Εσωτερική επικονίαση | Αθανασία Γιασουμή

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Περπάτησα πολύ μέχρι να φτάσω μέσα μου·
επιτέλους, μπορώ να δω τον δρόμο μου ν’ ανοίγει
λωτός, θαρρείς, και πολυπέταλος στην όψη
μ’ όλες τις ράτσες να ευωδιάζουν χρώματα,
με τους ανθήρες του να λάμπουν
και να στάζουν γύρη
Τώρα τις μέλισσες μπορώ να θρέψω
για να θρέψουν τους ανθρώπους
Κι αν τις ακούσεις
σαν τις λέξεις να βουίζουν
μη σε γελάσει η φωνή:
θα ’ναι γιατί ζαλίστηκαν απ’ την πολλή σιωπή
μέχρι να βγουν απ’ την κυψέλη.

Δεν εκκολάπτεται στο φως η ομορφιά
κι ας σε τυφλώνει.


εικόνα: Πάνος Κεφαλάς

View original post

Κώστας Καναβούρης, Δύο ποιήματα

ΑΝΕΝΔΟΤΟΣ ΙΣΤΟΣ

Θα σε πιάσω από τις άκρες

Θα σε διπλώσω με προσοχή

Όπως που διπλώνουν τα νυφικά σεντόνια.

Έτσι θα γίνει:

Θα σε πιάσω από τις άκρες

Και δεν θα περισσέψει τιποτα απ’ το λευκό

Ούτε καν ο μαύρος ήχος

Καθώς θα σπάζει το ανένδοτο

Εκεινης της σημαίας της μεσίστιας

Εκείνος ο ανένδοτος ιστός

Που ήταν το κορμί σου.

***

ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΙΝΗΣΗΣ

Το σύνδρομο του αίματος είναι εκείνο το κορμί

Που χάθηκε σαν κύκνος, κύκνος λευκός

Χωρίς ελπίδα δηλαδή.

Δεν πάει πουθενά

Εδώ μένει το κατάλευκο λευκό των κύκνων.

δεν έχει πιο θάνατο

Δεν έχει πιο απελπισία

Φτερά κλειστά από πάντα

Πώς έγινε;

Πώς έγινε και μέχρι εδώ πεθάναμε;

*Από τη συλλογή “Αποθήκη κατάλοιπων ηδονής”, εκδόσεις Μελάνι, Δεκέμβριος 2018.

Μόνικα-Λεμονιά Αβαγιάννη, Τα κορμιά μας

Τα κορμιά μας γίναν χαλάσματα

από κατεδαφισμένα κτίρια

σε πολέμους χαλεπούς.

Τα κορμιά μας κατακρεουργήθηκαν

σε φράκτες ασφάλειας και

εθνικής υπερηφάνειας.

Τα κορμιά μας γίναν ψάρια

κολυμπούν σε θάλασσα κόκκινη

κόκκινη από το αίμα μας.

Τα κορμιά μας σάπισαν

στα νερά του Έβρου

και στη λάσπη της Μόριας.

Τα κορμιά μας γίναν βόμβες

στα χέρια του κτήνους

με ρυθμούς ρατσιστικής προπαγάνδας.

Τα κορμιά μας δολοφονήθηκαν

από σφαίρες φασισμού

υπέρ πίστεως και πατρίδος.

Τα κορμιά μας ξοδεύτηκαν

σε απάνθρωπες σχέσεις

και ανέντιμες συνωμοσίες.

Τα κορμιά μας κάποια μέρα

κρίνα θα γίνουν

και θ’ ανθίσουν σε όλη τη γη

με τη σπορά της ελευθερίας.

*Από τη συλλογή “Μπάσα στεριά”, Ιούνιος 2020.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι έργο της ποιήτριας και έχει τίτλο “Απώλεια μάνας”.

