Γιάννης Αλεξανδρόπουλος, 4 ποιήματα

Σοφία Περδίκη, Στη λίμνη

Ι
Η σιωπή της σκέψης μου
δίκτυ απλωμένο πάνω από τις ηλεκτρικές πόλεις
νάρκωση χάρισμα στα μάτια

Πίσω από τους χτύπους των ρολογιών
η πανίδα των παραμορφωτικών φακών
στροβιλιζόμενες λάμψεις, γεννήματα επιληπτικά
παρενθέσεις φωτός σε θόλο αιμόπτυσης

Στον πυθμένα της θρυμματισμένης μνήμης
γραμμοσκιάσεις ταλαντώνονται
αφιλοκερδώς μουντζουρώνουν
τη σιωπή της σκέψης μου

II
Δεν αποσκοπεί το όνειρο
να τραβήξει την ελπίδα από τα βλέφαρα

Μηρυκάζει το ζώο τη βλάστηση των άστρων
σ’ ένα παιχνίδι διωγμένο από τα πλαστικά δίκτυα
της αδράνειας

Μαργαριταρένια η κόμη μας
λουλούδι μοβ σε γυάλινο κλουβί

III
Γραμμοσκιάσεις στο τσόφλι του αυγού
Μάτια ακροδάκτυλα στις διαδρομές του φωτός
Στο απόστημα του χρόνου
Στην κηλίδα της σιωπής
Κρυμμένη η μορφή σου

Σφήκες βουίζουν στο μυαλό μου
Η Περσεφόνη κατηφόρισε
το δρόμο της ψυχής μου
ματωμένο το μάτι της
έπλεκε με τη σιωπή
το εμβατήριο
του τέλους
της ερωτικής ιστορίας

IV
Κι εγώ στην ακρογιαλιά της φυγής
Να πετάω βότσαλο στο άχρονο τοπίο
Στο απόλυτο του χρώματος
Με τα σπασμένα είδωλα
Αναδυόμενα πετρώματα
Του πελάγου και της σφήκας

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 2, Νοέμβριος 2007. Η φωτογραφία της ανάρτησης συνοδεύει τα ποιήματα στο τεύχος του εν λόγω περιοδικού

Tasos Denegris, Two poems in English / Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα στα Αγγλικά

HIGH AND DRY*

I knew that by sounds
And by sounds alone would I reach the moon
The dark side of the moon
Green
Pale green
With the hollow bellies of the quarries
Green
And thus as the sounds grew stronger
Women and children and warriors
Began arriving from all directions
Clutching uprooted shrubs in their left hand
And wooden lances or goldfish in their right
To hear and see the priest.

And as the sounds grew steadily more remote
Sometimes the heavy tread of the tiger
On the blackened crops
Sometimes a mathematical thought perfect
As a spider’s web
And everything frozen
Bells and icicles
Then the spirit came down
To purify the hate
And we touched the green rind of the moon

Saturday, 8 February 1964

*(Title originally in English)

***

IMAGES FROM AN EXCURSION

Boeotia

The poplars present arms
As we pass by at high speed
Above the lake that became a meadow
And instead of rowboats and caiques
A chrome-plated tractor lumbers by.

Pelion

Bare branch
Like the string of a violin broken In the air
And the dogmatic glory of the open sea.
Polyhedral landscape
The Aegean to the right And to the left
Mountains rising up, martial songs
In the green majority
Yellow plane trees
And chestnuts with leaves of copper
Alleluia.

12 December 1976

*From the book “Tassos Denegris, Selected Poems”, Shoestring Press, 2000. English translation from Greek: Philip Ramp.

Αργύρης Χιόνης, Απορίες

Τι νιώθει η έρημος
όταν μακρινός άνεμος
αποθέτει πάνω της ένα σπόρο;

Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι;

Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;

Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου;

Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε
ότι υπάρχει μόνον ένα μέγεθος θανάτου;

Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα
ότι ο κόκκος άμμου είν’ αδερφός τους;

Η μετάνοια θυμάται αλήθεια
ότι κάποτε λεγόταν τόλμη;

Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει
ξέρουν ότ’ είναι δυό γλάροι που ζυγιάζονται
πάνω από το κενό της έλλειψης;

Πώς νιώθει τάχα η νύχτα
μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί της
ωραία ή σημαδεμένη;

Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται;

Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ’ το προσκέφαλό του
περίστροφο ή όνειρα;

