Ηλίας Πετρόπουλος, Τρία ποιήματα

(Ι)

Πιθανότατα, βρισκόμαστε μπρος σε μια νέα Αναγέννηση.
Το sex shop αποβαίνει πιο αναγκαίο και πιο απαραίτητο
από το μανάβικο της γειτονιάς.
Οι ερωτικές αφίσες στους τοίχους του Παρισιού
είναι- κι αναστενάζουν.
Κόβουμε το ψωμί σε μικρά κομματάκια,
για να γαμήσουμε όλοι.
Μα, κανενός είδους Κομουνισμός δεν θα καταφέρει
να μειώσει την ερωτική ανισότητα:
ο καμπούρης του χωριού δεν θα απολαύσει την ωραία γυναίκα.
Γλιστράμε, κι όλο γλιστράμε απαλά,
προς μια νέα ερωτική θρησκεία.
Όταν είσαι μες στον λαβύρινθο δεν βλέπεις τον λαβύρινθο.
Ω, Σατανά Τρισμέγιστε,
γύρνα πάλι να βοηθήσεις τους ανθρώπους!

(ΙΙ)

Είμαι πια βέβαιος: το Βερολίνο είναι
η πιο ενδιαφέρουσα πόλη της Ευρώπης∙
ή μάλλον, η καρδιά της Ευρώπης.
Ο Μέγας Ναπολέων ήταν κοντοστούπης∙
αυτό το ξέρουν όλοι.
Ο Μέγας Ναπολέων είχε μικρή τσουτσού∙
αυτό το γράφει η έκθεση αυτοψίας,
που του έκαναν οι φαρμακεροί Εγγλέζοι.
Οι κωλόγαλλοι αποφεύγουν να μιλάνε γι’ αυτά.
Προτιμούν να λένε με κρυφή περηφάνια ότι
ο Βοναπάρτης, μόλις ξεμονάχιαζε μια γυναίκα,
της ξεφούρνιζε το περίφημο: deshabillez- vous!
Απεχθάνομαι την ψυχανάλυση, αλλά θα ήθελα
να μάθω γιατί, εξαιτίας αυτού του ανίκανου κοπρίτη,
γέμισε η Ευρώπη κουφάρια.
Να ’τανε τουλάχιστον, ικανός στρατηλάτης…
8 Φεβρουαρίου και ψιλοχιονίζει.
Απ’ το παράθυρο βλέπω την πλατεία
και θα μείνω μέσα.

(ΙΙΙ)

Το ξέρω∙ η θέση μου είναι στο νεκροταφείο.
Είμασταν ακόμη παιδιά όταν μας μάραναν και ζήσαμε σαν γέροι.
Δεν είμαι δικός μου.
Σιωπώ μεν, αρνούμαι δε να πεθάνω,
γιατί τα δακρυσμένα μάτια σου πάντα με γνέφουν.
Θλιβερά βλέμματα τέκνα της σιωπής μου.
Ο θάνατος απόψε διώχνει το καθετί από την ψυχή μου.
Χαίρομαι την παραφροσύνη μου τώρα.

*Από το βιβλίο Ηλίας Πετρόπουλος, «Ποιήματα», Εκδόσεις: Νεφέλη, Αθήνα 1993. Επιλογή-Επιμέλεια: Λάμπρος Αναγνωστόπουλος
**https://exitirion.wordpress.com/2019/06/26/ilias-petropoulos/?fbclid=IwAR1Dyy4Bv6E7V1FKwzXloAdBt467zblTaVryF6Ad4nMnA9bB7WLu2L2L514

Elderdiry M. Fadul (Didi), Δύο ποιήματα / Two poems

Resolved

From the fabric,
of thin air
this minute, this hour
the clouds opened
to heavenly tower
come, come, rejoice
the merry Solomon air.

7. March 1990

Ξεκαθαρισμένο

Από το ύφασμα
λεπτού αέρα
αυτή τη στιγμή, τούτην την ώρα
τα σύννεφα άνοιξαν
στον ουράνιο πύργο
έλα, πλησίασε, ευφραίνου
απ’ τον χαρμόσυνο Σολωμόντιο αέρα.

