόλις πριν από λίγες εβδομάδες δεν έχουν πια καμιά σημασία. Αυτή τη στιγμή, η κοινότητα αποκτά μεγαλύτερη σημασία από τη διαφορετικότητα.
Μαζί με τα μέιλ που σαν καμπανάκια ανακοινώνουν ακόμη μια ακύρωση λογοτεχνικού φεστιβάλ, ακόμη μια ακύρωση παράστασης, έρχονται και σύνδεσμοι για παραστάσεις ή καλλιτεχνικές δουλειές ανθρώπων που δημιουργούν τέχνη στο διαδίκτυο. Αυτό είναι πράγματι κάτι το αναζωογονητικό αλλά και μια πρόκληση για τη θέληση του καλλιτέχνη να συνεχίζει να παράγει. Ίσως να είναι θέμα ηλικίας ή απλώς διάθεσης αλλά αισθάνομαι μια μελαγχολία με την παραγωγή τέτοιων δουλειών. Μια ορχήστρα δωματίου παίζει σε ένα άδειο αμφιθέατρο, μια ντραγκ κάνει μιμήσεις μπροστά σε έναν DJ σε ένα άδειο δωμάτιο. Αυτό που λείπει, αυτό που είναι οικτρό, είναι ότι χωρίς τη φυσική παρουσία των σωμάτων στο κοινό, οι δουλειές αυτές μοιάζουν με πρόβες. Δεν διαφέρει από τον αγώνα ποδοσφαίρου χωρίς θεατές που είδα για λίγα λεπτά. Το κενό ήταν εκκωφαντικό. Το έκλεισα. Γεμάτος ενοχή, έκλεισα τη μουσική.
Κατά κάποιον τρόπο, μου έχει κάνει εντύπωση πόσο απολαμβάνω αυτή την περίοδο επιβεβλημένης απομόνωσης. Λέγοντάς το αυτό, κατανοώ ότι είμαι τυχερός. Έχω έναν σύντροφο, ένα υπέροχο σπίτι και ράφια γεμάτα βιβλία και δίσκους και ταινίες. Έχουμε φίλους και οικογένεια και γείτονες που φροντίζουν να έχουμε φαγητό στην πόρτα μας και κρασί στο ψυγείο μας.
Δεν είμαι απολύτως λουδίτης: το you tube και το στρίμινγκ μου κρατάνε επίσης συντροφιά. Ωστόσο, οι πιο ικανοποιητικές και πιο χορταστικές απολαύσεις προέρχονται από τον αναλογικό κόσμο. Είμαι στη μέση ενός καταπληκτικού βιβλίου, Η λέσχη των αθεράπευτα αισιόδοξων του Μισέλ Γκενασιά. Ένα τρυφερό ρέκβιεμ για μια γενιά ανθρώπων από την Ευρώπη που ξέφυγαν από τον ολοκληρωτισμό, αντιμετώπισαν την απώλεια και έζησαν εξόριστοι στο Παρίσι. Το είχα δύο χρόνια τώρα στο κομοδίνο μου.
Σήμερα το πρωί χόρευα με το Hiperasia, ένα χαρούμενο γεμάτο εφευρετικότητα άλμπουμ του Ισπανού καλλιτέχνη ηλεκτρονικής μουσικής El Gioncho. Όπως και με το μυθιστόρημα του Γκενασιά, είχα τον δίσκο αρκετό καιρό. Τώρα μόνο τον ακούω με προσοχή. Με τις πολλές και απότομες αλλαγές που έχει επιφέρει ο ιός, το πρόσφατο παρελθόν μοιάζει να είναι έναν αιώνα πριν. Παρόλα αυτά, είμαι ευγνώμων για το τώρα. Τον αληθινό χρόνο. Τον χρόνο που έχει λεπτά και ώρες. Τον χρόνο της υπομονής και της περισυλλογής.
Μου λείπουν οι άνθρωποι. Ο Γουέιν κι εγώ συζητάμε για την εξέλιξη του ιού, τις αντιδράσεις παγκοσμίως αλλά και σε τοπικό επίπεδο, το αβέβαιο μέλλον που έρχεται. Και στους δυο μας λείπουν οι άλλες φωνές, οι άλλες προοπτικές, η ευκαιρία να αντιπαραθέσουμε τα επιχειρήματά μας και να αντικρούσουμε των άλλων. Είναι βέβαια δυνατόν να γίνει αυτό αλλά το Skype πέφτει και χάνεται, ο φτενός ήχος στην άλλη άκρη δεν έχει το ηχόχρωμα της ανθρώπινης φωνής. Η ψηφιακή επικοινωνία επιτείνει τους περιορισμούς και ενισχύει την τάση να μιλάς μόνο με όσους σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο με σένα.