Τα πούπουλα του μαξιλαριού
ονειρεύονται ακόμα τα ύψη;

Πώς πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος
πώς τρίζει η ψυχή του ερημίτη
όταν την αγγίζει ο θάνατος
τι κρότο κάνει ένα δέντρο που πέφτει
όταν κανείς δεν είν’ εκεί για να τ’ ακούσει;

Είναι το σκοτάδι που ‘ναι τυφλό
ή το φως που σκοντάφτει πάνω του;

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://elikonia-xpsofias.blogspot.com

Νο 138 (… τίποτα εδώ)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

Παντού
τα παράθυρα κλειστά,
σαν
ο χρόνος να ομολογεί,
υπάρχει μέσα στο μυαλό η καρδιά του κόσμου,
να σκεφθώ
ένα βιολί και το χορό,
μήπως και ο ουρανός ζεσταθεί,
αλλά θρυμματισμένες
τέφρες
περπατώ
και είναι τόσο κουραστικό που τα μάτια κλείνω,
~
γίνομαι
σαν παιδικά καλοκαίρια,
μια αναμονή
με τα μεγάλα της δόντια,
πόσες μέρες ακόμη μέχρι το μεγάλο ψέμα;
οι ταφόπλακες
πληθαίνουν,
νανουρίζει ο χρόνος,
πέφτει
πάνω μου,
στέλνει το ρόλο μου,
κι εγώ να κάνω πως τεντώνω τα πόδια.
~
Λυγίζει
η γέφυρα του χρόνου,
όταν το βάρος της ψυχής γίνεται ένα δάκρυ στις καλές στιγμές,
και μετά,
αυτή η ξαφνική έκρηξη
οργής,
με τη χειρότερη λέξη να μην έχει ακόμη ειπωθεί·
κι εγώ τι να πώ,
επιμένω
στη θλίψη,
μετρά την απόσταση από τη σιωπή,
μαλακώνει
το σκληρό μου χέρι.
~
(alexmil)

View original post

Kenneth Rexroth, Ταξιδιώτες στο Erehwon

Andree Dutcher Rexroth Painting-Dorothy

Ανοίγεις το
Φόρεμά σου πάνω στο σκονισμένο
Κρεβάτι όπου κανείς
Δεν κοιμήθηκε χρόνια τώρα
Μια κουκουβάγια θρηνεί στη στέγη
Λες
Αγάπη μου δικιά μου
Αγάπη
Στο καπνισμένο φως της παλιάς
Γκαζόμπαλας οι ώμοι σου
Η κοιλιά τα στήθη οι γλουτοί
Είναι σαν άνθη ροδακινιάς
Τεράστια άστρα πολύ μακριά πολύ χώρια
Έξω απ’ το σπασμένο παραθυρόφυλλο
Τεράστια αιώνια ζώα
Όλα μονόφθαλμα
Κοιτάζουν
Που ανοίγεις το σώμα σου
Κανένα τέλος στη νύχτα
Κανένα τέλος στο δάσος
Σπίτι εγκαταλειμμένο μια ολόκληρη ζωή
Στο δάσος στη νύχτα
Κανένας δέ θά ‘ρθει ποτέ
Στο σπίτι
Μόνος
Στο μαύρο κόσμο
Στη χώρα των ματιών

*Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τραμ – Ένα Όχημα”, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 1978—Δεύτερη Διαδρομή —Δέκατο τεύχος.

Καρίνα Βέρδη, Αναστάσιμες κορδελιάστρες

Αναστάσιμες κορδελιάστρες
Άπαχες
Λεπρές τύψεις προδοσίας
Ηδονικές, σαρδόνιες διακυμάνσεις
Ηθικής-παρανομίας.
Η γοητεία της περιγραφής έγκειται στο ότι δεν θέλεις να τελειώσει
Η Αθηναϊκή βεγγέρα κι έτσι τραβάααει τραβάααει…
Ώσπου να ξημερώσει.
Δυστυχώς,
Δεν υπάρχει άπειρο
Έρχεται πάντα το πρωί
Η καθημερινότητα σου τσακίζει τα κόκκαλα
Ενώ η νύχτα,
γεννιέται ώρα οχτώ
και μέχρι να ξεφτίσει
Είναι μια μεγάλη ντίβα του πενταγράμμου
Που κάθε βράδυ γιράσκει
Αεί διδασκόμενη.