7 Μαρτίου 1990

***

Some

Holes on the walls approaching
glancing eyes at you.
A shadow of a woman a cloud
a shadow of a man
An evil wondering spirit. Resist.
A devil. Resist.
Push it far
till it languish or die
or some…

June 1990

Κάτι

Τρύπες στους τοίχους πλησιάζουν
μάτια που σε κοιτάζουν κλεφτά.
Η σκιά μιας γυναίκας ένα σύννεφο
η σκιά ενός άντρα.
Ενα διαβολικό περιπλανώμενο πνεύμα. Αντιστάσου
Ενας δαίμονας. Αντιστάσου
Σπρώχτον μακριά
μέχρι να εξασθενίσει ή να πεθάνει
ή κάτι…

Ιούνιος 1990

*Από το βιβλίο “Ποιήματα / Poems”, Εναλλακτικές Εκδόσεις 1993.

Kenneth Rexroth, Χογιόκι


(άνοιξη)

Ωραία ζεστή βροχή πέφτει μέσ’ από τα φύλλα
Της δάφνης και του σφενταμιού και γεμίζει
Το στενό φαράγγι μ’ έναν παλμό ίδιο με της ζωής.
Ο ήχος του καταρράκτη σβήνει
Κι η μικρή μου καλύβα
Βρίσκεται μέσα στην άβυσσο μιας θάλασσας
Συριστικής σιωπής.
(καλοκαίρι)
Για χρόνια άγνωστο πράγμα,
Να πέφτει δυνατή βροχή μες στον Ιούνη,
Πάνω στα ώριμα κεράσια,
Και στο μισοκομμένο άχυρο.
Πάνω στα λαμπερά
Γκρίζα νερά του όρμου,
Μες στη γοργή φωτεινή ομίχλη,
Ένας γαλάζιος ερωδιός
Πιάνει ποντίκια μέσα στα πράσινα,
Χαλκόχρωμα και κίτρινα χορτάρια.
Περπατώ στους λόφους μες στη βροχή.
Αυτό είναι αρκετό.

*Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Paula Meehan, Η ακριβής στιγμή που έγινα ποιήτρια

A portrait of Paula Meehan by Dragana Jurišić, 2018

Ήταν το 1963 όταν η Μις Σάνον,
χτυπώντας το ξεσκονόπανο στο καρφί του πίνακα
που ήταν σκεπασμένος σχεδόν από ένα σύννεφο κιμωλίας,
είπε “Προσέξτε τα βιβλία σας, κορίτσια,
αλλιώς, θυμηθείτε τα λόγια μου, θα καταλήξετε
στο κλωστοϋφαντουργείο”.
Δεν ήταν μόνο ότι μερικές από τις μανάδες
των κοριτσιών δούλευαν ήδη στο κλωστοϋφαντουργείο
ή ακόμα ότι το ίδιο έκανε η θεία μου
και πολλές γειτόνισσες, αλλά
ότι αυτές οι λέξεις, “θα καταλήξετε”, έκλεβαν
από την εργασία την αξιοπρέπειά της.
Όχι ότι το ήξερα τότε,
όχι μ’ αυτά τα λόγια -εργασία, αξιοπρέπεια-,
αυτά είναι συλλογισμοί,
νόημα εκ των υστέρων που αποδεικνύουν ωστόσο
ότι η δασκάλα είχε δίκιο
κι αυτό κανείς δεν το ξέρει όπως εγώ.
Αλλά τις “είδα”: θείες και γειτόνισσες
δεμένες σαν κοτόπουλα
πάνω σε μεταφορική ταινία,
ραμμένες με τον τρόπο που η γιαγιά μου
έραβε τη γέμιση από φασκόμηλο και κρεμμύδι
στα πουλιά.
Οι λέξεις μπορούσαν να μαδήσουν,
να σ’ αφήσουν γυμνή,
με τα όμορφα αστραφτερά φτερά σου να έχουν φύγει.

