Σάντι Βασιλείου, Θηλιές

Φώτο: Angelos/aWESOME

1.
Συνεχώς
Απλώνω τα χέρια μου
Να πιάσω ουρανό
Μα πιάνω μόνο
Τη θηλιά που κρέμεται απ’ το ταβάνι

2.
Θα πάρω ένα σκοινί
Να το περάσω στο λαιμό μου

Είμαι βλέπεις
Κλειστοφοβική
Και θέλω να είμαι έτοιμη
Ανά πάσα στιγμή
Να εξέλθω

3.
Γυμνή
Κάτω από το δέντρο
Φταίνε αυτά τα ρούχα που φορώ.
Φώναξα

Κρεμάστηκα
Από το πρώτο κλαδί
Για να τα βγάλω

*Από τη συλλογή “28 μέρες κάτω από τη γη”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Γλυκερία Μπασδέκη, Δύο ποιήματα

ΓΙΑΤΙ ΒΥΘΙΣΑ ΕΝΑΝ ΓΑΛΛΟ IΜΠΡΕΣΣΙΟΝΙΣΤΗ
ΣΤΗ ΛΕΚΑΝΗ ΤΗΣ ΤΟΥΑΛΕΤΑΣ

μη με τον Γάλλο
μη μ’ αυτόν

σαν χορωδία, είχαν φαγωθεί

να τον χωρίσω,
να τον στείλω αποσκευή,
να σταματήσω σούρτα φέρτα
κι αγαπούλες

πιέστηκα στο λέγε λέγε, λύγισα

τον έβρισα, τον έστειλα, τον βούτηξα
τον έπνιξα τον Γάλλο άνθρωπο

(χάδια εντυπώσεις, δεν το συζητώ
θα άφησα στον ιμπρεσσιονισμό)

***

LIVE YOUR DREAM IN GREECE

ο αδελφός μας όλο και μετράει
τα μυρμήγκια

αν βγουν ζυγά
θα μαςσκοτώσει

αν βγουν μονά
θα μας ξανασκοτώσει

*Από τη συλλογή “Η Θεόδωρος Κολοκοτρώνης”, εκδ. Bibliotheque, 2016.

George Oppen, Πέντε ποιήματα

Ο George Oppen στη μέση με τον Taggart (αριστερά) και τον Ted Enslin, στο Sylvester’s Cove του Maine το 1975. Φώτο: Jennifer Taggart – Από εδώ: https://jacket2.org/article/singing-and-thinking.

1. Τα περιστατικά

Οι απλούστερες
Λέξεις λένε ότι η λεπίδα του χορταριού
Κρύβει τη λάμψη
Ενός ήλιου
Για να δημιουργήσει έναν ίσκιο
Στον οποίο τα έντομα σέρνονται
Στις ρίζες του χορταριού

Πατέρα, πατέρα
Της πατρότητας
Που με στοιχειώνει, τρεμάμενος
Άνδρας ο πιο γυμνός
Απ’ όλους μας, Ω πατέρα
κοίτα
Στις ρίζες
Του χορταριού το δημιουργόν
Τώρα την τρομερή αυτή βουτιά

2. Διαύγεια

Με την έννοια της καθαρότητας,
Δεν εννοώ ότι πολλά μπορούν να εξηγηθούν.
Διαύγεια με την έννοια της σιωπής.

3.

Είναι δύσκολο τώρα να μιλάς για ποίηση –
για εκείνους που έχουν αναγνωρίσει τις διαστάσεις της επιλογής ή για εκείνους που έχουν ζήσει μες στη ζωή που γεννήθηκαν. Δεν είναι ακριβώς ένα ζήτημα βάθους αλλά ένα διαφορετικό επίπεδο εμπειρίας. Κάποιος θα έπρεπε να πει τι συμβαίνει σε μια ζωή, τι επιλογές παρουσιάζονται, τι είναι ο κόσμος για μας, τι συμβαίνει στο χρόνο, τι είναι η σκέψη στην πορεία μιας ζωής και ως εκ τούτου τι είναι η τέχνη, και η απομόνωση από το επίκαιρο