*Από τη συλλογή “Ηλεκτρικό Βυσσινί”, Εκδόσεις Όστρια, 2018
**Β’ Βραβείο Ποίησης στην κατηγορία «ελεύθερο θέμα», του διαγωνισμού Ε.Π.Ο.Κ., 2017.

Λίνα Βαταντζή, Εσπερινός

Τα βράδια του Απρίλη

όταν μόλις έχει χαθεί

η λαμπρότητα της δύσης

Ερωτεύομαι το φως

καθώς αγκαλιάζει το βουνό

έχει υφή υπερκόσμιας αγνότητας

η λάμψη του ουρανού υποχωρεί

αμαχητί στο δειλινό

Παραδίνεται τελετουργικά

στο επερχόμενο σκοτάδι

ο κόσμος αλλάζει μορφή

σχήματα και συναισθήματα

αεικίνητα

στο κατώφλι της νύχτας

Τα άνθη αναδύουν το δυνατότερο άρωμα

Οι νοικοκυρές σφαλίζουν τα στόρια

Η ψύχρα στέλνει τα παιδιά στο σπίτι

Οι λάμπες του δρόμου αλλοιώνουν
την μυσταγωγία

Η αλλαγή ισορροπεί αθόρυβα
το αίμα γίνεται γαλήνιο

προσαρμόζεται στην τρυφερότητα
του φωτός

που σβήνει, αργολιώνει


Με παραδίνει στη νύχτα
η ανάσα

μικραίνει και υγραίνεται

όπως τα φύλλα του κήπου

όπως τα κλαδιά του βουνού

Και στο στήθος μου

ορμά σκοτεινός εναγκαλισμός.

Δημήτρης Π. Παπαδίτσας, Νυχτερινά

Φώτο από την ταινία “Euridice- Ba-2037” του Νίκου Νικολαΐδη

I

Ν’ ακούς πάντα

Ν’ ακούς το μεγάλωμα της νύχτας

Ν’ ακούς των χεριών τον ψαλμό το ξεκόλλημα της πέτρας

απ’ τον τοίχο

Ν’ ακούς το φυτό που τρίζει το πρωί, το μεγάλωμα της

νύχτας στο δέρμα

Ν’ ακούς τον αγέρα στων πουλιών τα κόκαλα

Ν’ ακούς του πουλιού το δρόμο την αγάπη του σπιτιού του

νερού το φως

Ν’ ακούς των ματιών τη δόνηση καθώς απ’ τον ορίζοντα

γυρίζουν

Και ακινητούν σ’ άλλων ματιών την αιώρα

Ν’ ακούς της φωτιάς τον πανικό, του ζώου το θρήνο

Το άχυρο που καίγεται στον ήλιο

Τον ήλιο ν’ ακούς που δέρνεται απ’ το φέγγος της σταγόνας

Ν’ ακούς του άστρου το χρώμα

Ν’ ακούς του άστρου την ευωδιά που ο κόσμος την ανάσανε

κι έγινε περιβόλι

Ν’ ακούς στην ερημιά το χοροπηδητό της ρίζας

Ν’ ακούς μες στους θορύβους το ψιθύρισμα του νου που τον

καρφώνουμε στον τοίχο

Ν’ ακούς τα μαλλιά τα φρύδια το μέτωπο και τη θλίψη τους

Όπως όταν ακούμε στο μυαλό μαχαίρια ν’ ακονίζονται

Ν’ ακούς τα χέρια ή τις παρειές που είναι μες στα χέρια

ζεστές και τρέμουν

Ν’ ακούς την τουφεκιά που αστοχεί όμως που κόβει σε δυο

τα πάντα
Κι ύστερα ο ύπνος πάλι τα ενώνει

Ν’ ακούς της χαραμάδας την οδύνη που ευρύνεται να

πεταχτεί ο Θεός

Ν’ ακούς το Θεό μες στο φόνο σαν το φλουρί στη νύχτα

Σαν την αστραπή πάνω στο φλουρί
Την καρδιά ν’ ακούς

Ν’ ακούς τον ουρανό που σαλεύει στου εμβρύου τον ύπνο

Την καρδιά ν’ ακούς που γεμίζει τον κόσμο παιδιά κι άλλα

φεγγάρια

Ν’ ακούς στο χώμα το άλογο, στο χώμα το σκάψιμο, την

πληγή του νερού

Το τρίψιμο του αλόγου στον αέρα

Ν’ ακούς πάντα.