*Το ποίημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Ποίηση”, τεύχος 25, Άνοιξη-Καλοκαίρι 2005. Μετάφραση: Σ. Καμπουρόπουλος.

Raymond Carver, Φόβος

Φόβος ότι θα δω ένα περιπολικό να μπαίνει στον δρόμο μου.
Φόβος ότι θα με πάρει ο ύπνος
τη νύχτα.
Φόβος ότι δεν θα με πάρει ο ύπνος.
Φόβος ότι θα ξυπνήσει το παρελθόν.
Φόβος ότι θα χαθεί το παρόν.
Φόβος για το τηλέφωνο που χτυπάει μες στα μαύρα μεσάνύχτα.
Φόβος για τις καταιγίδες και τις αστραπές.
Φόβος για την καθαρίστρια που έχει ένα σημάδι στο μάγουλο!
Φόβος για τα σκυλιά για τα οποία μου λένε πως δεν δαγκώνουν.
Φόβος αγωνίας!
Φόβος ότι θα πρέπει να αναγνωρίσω το πτώμα ενός φίλου.
Φόβος ότι θα ξεμείνω από λεφτά.
Φόβος ότι θα έχω πάρα πολλά, παρόλο που κανείς δεν θα το πιστεύει αυτό.
Φόβος για τα ψυχολογικά προφίλ.
Φόβος μην αργήσω και φόβος μη φτάσω πριν απ’ όλους.
Φόβος για τον γραφικό χαρακτήρα των παιδιών μου στους φακέλους.
Φόβος ότι θα πεθάνουν πριν από μένα και ότι θα νιώθω ένοχος γι’ αυτό.
Φόβος ότι θα πρέπει να ζήσω με τη μάνα μου στα γεράματά της, και στα δικά μου.
Φόβος σύγχυσης.
Φόβος ότι η μέρα σήμερα θα τελειώσει μ’ ένα άσχημο νέο.
Φόβος ότι θα ξυπνήσω και θα έχεις φύγει.
Φόβος ότι δεν αγαπάω και φόβος ότι δεν αγαπάω αρκετά.
Φόβος ότι αυτό που αγαπάω θα αποβεί ολέθριο για αυτούς που αγαπώ.
Φόβος για τον θάνατο.
Φόβος ότι θα ζήσω υπερβολικά πολύ.
Φόβος για τον θάνατο.
Το είπα όμως αυτό.

*Από τη συλλογή “Δωμάτια όπου οι άνθρωποι ουρλιάζουν και πληγώνουν ο ένας τον άλλο”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2018. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Στον ΠΟ το Judith Wright Calanthe Poetry Award (QLD Premier’s Literary Awards) για το έργο του Heide (εκδ. Giramondo)

Ο Ελληνοαυστραλός ποιητής Π.O. κέρδισε το φετινό Judith Wright Calanthe Poetry Award το οποίο έχει συμπτηχθεί με το QLD Premier’s Literary Award, για το πλέον πρόσφατο έργο του “Heide” (Εκδόσεις Giramondo).


Το Judith Wright Calanthe Poetry Award θεωρείται ίσως το μεγαλύτερο Βραβείο Ποίησης στην Αυστραλία και με αυτό έχουν τιμηθεί μορφές της αυστραλιανής ποίησης.


Το “Heide” αποτελεί το τελευταίο μέρος της Τριλογίας του Π.Ο., μετά τα “24 Hours” και “Fitzroy: The Biography”.

Το “Heide” είναι ένα τεράστιο επικό ποίημα στο οποίο περιπλέκονται ιστορία, ζωγραφική, καλλιτέχνες, οι δημιουργοί της αυστραλιανής μοντέρνας τέχνης τις τελευταίες δεκαετίες, όλα δοσμένα με την αριστοτεχνική και πειραματική γραφή του Π.Ο. Παρευλάνουν μέσα από τις σελίδες του επικού αυτού τόμου όλες εκείνες οι αβάντ γκαρντ -και όχι μόνο- φυσιογνωμίες, που έχουν κάνει την αυστραλιανή τέχνη από τις μοναδικές στον κόσμο, όπως οι Sunday και John Reed στο Heide της Μελβούρνης, Sidney Nolan, Albert Tucker, Joy Hester και άλλοι.


