Νάνος Βαλαωρίτης, Τόνα μέσα στ΄άλλο

Τά πάντα αλλάζουνε γίνονται τόνα τ’ άλλο
Τά ξύλα γίνονται πέτρες τά δέντρα σύννεφα
Ο’ι γυναίκες άντρες τά φύλλα θάλασσες
Τά φτερά πηγάδια τά μάτια άέρας
Τά σερτάρια μέταλλα τά λουλούδια νοϋς
Τά γράμματα καί οι γραφές γίνονται
Αναλφάβητα τ’ ώραϊο γίνεται κτήνος
Τ’ άρσενικό ούδέτερο τά μυστήριο φανερώνεται
Ή έλπίδα τυφλώνεται όπως ό πλούτος
Τά πάντα είναι τηλεσκόπια καί τίποτα δέν είναι
Σίγουρα ότι θά γίνει ή δέ θά γίνει
Όλα είναι τά ένα μέσα στ’ άλλο πέτρες
Ποτάμια τρέχουνε άπό τά δάχτυλά του
Οί λέξεις τους είναι τουλίπες
Ή άγάπη του είναι στέρνα είναι τραπέζι
Μιά πολυθρόνα κάθεται μέσ’ τά δεξί του μάτι
Τό περιβόλι τού παραθυριού είναι ένα
Κοιμητήριο φύλλων ή άγορά είναι παρθένα
Καί ή δροσιά τού δειλινού μιά στραβοτιμονιά
Μιά βελόνα τεντώνει τήν κλωστή της ώσπου νά σπάσει
Ενα πόδι μασάει τήν άλυσσίδα του ένας χαρταετός
Γίνεται σκύλος καί δαγκώνει όποιον έτυχε νά περάσει
“Ενα παιδί ορφανό γίνεται ή μητέρα ένός άλλου
“Ενας τίτλος γίνεται άπορος καί παντρεύεται
Ο,τι ύπάρχει ζεϊ τά μέταλλα μέσα στή γή
Οί πέτρες μές ατό χώμα άπόδειξη πώς μαραίνονται
“Αμα τά ξεριζώσεις ό κόσμος είναι τρομερός
Δανείζει καί δανείζεται άλλάζει χρώμα
Δέ λέγεται πιά όπως λέγεται είναι
Τέρας χελώνα ντιβάνι καναπές μπούτι γκαζιέρα
Καί μαλλί ξανθό γύρω άπό ένα γυναικείο φύλλο.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τραμ”, Δεύτερη Διαδρομή, Δεύτερο Τεύχος, Θεσαλονίκη, Σεπτέμβρης 1976, σελ. 127.

Μπίλη Βέμη (1954-2012), Δύο ποιήματα

Clair de Lune

ΣΥΡΜΟΣ

Κάτω άπ’ τό φεγγάρι ξεπλένει τή βρωμιά της ή πολιτεία
μετράμε τά θύματα τής μέρας
τά κουμπιά πού λείπουν άπ’ τό μυαλό μας
τις σάπιες κουβέντες πού μάς θρέψανε
Κάτω άπ’ τό φεγγάρι οι άλήτες
κυνηγούν τά σημάδια τής μοίρας τους πού ξεφεύγει

Προσπάθησαν καί σήμερα νά κινήσουν
τό μηχάνημα πού τρέκλιζε
γύριζαν τις ράγες άνάποδα
στερέωναν τις ρόδες μέ τά μάτια τους

Λαχανιάζουν οί δείχτες
χτυπώντας τις κορφές τής ώρας μ’ ένα ρυθμό χαλασμένο
ποτισμένο ύγρά άπό τό σώμα τού νεκρού
πού τώρα παίζει μές στις καλαμιές
μ’ ένα άπ’ τά κόκαλά του γιά φλογέρα
έλεύτερος νά χρησιμοποιεί τά μέλη του όπως θέλει
Τί τραγούδια πάλι
γύρισαν τά μέσα τους έξω όλες οί φλούδες των δέντρων
ό χυμός τους κυλάει τραγουδώντας
ραντίζει τις ρίζες καί τά πιστά ζωύφια
πού τελειώνουν τόν κύκλο τους πνιγμένα στό μέλι
Κι ή φιλολογία μελετιέται σ’ έργαστήρια άνατομίας
Όλα τά μυστικά βγαίνουν έξω μέ τό ψαλίδι
στις λαβίδες τών καθηγητών
ξεραίνονται κομάτια άπ’ τούς ήρωες
περιμένουν τή διάγνωση
καί τό ραδιόφωνο συνοδεύει τή νεκροψία