* Δ. Π. Παπαδίτσας, Ποίηση, εκδ. Αστρολάβος/Ευθύνη.

Πόπη Αρωνιάδα, Δύο ποιήματα

Οφθαλμαπάτες

Η γύμνια σε φόντο μαύρο δυνατό!
Φυλακισμένος ο κυκεώνας των χρωμάτων
σε μια ακτίνα μείξης
κι αυτά, τα σφιχτοφασκιωμένα,
τροφαντά μπουμπούκια γλυκοκοιτάζουν
τον ανοιξιάτικο ήλιο,
λαχταρούν το αναλίγωμα του μαύρου!

Δαιμόνια φιδογλυστρούνε γύρω της,
στήνουν χορό, σε φόντο θολό,
κερένια χέρια, διάφανα, λευκά,
λύνουν τα μάγια, φίδια πολύχρωμα,
κερδίζουν τα μάτια και λάμπει φωτιά.
Η γύμνια άφαντη, όμως στέκει εκεί,
από πρωταγωνίστρια κομπάρσος,
νεκρό φύλλο που χορεύει
στις ορέξεις τ’ ανέμου.

Το αίμα των θανάσιμα πληγωμένων θεών
βάφει με χρώματα απαλά την ανατολή
του ήλιου της αλήθειας.
Ακτίνα ξίφος μπήκε βαθιά,
η ψυχή γονάτισε, υποκλίθηκε,
άρχισαν να χύνονται απ’ τα βάραθρα
χρώματα κι αρώματα
κι η γύμνια στεφανώθηκε θεά!

***

Επίχρυσα

Απομεινάρια από φως
λαίμαργα η ηδονή ρουφάει,
λίγο πιο πέρα
πάνω απ’ το δεντρολίβανο
φτύνει το αίμα τη σκουριά,
τις κάλπικες φιλοδοξίες,
πεσμένα αστέρια κάνει
μια χαψιά, τ’ αναπνέει.
Παλιός,
παμπάλαιος ουρανος
βλέμμα συννεφιασμένο
τα δάκρυά του
τρέχουν στα μαλλιά
κι εκείνα τ’ αποβάλλουν
μέσα σε μυρμηγκοφωλιές
καταστροφή αρμενίζουν.
Πέλαγα αναστεναγμοί
τις φυλλωσιές γκρεμίζουν,
χαμόγελα δειλά
δείχνουν τα σάπια δόντια
δείγμα πορνείας αιματηρής
προσμένοντας
αγγίγματα γλυκά
φιλιά επιχρυσωμένα.
Κι αν με ρωτήσουν
πού είναι τ’ άσυλο το ιερό
θα πω δεν ξέρω,
φοράω μόνο
στο πέτο την καρδιά!

*Από τη συλλογή “Ιστοί βαθιάς αλήθειας”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Μάρτης 2015.

Μαρία Πανούτσου, Δίπτυχο

Νίκος Δραγούμης, Η οροσειρά Λεζ Αλπίν στο Σεν Ρεμύ της Προβηγκίας, γκουάς σε χαρτί, ιδιωτική συλλογή

Τον καιρό του κορονοϊού, θυμάμαι εγκλεισμούς ανθρώπων.
Ο εγκλεισμός είναι ανθρώπινη ιδιότητα

Ημερολόγιο εγκλεισμού

Στον ζωγράφο Νικόλαο Δραγούμη
(1874-1933)

Aυτόν τον αδικημένο

…..Στην Προβηγκία, στην Προβηγκία.
Κάτω απ’ τον ήλιο να σου θυμίζει Ελλάδα. Φτωχέ μου ζωγράφε. Βρήκες το χρώμα και τις ξεκάθαρες γραμμές,την αθωότητα που ο θεός χαρίζει,την προδοσία που ονόμασες αγάπη. Φυλακισμένος εξ αρχής, φυλακισμένος πριν από όλα. Ξεριζωμός ψυχής.

Μικρές κουβέντες, μικρές ψυχές, δοσμένες στην χρησιμότητα σε πρόδωσαν. Και εσύ σεβαστικός, καρτερικός, μέχρι που το έρμο μυαλό σου ξεσπάθωσε επάνω σου, σαν τον σκορπιό που αυτό- δηλητηριάζεται, μάρτυρας εσύ του εγκλεισμού, εσύ ο μοναδικός.