Ωστόσο, το “Heide” είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό. Στο βιβλίο μπορεί να συναντήσει κανείς πάμπολλα παρτραίτα, από μια τεράστια ποικιλία ενασχολήσεων και χώρων τέχνης, περιλαμβάνοντας μια μεγάλη σειρά λογοτεχνών και καλλιτεχνών, κοινωνικές και οικονομικές εκφράσεις του χώρου του πολιτισμού στην Αυστραλία, πτυχές της κυβερνητικής παρέμβασης και ρόλου, κυρίως των πλούσιων και κυρίαρχων ομάδων της χώρας, οι αγώνες της εργατικής τάξης που εκφράζονταν και μέσω της τέχνης και του πολιτισμού, οι δυσκολίες που συναντούσαν οι γυναίκες λογοτέχνιδες και καλλιτέχνιδες, η μεταναστευτική επίδραση και χροιά του πολιτισμού και, κυρίως, η επίδρασή της στο μοντεριστικό ρεύμα της τέχνης και ο ρόλος και η επίδραση των θεμάτων των ιθαγενών Αυστραλών.


Όλα αυτά δοσμένα, όπως είπαμε, με μια ασυνήθιστη τεχνική, με την ευχέρεια που εδώ και χρόνια έχει επιδείξει ο Π.Ο., βάζοντας στον καμβά του τα ιστορικά, κοινωνικά και πολιτικά γεγιονότα που σημάδεψαν την Αυστραλία τις τελευταίες δεκαετίες, κι ακόμα μέσω της χρήσης παροιμιών, αριθμών, επιστημονικών αποσπασμάτων αλλά και εγκυκλοπαιδικών στοιχείων, προς μια ευρύτερη ανατρεπτική πρακτική, όπως λέει και ο ίδιος ο Π.Ο.


Τελικά, το “Heide” δίνει έμφαση στην κεντρικότητα του ανθρώπινου παράγοντα και της εμπειρίας στη διαμόρφωση της τέχνης, καταλήγοντας στο σύνθημα-πρόταγμα “Ζήτω η Τέχνη! Ζήτω η Ποίηση! Ζήτω η Επανάσταση!”


Ο Π.Ο. είναι μια θρυλική φυσιογνωμία στην αυστραλιανή ποιητική σκηνή. Γεννημένος στην Ελλάδα, μεγαλωμένος στη Μελβούρνη, στο Fitzroy, είναι ο κατ’ εξοχήν χρονικογράφος της Μελβούρνης, της κουλτούρας της, της μετανάστευσης, ένας συγκροτημένος αναρχικός, ο οποίος εργάστηκε ως γραφέας (draughtsman) στο δημόσιο επί σαράντα χρόνια.

Εκδότης του περιοδικού “Unusual Work” και πιο πριν πολλών άλλων περιοδικών, υπεύθυνος των εκδόσεων Collective Effort Press, πρωτοπόρος της performance poetry στην Αυστραλία (θεωρείται μάλιστα ένας από τους καλύτερους στο είδος σε παγκόσμιο επίπεδο) και συγγραφέας αρκετών συλλογών, όπως των “Panash”, “Fitzroy Poems”, “Big Numbers: New and Selected Poems”, “Number Poetry” μαζί φυσικά με την Τριλογία που αναφέρθηκε πριν.


*Να σημειωθεί ότι το Judith Wright Calanthe Poetry Award είχε κερδίσει το 2017 και η Ελληνοαυστραλή ποιήτρια Antigone Kefala (από το Σίδνεϊ) με το βιβλίο της “Fragments” (επίσης από τις Εκδόσεις Giramondo).