Θα έρθει η στιγμή που θα επιστρέψουμε στον κόσμο, όταν η κοινωνική αποστασιοποίηση θα είναι παρελθόν. Αλλά θα έχουμε μια κατεστραμμένη οικονομία και διαμελισμένες κοινωνίες. Αναπόφευκτα θα δούμε αυτή την καταστροφή και τον διαμελισμό στα βιβλία και την τέχνη που θα παραχθεί. Καθημερινά, τριγυρίζω στο χωλ, στα δωμάτια του σπιτιού, βγαίνω στον κήπο και σκέφτομαι πως πρέπει να γράψω. Αλλά όλες μου οι ιδέες μού φαίνονται ασήμαντες και ανούσιες. Είναι κλισέ αλλά και αλήθεια πως το γράψιμο είναι μοναχική δουλειά. Μόνο τώρα όμως που είμαι σωματικά αποκομμένος από τους φίλους και τους συναδέλφους συνειδητοποιώ πόση υποστήριξη και έμπνευση παίρνω από τις σκέψεις, τις συζητήσεις και τα επιχειρήματά τους. Χρειάζεσαι ένα «δικό σου δωμάτιο» (A room of one’s own), όπως έλεγε η Βιρτζίνια Γουλφ. Αλλά δεν αρκεί. Τέτοιες συζητήσεις θέλω να κάνω.
Πολλοί από εμάς τους συγγραφείς είμαστε προοδευτικοί και αριστεροί, φεμινιστές και αντιρατσιστές. Υπό μια έννοια, ο ιός και οι συνέπειές του μας επιβεβαιώνουν. Η κυβέρνηση συνεργασίας που έχουμε, η οποία επί πολλά χρόνια πετούσε στον κάλαθο των αχρήστων τις εμπνευσμένες πολιτικές της αριστερής κυβέρνησης (Κέβιν) Ραντ, του ηγέτη του Εργατικού Κόμματος (της Αυστραλίας) κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, τώρα παίρνει νομοθετικά μέτρα με σκοπό να προστατέψει την οικονομία.
Τα δόγματα του οικονομικού φιλελευθερισμού που κυριάρχησαν ανά την υφήλιο εδώ και περισσότερα από πενήντα χρόνια έχουν καταρρεύσει υπό το βάρος του επείγοντος και της επιθετικότητας αυτού του ιού.

Ωστόσο, υπάρχει άλλη μια κανονιστική αρχή του φιλελευθερισμού που έχει καταστραφεί από τις τελευταίες εβδομάδες, και αυτό είναι η πίστη στα ανοικτά σύνορα. Καθώς περιμέναμε να φύγουμε από την Ευρώπη, οι χώρες η μία μετά την άλλη έκλειναν για τον υπόλοιπο κόσμο. Υπό αυτή την έννοια, ο ιός και οι συνέπειές του έχουν επιβεβαιώσει τις συντηρητικές φωνές που υπερασπίζονται το κράτος-έθνος. Δεν είναι οι υπερεθνικές δομές που έχουν αναλάβει το έργο της φροντίδας των κοινωνιών. Είναι το έθνος-κράτος. Τόσοι πολλοί κάναμε λάθος; Κατηγορούσαμε άλλους για τις ιδέες τους, ενώ θα έπρεπε να τους ακούμε προσεκτικότερα; Κάθε φορά που ακούγαμε ένα επιχείρημα που αμφισβήτησε τις δικές μας πεποιθήσεις το εκλαμβάναμε ως ρατσισμό και ξενοφοβία; Είχαμε απολέσει την ικανότητα να αμφισβητούμε τις βεβαιότητές μας; Και αν ναι, τι σημαίνει αυτό για τη μυθοπλασία που γράφαμε και τα επιχειρήματα στα οποία τη στηρίζαμε;
Ανησυχώ για την υπέρβαση των κρατικών εξουσιών στην αντιμετώπιση του ιού. Είναι απαραίτητη, είναι ιατρικά και επιστημονικά επιβεβλημένη, αλλά τα μέτρα παρακολούθησης και ελέγχου που εφαρμόζονται είναι βαθιά ανελεύθερα. Άπαξ και θεσπιστούν τέτοια μέτρα ίσως είναι πολύ δύσκολο να αντιστραφούν. Με συγκλονίζει πόσο μικρή βαρύτητα έχει η έννοια της ελευθερίας για τους συνομηλίκους μου. Για μένα μια διαδικασία πολιτικής αφύπνισης ήταν οι πολιτικές για το AIDS. Ορισμένα από τα ωραιότερα βιβλία και έργα τέχνης της δεκαετίας του 1980 προήλθαν από την προκλητικότητα και την αντίσταση στη δαιμονοποίηση των φορέων και τις απόπειρες κρατικού ελέγχου πάνω στα σώματα των ανθρώπων. Αυτή η καχυποψία απέναντι στο κράτος –στα δικαστήρια, στη δικαιοσύνη, στην αστυνομία και στον στρατό, στη γραφειοκρατία και στις εξουσίες της– φαίνεται να μην απασχολεί ιδιαίτερα μια σημερινή γενιά συγγραφέων και καλλιτεχνών.