Θα ήθελα να μιλήσω για δωμάτια και για το πού βλέπουν και για υπόγεια, οι τραχείς τοίχοι φέροντας τα σημάδια των καλουπιών, τα παλιά σημάδια του ξύλου στο μπετόν, τόση μοναξιά όση ξέρουμε –

και τα σκουπισμένα πατώματα. Κάποιος, ένας εργάτης που φέρνει μαζί του, που αισθάνεται γύρω του αυτή την ιδιάζουσα λέξη σαν μια ατιμασμένη πατρότητα έχει σκουπίσει αυτό το μοναχικό δάπεδο, αυτό το βαθιά κρυμμένο πάτωμα-τόση μοναξιά όση ξέρουμε.

Ένας δεν πρέπει να φτάσει να αισθανθεί ότι έχει χίλιες κλωστές
στα χέρια του,
Πρέπει με τρόπο να δει το μοναδικό πράγμα:
Αυτό είναι το επίπεδο της τέχνης
Υπάρχουν άλλα επίπεδα
Αλλά δεν υπάρχει κανένα άλλο επίπεδο της τέχνης

4.

Διότι το γνωστό και το άγνωστο
Αγγίζονται,
Κάποιος μαρτυρά-
Είναι εκλεπτυσμένο
Εάν κάποιος το νομίζει.

Εάν το να ξέρεις είναι ευγενές

Είναι εκλεπτυσμένο.

5. Ένας θεολογικός ορισμός

Ένα μικρό δωμάτιο, το βερνικωμένο πάτωμα
Σχηματίζει ένα L γύρω από το κρεβάτι,
Τι είναι ή είναι αληθινό όπως η
Ευτυχία

Παράθυρα που ανοίγουν προς τη θάλασσα.
Τα πρασινοβαμμένα κάγκελα του μπαλκονιού
Ενάντια στο βράχο, στους θάμνους και στη θάλασσα που
Τρέχει

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Δήν”, τεύχος 6, άνοιξη 1998. Σελ. 53-55. Μετάφραση: Δημήτρης Αλεξάκης.

Γιώργος Χαλκιάς, Στ’ ανοιχτά παράθυρα

Στ’ ανοιχτά παράθυρα
μικρές ιστορίες πλάθω
και μικρές
καθημερινές στιγμές
μαζεύω στο διάβα μου
ψίχουλα
που μ’ αυτά θρέφομαι
χίλιες ανάσες
γίνομαι
χίλιες ψυχές
περαστικές

*Από το βιβλίο “Imaginarium”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Σεπτέμβριος 2016. Η εικόνα της ανάρτησης είναι από το ίδιο βιβλίο και είναι έργο του συγγραφέα.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Λοξοδρομία VIII

Μέσ΄ από κείνες τις σελίδες
πρωτόμαθα τις θάλασσες, τα δάση
απόκρυφες βαθύσκιωτες πατρίδες
ριγούσαν ήδη στην αυριανή τους στάχτη.

Η μουσική διαφήμιζε ταξίδια
ακίνητα βαθιά στην πολυθρόνα
τα κύματα μας παίρναν και μας φέρναν
το παρελθόν νανούριζε το μέλλον.

Το τώρα όμως βασίλευε στην πλάση
καθώς ο κόσμος φρέσκος τραγουδούσε
στο Μεξικό! στο Μεξικό και στα μαλλιά σου!
στις μυστικές σελίδες της αρχής μας.

Στις μυστικές σελίδες της αρχής μας
στα σκοτεινά χαμηλοτάβανα σπιτάκια
ήλιος εφύσηξε χρυσός και τραγουδούσε
όπως αγέρι στα μαλλιά, όπως στα δάση.

Αρχή και τέλος τώρα, μ΄αγκαλιάζουν
αθάνατη ζωή χαρά της λύπης
τρεχούμενο νεράκι προδομένο
όνειρο βιαστικό τρελή παντιέρα.

Γιατί τα δάση υπάρχουν όσο τα θυμάσαι
γιατί “όσα είπαμε παλιά ισχύουν”
γιατί τo γέλιο κελαρύζει στο σκοτάδι
γιατί τα δάση υπάρχουν όσο τα θυμάσαι.