Γιώργος Μουρατίδης, Παλίρροια

Ο παλμός της θάλασσας

                          είναι η αιώνια πομπή

που τυλίγει

           τα σκορπισμένα όνειρά σου και τα σφίγγει δυνατά

                      σαν δεύτερη καρδιά

Τα κύματα

           χαράζουν βαθιές γραμμές στο μέτωπό σου,

                 τρυφερά

με το φώσφορο

                του νεόγυμνου φεγγαριού

αποθηκευμένο

                κρυφά, προσεχτικά

ανάμεσα στα

             μισοκαμένα κάρβουνα και τις τσουλουφλισμένες ελπίδες, στις

                                σάπιες πατάτες και τις

ραγισμένες στάμνες γεμάτες

                            σκότο

Τα κύματα καλύπτουν

                      απολύτως τίποτα –

τα ξεσκεπάζουν όλα

                     σαν μωρά με πυρετό,

σου ξεκουμπώνουν

                   το τελευταίο σου πουκάμισο

                                                στα χείλη τους

και σου ράβουνε το στήθος

                            με τη γλώσσα μιας αλήθειας

                                                           ξεχασμένης…

Οι πληγές πού ‘μείναν

                      ανοιχτές

κλείνουν μόνες τους

                     στον ήλιο, στην αλμύρα, και τα φύλλα των βιβλίων

                          που αδιάστηκαν στις μπαλωμένες τσέπες σου – σε

χωράφια και οικοδομές, σε φάμπρικες, λιμάνια – γίνοτνται

                                 βάρκες

με ‘να καλοκαιρινό σούρουπο που

                                   πιάνει ία χάρτινα πανιά τους

εκεί που ταξιδεύουν

                     μεσ’ στου κήπου τ’ αυλάκια ανάμεσα στις πιπεριές

                       και τα φασολάκια

ΒΩΜΟΣ

Απλό το μεσημεριανό τραπέζι,

                              ελιές, ψωμί, και ρέγκα –

το μελωμένο φως

                  απ’ της κουζίνας το παράθυρο απλώνει το τραπεζομάντηλο του

                                 σαν ‘να λαμπρό πανί

που κάνει αυτά τα πρόσφορα

                              χρυσαφένια, σκονισμένα

                                                       με διαμάντι.

Απλός όμως ο ναός

                     και βαθιά η πείνα μα η καρδιά απέραντη,

                        απέραντη και η ελπίδα

                                                που πεθαίνει τελευταία

και οι βαθιές ρυτίδες

                     στην άκρη των σκοτεινών σου ματιών

γίνονται δάχτυλα

                  που σκαλίζουν με ματωμένα νύχια

                                                    την αιματόφορτη γη

ψάχνοντας το πρόσωπό σου

                             χαμογελαστό και να βρίσκουν μόνο ‘να πηγάδι

                                 γεμάτο ξερή νύχτα

με τα βλέφαρα σου κλεισμένα

                              απ’ τα πετράδια μιας αργόπορης αυγής

με ρίζες μπηγμένες

                     στις κόρες σου

                                   ως που

να νομίζεις πως βλέπεις

                        τ’ άστρα ψηλά πάν’ απ’ το κεφάλι σου για να μπορείς να πάρεις

                          άλλη μια ανάσα…

Paolo Ruffini, Breath / Ανάσα

It is in that remote breath,

inside the heart,

that everyone recognizes

his destiny.

The most forbidden dream:

the idea

of an even daily infinity

left by fate

at the body of love.

Surrendered, imprisoned,

to keep intact

its taste,

subtracted from emptiness,

for a long time held in vain,

between the thighs,

but like water

anyway escapes

from the hand.

ΑΝΑΣΑ

Μοναχική ανάσα

μες στην καρδιά

τη μοίρα σου που διακρίνεις

όνειρο απαγορευμένο

έννοια

εφήμερης αιωνιότητα

στα πόδια της αγάπης αφημένη

υποταγμένη, φυλακισμένη

διατηρεί τη γεύση της

απ’ την απώλεια παρμένη

μάταια εγκελεισμένη

ανάμεσα σε δυο γοφούς

και σαν νερό

πάντα της απ’ τα δάχτυλα

μακριά κυλά.

*Translated by Manolis Aligizakis / Μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης.

**Translation Germain Droogenbroodt

http://www.pointeditions.com

*** Αναδημοσίευση από εδώ: https://authormanolis.wordpress.com/2020/10/23/paolo-ruffinis-breath/

Αντώνης Μπουντούρης, Δύο ποιήματα

ΒΙΩΜΑΤΑ

Οι σάτυροι που κυνηγούν τις νύμφες

δραπέτευσαν απο τους αμφορείς

και κυνηγούν τα όνειρα όσων πάθανε πολλά

και τους αποδομούν.

Δακρυσμένες αναμνήσεις κάθε βράδυ

πέφτουν στη λερωμένη χλαίνη τους.

***

ΑΠΛΟΧΩΡΙΑ

Να ξεβοτανίζεις

να φυτεύεις 

να φιλεύεις

ν’ ακούς τον άλλο προσεκτικά

Ίχνος ρυτίδας από το ύποπτο φώς

να μη σέρνεται στα λόγια

Τεντώνει η φωνή προς τα ψηλά

στον καθαρό αέρα

και σπάει

Φωνή που σπάει

λέει αλήθειες

κι είναι ανθεκτική στο φώς.