Αύτός ό ποιητής είχε τόσες φλέβες στούς στίχους του
ό Δημοσθένης σκληρό κόκαλο καί πέτρα στό νεφρό
ό Όμηρος γεμάτος πόρους γιά ν’ άνασαίνουν τά έπίθετα

Είναι ώρα
θά κόψω τή γλώσσα στά εύαίσθητα σημεία της
μπροστά μου ξεδιπλώνονται σάρκες νωπές
κι άλλες ξεραμένες άπ’ τό χρόνο
κι οί φωνές τους φτάνουν γυμνές
μές άπ’ τά γράμματα
Καθηγητές μέ τό γενάκι τους νά τρέμει
δίνουν στά βιβλία τή δική τους μυρουδιά
άπό κλεισούρα κι έγκράτεια
Ξεραινόμαστε
μείναμε πήλινες πινακίδες μέ ταπωμένα χναρια
ανθρώπινης κίνησης

Καί χιονίζει πάνω σέ γυρμένα πτώματα
άλογα σκυλιά κι άνθωποι
πετρωμένα απ’ τό θάνατο
χιόνι
χιόνι
κι όλα τά χνάρια μας σβήνουν χιόνι παγοποιός ταριχευτής φωτογράφος
ό μεγαλύτερος γλύπτης γι’ άποψε
όλα τά κορμιά στεγασμένα άπ’ τό χέρι του

***

ΤΟ ΣΚΥΛΙ

Ι
Τό σκυλί γύρισε πάλι μέ τά δόντια του γεμάτα κόκαλα
ένα ήλεκτρικό λαμπιόνι κάτω άπ’ τή γλωσσά του
κάνει τόν εγκέφαλο διάφανη μεμβράνη
καί σφυρίζουν στό φώς τά σαρκοβόρα όνειρα

ΙΙ
Κανείς δέν είδε τό σκυλί νά φεύγει
τά κόκαλα όμως ποΰχε κρύψει στις ρίζες των τοίχων
τρίζαν τις νύχτες
κι άς τούς δίναμε διάφορά ονόματα να ησυχάζουν
Βγαίναν κάθε βράδι
παρακινώντας τό ένα τ’ άλλο μέ φωνές πνιχτές
βγαίναν καί δείχναν κατά τό νοτιά
νά μήν ξεχνάμε πώς τό σκυλί
τροχάει άλλοϋ τά δόντια του

*Δημοσιεύτηκαν στο ”Τραμ” Δεύτερη Διαδρομή, Τέταρτο τεύχος, Θεσσαλονίκη 1977.

Αγγελική Σιδηρά, Δύο ποιήματα

Μετά χίλια έτη

Όταν είχα πεθάνει τότε
δέν ήξερα πώς
να διατηρήσω τίς μνήμες μου
γιά ν’ αμυνθώ στά πάθη μου
όταν ξανά υπάρξω.

’Έτσι άρχισα καί πάλι νά πονώ
μέ την πανσέληνο
την άρμυράδα τού φυκιού
καί τής φωνής σου την αβεβαιότητα.

Προτοΰ πεθάνω τώρα
θά φροντίσω νά μπολιαστώ μέ τό δάκρυ
γιά νά μπορέσω νά σέ αντιμετωπίσω
όταν μαζί αποδημήσουμε ξανά
στον πλανήτη τοϋ ανθρώπου.

***

Απομυθοποίηση

Τό τελευταίο πρόσχημα
ήτανε ό καιρός
Ύστερα καλωσύνεψε κι αυτός
αφήνοντας σε έκθετο
χωρίς προφάσεις
Μην έχοντας κι άλλο νά κάνεις τοτε
άρχισες νά ξεκουμπώνεις
μία μία τίς αλήθειες σου
ώσπου άπόμεινες γυμνός
Κι όταν ο σκελετός σου φάνηκε
τότε κατάλαβα
πώς τά μάτια μου φταίγανε
πού σέ είχανε ντύσει Θεό.

*Από τη συλλογή “Η όγδοη νότα”, Β’ Έκδοση, Εκδ. Ερμείας, 1995.