Ένα αντίστοιχο σοκ ήταν η σχεδόν αποσιώπηση των ευθυνών του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας. Άλλες κυβερνήσεις έχουν κάνει λάθη ή έχουν αναγκαστεί να αναδιπλωθούν από αρχικές τους αποφάσεις, αλλά το ΚΚΚ υπήρξε ο χειρότερος υποκριτής σε αυτή τη σύντομη ιστορία του COVID-19. Στην αρχική τους απερισκεψία να κάνουν ότι δεν βλέπουν τις συνθήκες εκείνες που επέτρεψαν την επώαση της νόσου όπως και στην τρομακτική καταπίεση που επεβλήθη στους ίδιους τους πολίτες τους στη συνέχεια.
Ανησυχώ για το γεγονός ότι εμείς οι συγγραφείς και οι καλλιτέχνες μέσα στην οργή μας υποτιμήσαμε πολλά πράγματα κατά την τελευταία δεκαετία, σκαρφαλώνοντας στους ίδιους άτιμους ανεμόμυλους. Και ίσως το πώς καταλαβαίναμε την ιστορία ήταν εξίσου θλιβερό. Το μεγαλύτερο δώρο που μας προσφέρει η ανάγνωση της ιστορίας είναι ότι μας προκαλεί να αμφισβητούμε βεβαιότητες. Ίσως αυτή είναι η συζήτηση που πραγματικά ανυπομονώ να κάνω. Μετά τους τελευταίους μήνες, μετά από αυτούς τους μετασχηματισμούς, μπορεί ένας συγγραφέας ακόμη να ασπάζεται βεβαιότητες;
Όταν θα αναδυθούμε από την απομόνωση, ο κόσμος θα είναι μικρότερος και οι ορίζοντές μας τοπικοί. Προτεραιότητα θα έχει η αλληλεγγύη και η βοήθεια στους άνεργους. Καθετί άλλο δεν θα είναι ασήμαντο, θα είναι όμως δευτερεύον.
Ελπίζω, επίσης, να αναδυθούμε πεινασμένοι για επιχειρήματα και συζητήσεις και διαφωνίες. Ελπίζω τα γραπτά μας και η τέχνη μας να θέσουν περισσότερα ερωτήματα και να μην προσποιούνται ότι έχουν όλες τις απαντήσεις.

*Ο Χρήστος Τσιόλκας γεννήθηκε στη Μελβούρνη το 1965. Παιδί Ελλήνων μεταναστών, έχει χαρακτηριστεί «ένας από τους κορυφαίους σύγχρονους μυθιστοριογράφους της Αυστραλίας». Το φθινόπωρο του 2009, με το μυθιστόρημά του Το χαστούκι (“The Slap”), κέρδισε
το βραβείο του καλύτερου συγγραφέα των χωρών-μελών της Βρετανικής Κοινοπολιτείας, ενώ το 2010 με το ίδιο μυθιστόρημα
ήταν υποψήφιος για το βραβείο Booker.
Το άρθρο του με τον τίτλο “Were so many of us wrong?” δημοσιεύτηκε στη Sydney Morning Herald, στις 3 Απριλίου 2020.
**Πηγή ελληνικής μετάφρασης: https://www.bookpress.gr/