Μαύρο χυμένο μελάνι
σε λιμνούλα με καραβάκια
ήσυχα νωχελικά
ελευθερίας σύμβολα
από εφημερίδες φτιαγμένα
θάλασσα της νύχτας
κατάμαυρη
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό της Υπερρεαλιστικής Ομάδας Αθηνών “Κλήδονας”, τεύχος 2, Νοέμβριος 2007.
ΑΝΑΓΛΥΦΟ ΜΝΗΜΕΙΟ
Ανάγλυφο μνημείο η ζωή μας δεν αφήνει
η καυχησιολογία μας περιττή
η λαχτάρα μας προς τον κόσμο
όπως τα σοβαρά δάκρυα του παιδιού
μονάχα την απόμακρη μοίρα μας υγραίνει.
***
ΜΙΛΩ
Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα ματιά σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χωρά
Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν
Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κι εγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά που μας ακούει
***
ΗΤΑΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΗΤΑΝ ΟΝΕΙΡΟ
Ήταν γυναίκα ήταν όνειρό ήτανε και τα δυο
Ο ύπνος μ’ εμπόδιζε να τη δω στα μάτια
Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα
Σα να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα
Μούλεγε πως μ’ αγαπούσε αλλά δεν το άκουγα καθαρά
Μούλεγε πως πονούσε να μη ζει μαζί μου
Ήταν ωχρή και κάποτε έτρεμα για το χρώμα της
Κάποτε απορούσα
νιώθοντας την υγεία της σα δική μου υγεία
Όταν χωρίζαμε ήτανε πάντοτε νύχτα
Τ’ αηδόνια σκέπαζαν το περπάτημά της
’Έφευγε και ξεχνούσα πάντοτε τον τρόπο της φυγής της
Η καινούρια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει
Ήταν ήλιος ήταν πρωί όταν τραγουδούσα
Όταν μόνος μου έσκαβα ένα δικό μου χώμα
Και δεν τη σκεφτόμουνα πια εκείνη.
In life
one is always
balancing
like we juggle our mothers
against our fathers
or one teacher
against another
(only to balance our grade average)
3 grains of salt
to one ounce truth
our sweet black essence
or the funky honkies down the street
and lately i’ve begun wondering
if you’re trying to tell me something
we used to talk all night
and do things alone together
and i’ve begun
(as a reaction to a feeling)
to balance
the pleasure of loneliness
against the pain
of loving you
8
Ισορροπίες
Στη ζωή
ένας πάντα
ισορροπεί
σαν να κάνουμε ταχυδακτυλουργικά με τις μητέρες μας
εναντίον των πατεράδων μας
ή έναν δάσκαλο
εναντίον ενός άλλου
(μόνο για την εξισορρόπηση του μέσου βαθμού μας)
3 κόκκοι αλατιού
σε μια ουγγιά αλήθεια
η γλυκιά μαύρη ουσία μας
ή τα funky honkies στο δρόμο
και πρόσφατα άρχισα να αναρωτιέμαι
αν προσπαθείς να μου πεις κάτι
μιλούσαμε όλη τη νύχτα
και κάνουμε τα πράγματα μόνοι μαζί
και ξεκίνησα
(ως αντίδραση σε ένα συναίσθημα)
να ισορροπώ
η ευχαρίστηση της μοναξιάς
ενάντια στον πόνο
του να σ’ αγαπώ
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
**Το ποίημα βρέθηκε εδώ: https://africanamericansinpoetry.weebly.com/nikki-giovanni.html
Έχω δύο κόρες.
Είναι όλα όσα ήθελα από τη γη.
Ή σχεδόν όλα.
Ήθελα και λίγο χώμα:
Μια πόλη παγιδευμένη στους λόφους. Ένα ποτάμι αστικό.
Ένα νησί στο φυσικό του στοιχείο.
Ώστε να μπορώ να το πω μου. Δικό μου.
Και να το εννοώ.
Τώρα μεγάλωσαν πια κι έφυγαν μακριά
κι η ίδια η μνήμη
έχει γίνει εμιγκρές,
τριγυρνά σε ένα μέρος
όπου η αγάπη παίζει κρυφτό μέσα στο τοπίο:
Όπου οι λόφοι
είναι το χρώμα στα μάτια ενός παιδιού,
όπου τα παιδιά μου είναι αποστάσεις κι ορίζοντες:
Τη νύχτα,
στην άκρη του ύπνου,
βλέπω την ακτή του κόλπου του Δουβλίνου.
Το κύμα στα βράχια, ο πέτρινος μόλος.
Άραγε έτσι ήταν, λέω
έτσι το είχαν δει,
φεύγοντας πάνω στο ποστάλι το σούρουπο,
με τις σκιές να πέφτουν
πάνω σε κάθε τι που έπρεπε να αφήσουν;
Και που θα αγαπούσαν για πάντα;
Και τότε
Με φαντάζομαι
στην κουπαστή του πλοίου,
να ψάχνω το τελευταίο εκείνο χέρι.