αχ Νικόλαε,

πως η ψυχή μου σε νοιώθει

και ένα δάκρυ για σένα κυλά

το γυμνό ηλιοκαμένο

κορμί σου, σχεδόν σαν μούμια
ένα τοτέμ

κάτω απ’ το φως

μιας άλλης πατρίδας

Φόντο ο ασβεστωμένος τοίχος

της χτισμένης καλύβας,

γίνεται ένα με τα Φαγιούμ

ένα, με τις εικόνες των αγίων

ο αποτυπωμένος σε σελιλόιτ

εγκλεισμός σου

Αλήθεια, να ρωτήσω ήθελα…
ποιο ήταν το μυστικό της αντοχής σου;

και έγινε ο εγκλεισμούς το χάρισμα για σένα;

αχ Νικόλαε,

εκεί που σεργιανά η ψυχή σου

άκουσε τι σου λέω..

έζησες πιο πολλά και ωραία

απ’ ό,τι πολλοί άνθρωποι

ησύχασε την ψυχή σου τώρα …

(σου άνοιξαν πόλεμο και εσύ δεν τον αναγνωρίζεις

νόμισες πως πόλεμος σημαίνει μόνο πείνα και αίμα)

Καθώς σου γράφω,

σφηνώθηκε στο μυαλό μου, η ημερομηνία του θανάτου της Λύντιας*

-γιατί άραγε-

το 1941 που ήρθε και η ολοκλήρωση της επίγειας ζωής σου.

Επίλογος
Ίσως η παγωνιά, η παγωνιά, η παγωνιά, είναι η απάντηση στην παγωνιά.

Οι απλοί των λαών του κόσμου, αν τους αφηγηθώ την ιστορία σου, θα κλάψουν και αυτοί.

….Εσείς οι αισιόδοξοι φέρτε μου πίσω τις ψυχές που θυσιάζετε.

Εγώ πάντως χώρισα τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες. Σε εκείνους με τα στάχυα στην αγκαλιά και σε εκείνους με τα δρεπάνια στα χέρια.

*Lydia Borzek, ρωσίδα ζωγράφος, σύντροφος του Δημήτρη Δραγούμη

Αθήνα – Απρίλιος 2020

—-

Με κάθετο τον ήλιο

Σε ό,τι φαίνεται ακατόρθωτο

Σε δύσκολες εποχές μαχαίρια βγαίνουν

με κάθετο τον ήλιο,

στολές φορούν οι άνδρες

και οι γυναίκες υψώνουν τις ψωλές που δεν έχουν

ανεμίζουν τις γλώσσες τους

και μιμούνται τα αρσενικά μαμούδια.

Αλλοίμονο την πρόοδο και τις σχολές που φτιάχτηκαν

και τα νερά και τα βουνά

τα ίδια που μαράθηκαν

σαν τις μανόλιες κάποια χρόνια αναλαμπής

που βγήκαν καμαρωτές και φώναζαν

και τα παιδιά και αυτά μαυρίσανε

από τις γνώσεις τις πολλές

απ’ αγκαλιές που κρύβανε τους στίχους

Στις δύσκολες στιγμές

οι ποιητές μαχαίρια βγάζουν

με κάθετο τον ήλιο

κι’ οι κιμωλίες γράφουν την καταδίκη

σε αθώους και φονιάδες

ελάτε εσείς ουρανοί και σκοτεινιάστε

τούτο το αστέρι για μια στιγμή,

να ξαναρχίσει ο παλμός – στροβιλισμός

και ο δερβίσικος χορός.

Ένα αρνί προσμένει την σφαγή

γιορτή της άνοιξης σημάδι,

το αίμα καθαρίζει πιο πολύ

κι από το τρεχούμενο νερό

κι άσε,

την ξεβρασμένη Μήδεια και Λαίδη Μάκβεθ

να πλένεται ολημερίς και ολoβραδίς.

Σε δύσκολες εποχές

και τα πουλιά πετούν μακρυά

μπας και σωθούν

και όπως ο Τειρεσίας μονολογεί από τάφο

αρρώστησε η πόλη απ’ το δικό σου το μυαλό *

Σε ποιόν αλήθεια απευθύνεται;

Ποιόν έχει στης γλώσσας του, την άκρη;

*Τειρεσίας στην Αντιγόνη του Σοφοκλή.

Αθήνα Μάρτιος 2020