Μπρν Σ. Μαρ (Δημήτρης Μπουρίκας 1963-1985), Τρία ποιήματα

Φωτογραφία:Takashi_Kawashima

Χωρίς ευχές
χωρίς άγριες μάσκες
η μουσική των πολυσεριανισμένων εποχών
μας γνέφει
κάτι φιγούρες
που μας μοιάζουν
διατηρούν μιαν έντονη φυγή
λεκιάζοντας με λαχανιάσματα
τα άβατα της λιμνοθάλασσας

***

Εσείς τα φώτα
προσπαθείτε ν’ αποκτήσεστε χρώματα
Εγώ ισχνός
εμμένω αναλλοίωτα στην εγγαστρίμυθη φωνή μου
Παρά τις προσταγές
τις αλλόφρονες φωνές
και τις παρακλήσσεις
τις ντροπαλές παρατηρήσεις
και τα υπονοούμενα
Καιρών αμφιβολίες μου
Αμφισβητούνται
Δεν ξέρω …
Ο χρόνος δυστυχώς θα δείξει

***

Γινόταν σύναξη και παραβρέθηκα
Αναρωτήθηκα ποιος ναναι δω
Το πλήθος κόαξε σ’ απάντηση
Οι λυράρηδες
Συγκατένευσα
Ένας τυχαίος διπλανός σιγομουρμούρισε
Όπως πάντα οι λυράρηδες
Απομακρύνθηκα
Προς άλλη κατεύθυνση έφευγε κι ο διπλανός

*Από τη συλλογή “Ποιήματα”, Εκδ. “Αλκή”, Αθήνα 1988.

Γιάννης Καρπούζης, Ο χάρτινος άνθρωπος

αφού αγαπάς μία γυναίκα από χαρτί
είσαι κι εσύ ένας χάρτινος άνθρωπος

Δε πα να τρέχουνε τα αστέρια”
εδώ κάτω,
μασήσαμε πολλά σπασμένα
πιο μέσα από το στόμα
που λέγονται χρόνια ή
αναμνήσεις που βράζουν στον πυρετό:
παρανάλωμα είναι εκείνες οι μέρες που σε θυμάμαι
κουβαλάω στην τσέπη ένα χαμόγελο μάλλινο
περασμένης πρωτομαγιάς,
είναι που δεν καταλαβαίνω τίποτα
κι όλο λέω θα σε ξαναβρώ,
κι ας στήθηκαν πολλά συρματοπλέγματα
φεγγαράκια σε νησιά
-πολλοί καημοί στο μάρμαρο-
τελικά οι φωνές
αρχίζουν από το ακουστικό
και φτάνουν βαθιά μες τα συντρίμμια
πόσο βάρος είχε ο χρόνος
τώρα-δα
θα σου ’χω μια κάποια απάντηση
ένα κομμάτι χαρτί ζύγισε
ένα κομμάτι χαρτί.

*Από τη συλλογή “Ο χάρτινος χρόνιος τελείωσε”, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Δεκέμβρης 2019.

Γιάννης Κοντός, Ο γέρος

Φοράει τά χρόνια του κατάσαρκα
Θυμάται τις σκάλες.
Στό βάθος τό γραφείο, τά σκόρπια χαρτιά.
Μετά ένας μεγάλος πόλεμος.
’Ιδεολογίες, βιομηχανίες, έπαναστάσεις
καί τά ψάρια άνέβηκαν στά δέντρα γιά νά σωθούν.
Γυρνάει στά προσωπικά του.
Αγάπησε μερικούς άνθρώπους,
είδε μουσικές νά ξεχνιούνται.
Κάπνισε πολλά τσιγάρα. Πρόλαβε
νά άκούσει λίγες φορές τόν ούρανό
χωρίς άεροπλάνα. καί αύτό ήτανε
τούπεσαν τά δόντια, σακκούλιασε.
Φωνάζει άνύπαρκτα ονόματα
—βουβές παρενθέσεις— Μέ βρογχοκήλη,
μέ πλατυποδία, μέ έμφυλίους πολέμους.
Τυλιγμένο σέ έπιδέσμους τό τηλέφωνο
—ούτε άκούει, ούτε τόν άκούνε—
περιστρέφεται ή ζωή δίσκος έβδομήντα όκτώ
στροφών. Ή βελόνα τόν σκάβει
τό τραγούδι άκούγεται στραπατσαρισμένο.
Δέν μπορεί νά βαδίσει πιά. Μέχρι χθες
σερνότανε μέ τά τέσσερα. Τώρα είναι
στό κρεβάτι άνάσκελα καί κοιτάει
τόν κήπο του στό ταβάνι.
Στό κομοδίνο γυαλίζει ή μασέλα του
κάτασπρη νύχτα — άγνωστο αύριο.
Καπνοί τόν ζώνουν καί βήχει
τά παλιά καί τά καινούργια.