Lawrence Ferlinghetti, Ο κόσμος είναι μέρος όμορφο…

Ο κόσμος είναι μέρος όμορφο
να γεννηθείτε
αν δεν σας νιάζει η ευτυχία
κι αν δεν θέλετε
όλο χαρούμενοι να είστε
αν δεν σας νιάζει εν’ άγγιγμα της κόλασης
αργά ή γρήγορα
όταν όλα θά ’χουν τελειώσει
γιατί ακόμη και στον ουρανό
δεν τραγουδούν
όλη την ώρα
Ο κόσμος είναι όμορφο μέρος
να γεννηθείτε
αν δεν σας νιάζει κάποιοι να πεθαίνουν
κάθε τόσο
ή ίσως μόνο να πεινούν
κάποια στιγμή
πράγμα που δεν είναι και τόσο κακό
αν δεν πρόκειται για σας
Αχ ο κόσμος είναι μέρος όμορφο
να γεννηθείτε
αν δεν σας πολυνιάζουν
κάμποσα νεκρά μυαλά
σε καίριες θέσεις
ή μια – δυο μπόμπες
στις στριμένες σας φάτσες
ή κάποιες άλλες χυδαιότητες
σαν κι αυτές που κατακλίζουν
λόγου χάρη
τη δικιά μας κοινωνία του Name Brand
με τους διακεκριμένους της
ανθρώπους
και τους αφανείς
τους παπάδες της
και άλλους πολιτσμάνους
τα στεγανά
τις επαναστατικές ανακαλύψεις
κι άλλες δυσκοιλιότητες
που το άμοιρο κορμί μας θα κληρονομήσει
Ναι ο κόσμος είναι μέρος κατάλληλο
για τόσα πράγματα
να διασκεδάσετε
και να κάνετε έρωτα
να στενοχωρεθείτε
να τραγουδήσετε χυδαία τραγούδια
να εμπνευστήτε
να γυρίσετε παντού
να δείτε τα πάντα
να μυρίσετε τα λουλούδια
να κοροϊδέψετε τα αγάλματα
να συλλογιστήτε ακόμη-ακόμη
φιλώντας τους ανθρώπους
σπέρνοντας παιδιά
φορώντας παντελόνια
ανεμίζοντας καπέλα
χορεύοντας και κολυμπώντας στα ποτάμια
εκδράμοντας
μες στο μεσοκαλόκαιρο
ζώντας γενικά τη ζωη σας
Ναι μα ακριβώς
στη μέση
της όλης καταστάσεως
καταφτάνει
χαμογελαστός
ο εργολάβος κηδειών

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Γρηγόρης Σακαλής, Όλοι

Μεγάλη αγωνία
κόπος πολύς
ατέλειωτοι διαγκωνισμοί
ν΄ ανέβουμε λίγο πιο ψηλά
στην κοινωνική σκάλα
έστω ένα-δύο σκαλοπάτια
λες κι αυτό
είναι το ζητούμενο
ο σκοπός της ζωής
λίγα ευρώ παραπάνω
και το ανάλογο ύφος
του πετυχημένου
είναι τ΄ όνειρο πολλών
και είναι να τους λυπάσαι
που δεν κατάλαβαν τίποτα
απ΄ τη ζωή
που δεν βλέπουν γύρω τους
με άλλο τρόπο
με μια ματιά συλλογική
πως η ευτυχία αφορά όλους
κανείς δεν μπορεί
να είναι ευτυχισμένος
σε μια κοινωνία
που περισσεύει η αδικία.

Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

ΕΛΕΓΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΕΚΡΟΥΣ ΝΕΟΥΣ

Τώρα θά πώ τό πιό βαρύ:

Εκείνοι πού φύγαν πρίν αισθανθούν
Τή χαρά τού δέντρου που βλεπει να μεγαλώνει
Νά βγάζει κλαριά καί φύλλα μέρα τη μέρα
ρίν κατοικήσουν τό σπίτι, ένα ήσυχο σπίτι στο πλαι τής θάλασσας.