Θεοδώρα Βαγιώτη, H μακρινή ευτυχία του C major

Το ρημάδι

το φεγγαρόφωτο

μας έφεξε και γλιστρήσαμε

πάνω στ’ άγνωρα χέρια

που στίβουν τη δυστυχία 

των πότηδων on the rocks

/ή μήπως οι βράχοι είναι 

οι πιο αδύναμοι απτόητοι θεοί;

και ξαποστάσαμε κάπως 

διηγώντας την ειμαρμένη, να γελάς

την εγκάθετη σπιούνα των απολαύσεων

την τρισκατάρατη κι αστεία

πως δε γίναμε άλλοι

στην κρίσιμη καμπή της ιστορίας μας

και πως ήρωες σαν εμάς

γεννιούνται ο μ η ρ ι κ ο ί

μα πεθαίνουν στον κτύπο της λ ύ ρ α ς

Με πεταμένο το όπλο στην άκρη του δρόμου

παραδινόμαστε σ’ αυτά, ναι

τ’ άγνωρα χέρια

που μας χάρισαν μέθη, έρωτα ή θάνατο

παρέα με ένα μπουκάλι νοθευμένου αλκοόλ

/το κέφι μας 

/στουπί 

/πωμίζεται 

φωτιά [E minor]

τα άστρα θα μπορουσαν να ειναι τελειες

nefelor's avatarnefelor

Τα άστρα θα μπορούσαν να είναι τελείες.

Σε μια φράση που είπες κάποτε

και θα έπρεπε να την έχεις σταματήσει.

Σε μια πρόταση που δεν τόλμησες να προφέρεις

και θα έπρεπε.

Σε κείμενα αιρετικών πληβείων

που χαλάνε την πιάτσα στις θρησκείες

και σ’ εκείνες τις έξι τρύπες στο σιφόνι του νιπτήρα

που χύνονται τα λίπη του κόσμου τούτου

όταν πλένεις τα πιάτα.

Θα μπορούσε να είναι και οι θέσεις στη ζώνη σου

που σφίγγεις ή ξεσφίγγεις.

Αποφάσισε.

Η πίσω πλευρά από σφαίρες

εφτά εξήντα δύο μιλιμέτρ

που ένας δεινός σκοπευτής τις μετρά

και εσύ προσεύχεσαι να σε πετύχουν.

Είναι κουλ να πεθαίνεις από άστρα.

Με κάποιο τρόπο γίνονται νιφάδες χιονιού

και σβήνουν ως αποσιωπητικά στην άσφαλτο.

Για το τέλος αφήνω την ηδυπαθή τελεία.

Το φεγγάρι στην ολότητά του.

Αλλά αυτή είναι άνω.

Γιατί τίποτε δεν χάθηκε ακόμα.

Εύκολα λέει κανείς τελεία και παύλα

μα εξίσου εύκολα γίνεται και θαυμαστικό.

Ενενήντα…

View original post 3 more words

Δημήτρης Τρωαδίτης, οι τελευταίοι προφήτες της κοσμοχαλασιάς

Λέγαμε ότι ακουμπάμε

την ουτοπία

με στίγματα κόκκινης

και μαύρης

μαρμαρυγής

με κατάργηση

των προϋπολογισμών

και των ενδείξεων

του παράλογου

τρέχουν γυμνά

τα φεγγάρια

της ονειροκριτικής

να προλάβουν

τους ανέμους

τους ούριους

σε μια ύστατη προσπάθεια

ν’ αποφύγουμε

τ’ απάτητα μονοπάτια

τα ιερογλυφικά

της επανάστασης

μένουν στη σιωπή

οι τελευταίοι προφήτες

της κοσμοχαλασιάς

μας κλείνουν την πόρτα

είδωλα οι λέξεις

διασπώνται

σε ακατάληπτα φωνήματα

επιφωνήματα

που χάνουν

στο μέτρημα

Antonio Gamoneda, Αν ένα ρόδο απέραντο…

Αν ένα ρόδο απέραντο μού έσκαγε στο στήθος

και, με το που ερχόταν σούρουπο, άνθιζε στα χείλη μου,

θα μ’ άφηνες (ρωτώ) να σου πάρω πέρα τους ίσκιους

–γιατί ζεις σε ίσκιους– με τα διψασμένα μου χέρια

και με άλογα άγρυπνα που καλπάζουν στο κεφάλι μου

να ρθω να το αποθέσω απαλά στους νυχτερινούς σου ώμους;

Αν ένα κλαδί φωτιάς μπουμπούκιαζε στη γλώσσα μου,

θα μ’ άφηνες (ρωτώ) να γίνω σαν τον άνεμο τη νύχτα

–τη νύχτα αυτή που κρύβεις στη φωνή και στο σπίτι σου–

να ρθω και να σου πω λόγια στη γυμνή σου ράχη;

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.