Με βλέπω
στο υποβρύχιο μέρος του νερού,
απ’ το σκοτάδι να ξεπροβάλω, να λέω
όλα τα ονόματα που ξέρω για τη χαμένη γη:
Ιρλανδία. Απουσία. Κόρη μου.
*Από τη συλλογή «Η Χαμένη Γη» από τη συλλογή The Lost Land (1998). Μετάφραση: Μυρτώ Χαρβαλιά. Δημοσιεύτηκε με σχόλια τη μεταφράστριας στο ηλεκτρονικό Φρέαρ (https://frear.gr) από όπου και αναδημοσιεύεται εδώ.
σήμερα λέω να πιούμε
σας παρακαλώ να πιούμε
ας πιούμε για το αστροπελέκι της τζαζ
το χαμόγελο της τρομπέτας
ας πιούμε για το πρώτο θρανίο της Ρούμπι Μπρίτζις
το αφρικάνικο αλφάβητο
ας πιούμε για το φτωχό θέατρο
για τον καλύτερο άνθρωπο
ας πιούμε για την Πελαγία Βλάσοβα
για το ρολόι του εργάτη
ας πιούμε για το χρυσόψαρο Κατύν
ας πιούμε για την εξέγερση του Σοβέτο
για τον μικρούλη Έκτορ Πίτερσον
ας πιούμε για το ασημόνερο του Αμαζονίου
για την αγκαλιά του φιδιού
ας πιούμε για το κελί του Λιγκ
για τη γαλάζια πύλη
ας πιούμε για το σαπούνι της Ιρίνα
και τη μυρωδιά της απομόνωσης
ας πιούμε για το τσέρκι των φυλακισμένων
ας πιούμε για την αρετή του αυτόχειρα
ας πιούμε για τη Σαντ Στόουν
το λυπημένο δόντι στον λαιμό κοσμικής κυρίας
ας πιούμε για την Αντιγόνη
τη λευκόπετρα της Αναρχίας
ας πιούμε για το βάσκικο λουλούδι του πάθους
την επιγραφή στον ήλιο
«No pasaran»
ας πιούμε και για τη μητέρα μου, Μαρούτσκα
γιατί η μάνα του καθενός είναι ποιητής
και ναι λοιπόν ας πιούμε γι’ αυτόν
τον ποιητή που ‘χει κρυμμένο
στο στόμα του έναν κούκο
απεργό πείνας
με δυσκολία στέκεται
πάνω στη γλώσσα
γιατί τι είναι η γλώσσα του ποιητή;
ένα κλαδάκι είναι
και μπορεί να σπάσει
γι’ αυτό σας λέω σήμερα να πιούμε
σας παρακαλώ να πιούμε
*Από τη συλλογή «Το δόντι που δακρύζει», Εκδόσεις «Ενύπνιο», 2019).
Το σήμερα
Στην τελική όλοι το ίδιο ζητάμε.
Έναν άνθρωπο να μας αγαπάει.
Να μας θυμίζει ότι δεν είμαστε μόνοι.
Λόγια και πράξεις… μπερδεύονται, ξεδιπλώνονται.
Η αγωνία μας για τα πάντα.
Χωρίς να γευόμαστε το σήμερα!
***
Έρωτας
Τον άδολο, αληθινό έρωτα ψάχνω να βρω.
Τον έρωτα που αναβλύζει σαν το νερό της πηγής.
Είναι τόσο σπάνιο να τον συναντήσεις.
Όσο… να βρεις ένα διαφορετικό κοχύλι
που κρύβει μέσα του μαργαριτάρια.
Αξίζει όμως τον κόπο να ψαρεύεις.
Ας είναι και στα βαθιά νερά.
Ας είναι και πλάι στους καρχαρίες!
Μιαν εντυπωσιακή αρχή σου χρωστώ
με αφέτη και όπλο
σ’ ένα στάδιο γεμάτο με ταριχευτές στίχων
που κουνούν τα σημαιάκια τους
στοιχηματίζοντας στην πρωτιά σου
Ένας από όλους θα σ’ αγαπήσει
πιο πολύ και από παντούμ χαμένης ελπίδας
θα σε καμαρώνει μέσα στο καλοστρογγυλεμένο σου άλφα
θα υψώνει το χέρι σου στη νίκη
ψιθυρίζοντας το προανάκρουσμα
-ίσως και το πρώτο μέρος-
θα σου φιλά ευλαβικά τα χέρια
θα κρατά παράθυρο ανοιχτό
για αέρα καθαρής σκέψης
θα σε ταΐζει στο στόμα όταν περιφρονείς την πείνα σου
Και αφού χορτασμένος
γράψεις κάτι αληθινό
κάτι για τη θλίψη που κρύβει το υλικό των αστεριών
θα τον αγαπήσεις και εσύ
μα δε θα είστε πια τίποτε
παρά δύο σύψυχα που έζησαν
κάποτε στο κατόπι μιας ελαφίνας
*Επιστολές, 2019-2020.