Εκείνοι πού φύγαν πρίν νά μιλήσουν *
Αύτά πού θά θελαν να πούν
Εκείνοι πού κόπηκε ή σκέψη τους
Στη μέση άπ’ την άρρώστια
Πού σαπίζει τό κρέας ή χαλνά το αίμα
Ή έκείνοι πού μείναν στα βαθιά φαράγγια τής Ασίας
Δίχως την άφή τής γυναίκας στά μέλη τους πού τελείωσαν
Εκείνοι πού προπορεύονταν εξακόσια φεγγαρια
Παχιά σύννεφα σκεπάζουν το πρόσωπό τους
Οί πράξεις τους κοιμούνται στη χώρα τών λωτοφάγων.

Ιούνιος 1953

***

ΟΔΟΣ ΛΟΥΚΙΑΝΟΥ

Ό πίθηκος χορεύοντας μέ κρέπια καί τό αρμόνιο
Μες στην πισίνα τά ποντίκια
“Οπως στη θάλασσα τά φύκια
Ή λαμαρίνα κι ό άετός
Άσπρα φεγγάρια κρεμασμένα
Ή δυσπιστία αύτή μάς πνίγει
Χρήμα συμβόλαια καί κυνήγι
Σύρμα χοντρό γιά νά μη φύγει
Ή θάλασσα καί ό άετός.

Οί καλλονές ϊδιες άντίκες
Τζάμια κινήσεις άρχαϊες νίκες
Ή έρημιά πηχτή κι ό τρόμος
Οί καλλονές καί οί ψυχώσεις
Φωτογραφίες καί κομμώσεις
Γραμμόφωνα φωνές ό δρόμος.

Ψέμα καί ψέμα μές στό βλέμμα
Έδώ ή ναυτία στίς παρόδους
Ξερά στεφάνια στίς εισόδους
Τά έντυπα κι ό θυρωρός
Πίσω άπ’ τό σχήμα καί τή σάρκα
Ίσκιοι στούς τοίχους σιωπή στά πάρκα
Τό πρόσωπό σου κι ό καιρός.

Νύχτα 5 ’Ιουλίου 1961

*Από τη συλλογή “Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος” (1975).

7 ποιήματα, Walt Whitman | μτφρ. Βασίλης Πανδής

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

pandis

Εσύ αναγνώστη

Εσύ αναγνώστη πάλλεις από ζωή και περηφάνεια και αγάπη
Όπως κι εγώ,
Για σένα είναι λοιπόν τ’ ακόλουθα τραγούδια.

***

Τον εαυτό τραγουδάω

Τον εαυτό τραγουδάω, έν’ απλό ξεχωριστό πρόσωπο,
Κι όμως εκστομίζω τη λέξη Δημοκρατικός, τη λέξη En-Masse.

Τη φυσιολογία απ’ την κορφή ως τα νύχια τραγουδάω,
Ούτε η φυσιογνωμία μόνη ούτε και μόνος ο νους αξίζουν τη Μούσα,
Λέω πως ολοκληρωμένη η μορφή αξίζει περισσότερο,
Το θηλυκό ομοίως με το Αρσενικό τραγουδάω.

Τη Ζωή απέραντη στο πάθος, τον παλμό και τη δύναμη,
Χαρμόσυνη, δημιουργημένη για την ελεύθερη δράση υπό τους θείους νόμους,
Τον Σύγχρονο Άνθρωπο τραγουδάω.

***

Για εκείνον τραγουδάω

Για εκείνον τραγουδάω,
Το παρόν στο παρελθόν υψώνω,
(Όπως δέντρο πολυετές από τις ρίζες ξεπετιέται,
Το παρόν επιβαλλόμενο στο παρελθόν,)
Με χρόνο και χώρο τον διαστέλλω
Και του εμφυσώ τους αθάνατους νόμους,
Μέσ’ απ’ αυτούς να επιβάλλει τον εαυτό του
Νόμο στον εαυτό του.

View original post 326 more words