*Από τη συγκεντρωτική έκδοση του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, Ποιήματα (1962-2018), εκδόσερις Πανοπτικόν.

https://www.panopticon.gr/
https://el-gr.facebook.com/ekdoseispa…
2020

Video: Ντίνα Μαυρίδου
Το ποίημα απαγγέλλει και ο Κώστας Δεσποινιάδης.

Walt Whitman, Κληροδοτώ τον εαυτό μου στο χώμα

Κληροδοτώ τον εαυτό μου στο χώμα για να γεννηθεί μέσα από τη χλόη που αγαπώ,
Αν με επιθυμήσεις, ψάξε με κάτω από τις σόλες των παπουτσιών σου.

Δεν θα ξέρεις ποιος είμαι ή τι σημαίνω,
Ωστόσο εγώ θα σε γεμίζω με υγεία,
Το αίμα σου θα κρατώ καθαρό και θα το δυναμώνω.

Κι αν με την πρώτη δεν με βρεις μη χάσεις το κουράγιο σου,
Άμα δεν είμαι σε ένα μέρος, ψάξε σε κάποιο άλλο,
Κάπου έχω σταθεί και σε περιμένω.

*Από το βιβλίο “Φύλλα Χλόης” – Ανθολογία, Εκδόσεις Κέδρος. Μετάφραση και επιλογή Ελένης Ηλιοπούλου και Κατερίνας Ηλιοπούλου.

**Το πήραμε από εδώ: https://poiimata.com/2020/05/14/klirodoto-ton-eayto-moy-sto-choma-oyolt-oyitman/

Ρογήρος Δέξτερ, Παλιά σκονάκια για έναν άλλο παράδεισο

Τον αδερφό τού Σ.
Τον είχαν κάνει κόσκινο
Τον γέμισαν κουμπότρυπες
Όπως έλεγαν χαχανίζοντας τις προάλλες
Ένα βροχερό βράδυ, μια κοπανιά που έβγαινε
Σκυφτός και σκνίπα από κάποιο μπαρ
Μάλλον από εκείνα τα κωλάδικα
Όπου ψωμάρια τα έσκαγαν χοντρά
Για να χουφτώσουν μια θεατρίνα
Και τ’ ανάμικτα ποτά ήταν
Σαν εύφλεκτο υγρό
Για τις συγκρούσεις με τους ματατζήδες• όλοι
Τα μάσαγαν και δε μιλούσαν
Αν και θυμάμαι τις φυλλάδες να βοούν
Για ξεκαθάρισμα λογαριασμών
Και ότι η τάδε συμμορία
Έφαγε λάχανο τον Τζώννυ• τον Γιάννη
Με την κοτσίδα και τα διπλά
Σε κάθε χέρι δαχτυλίδια
Που τον κερνούσες δυο ποτά
Και γίνονταν μικρό παιδί
– Ποιος λύκος τη νύχτα και ποιο θεριό
Στη βρύση• μόνο ένα λάθος
Έκανε σ’ επαναλήψεις
Νόθευε σα φαρμακοτρίφτης
Όλες τις σκόνες
Και ύστερα ξεπουλούσε
Λες κι αυτό ήταν
Το ένα και μοναδικό
Ταξίδι για τον παράδεισο•

Lilly June, … Ίσως με ξαναδείς άθελά σου

Photo: Helena Almeida

Ίσως με ξαναδείς άθελά σου
να αναβοσβήνω δίπλα σου
να ακολουθώ τις μνήμες του νερού
τυφλή μέσα στο φως μου
(που πάντα σε κούραζε)
να αναπαύομαι
εξορισμένη από τα σκιερά σου μάτια
μαγνητισμένη
από δρόμους σειρήνιους
να οδηγούμαι μπροστά σου
να σε βρίσκω εξαγνισμένο πια
άδειο από εμένα
αψηφώντας την ροή
να ξηλώνεις τις τελευταίες κοινές ραφές μας
ενώ εγώ δένομαι με τυχαίες κλωστές
ίσως καταφέρω να με διακρίνω ξανά
κάπου χωρίς εσένα

photo : Helena Almeida