Τυφλοπόντικες στίχοι σκάβουν λαγούμια.
Βγάζουν γιά λίγο τό ρόγχος έξω.
Κοιτάνε.
Τρομάζουν καί ξαναχώνονται στό χώμα.

Ό γέρος όμως ζεί καί ξέρει
πώς γίνεται τό σίδερο μπαμπάκι.

*Δημοσιεύτηκε στο ”Τραμ” Δεύτερη Διαδρομή, Τέταρτο τεύχος, Θεσσαλονίκη 1977.

Monique Monika, Τα κορμιά μας

Τα κορμιά μας γίναν χαλάσματα
από κατεδαφισμένα κτίρια
σε πολέμους χαλεπούς.

Τα κορμιά μας κατακρεουργήθηκαν
σε φράκτες ασφάλειας και
εθνικής υπερηφάνειας.

Τα κορμιά μας γίναν ψάρια
κολυμπούν σε θάλασσα κόκκινη
κόκκινη από το αίμα μας.

Τα κορμιά μας σάπισαν
στα νερά του Έβρου
και στη λάσπη της Μόριας.

Τα κορμιά μας γίναν βόμβες
στα χέρια του κτήνους
με ρυθμούς ρατσιστικής προπαγάνδας.

Τα κορμιά μας δολοφονήθηκαν
από σφαίρες φασισμού
υπέρ πίστεως και πατρίδος.

Τα κορμιά μας ξοδεύτηκαν
σε απάνθρωπες σχέσεις
και ανέντιμες συνωμοσίες.

Τα κορμιά μας κάποια μέρα
κρίνα θα γίνουν και θ’ ανθίσουν σε όλη τη γη
με τη σπορά της ελευθερίας.

5/3/2020

Sriharan Ganeshan, Look at us

Please stop walking, and look at us
Raise your head and look at us
Raise your hands and look at us
Look at the life lost in our abode
Look at the tears our eyes have lost

We lost a year, when we lost the dream we wept
We lost two years, then we lost how to understand time
We lost three years, then we lost our appetite
We lost four years, then we lost sleep

After five years lost, we became addicted to medical drugs
After six years lost, we became addicted to the disease
After the seventh year lost, we became addicted to
the thought of hating our bodies
Lost in our eighth year, we were addicted to oblivion

Lost in our ninth year, we were addicted to the question
of “What is living?”
After ten years away we are slaves to a shadow
of an idea of “life”

*Note: This is a 150-word poem reflecting on the tenth anniversary of the detention of three Tamil Asylum seekers in Australia. It was written by a Tamil asylum seeker who was detained with them for 6.5 years. The poem published at “Overland”, a not-for-profit magazine with a proud history of supporting writers, and publishing ideas and voices often excluded from other places.

**Sriharan Ganeshan was a film photographer and journalist in Sri Lanka before fleeing the war. He documented many of the atrocities that occurred in the north, and was forced to flee his homeland 15 years ago. Sri arrived in Australia by boat and spent six years in detention before his release in 2015. Sri lives in Melbourne, has been involved with MAFA since it started in MITA detention centre in 2013, and has participated in the BriefCase exhibition at The Immigration Museum, The Whirling at NGV and had works in a recent show at No Vacancy. His main field is writing and he is working on his volume of poetry and stories called I See The Moon and The Moon Sees Me. Sri’s writing has been published in Overland, Peril, Writing Through Fences, the Key of Sea Journal and Writing From Below. He has also produced recordings of his poetry in Tamil which have been broadcast in France.

Κωστής Ανθάς, Δύο ποιήματα

ΔΙΑΤΡΗΤΟ φύλλο,
επουλωμένο με αίγλη και υμνωδία,
οπλίζω τον καρπό μου στα ιοστέφανα των καιρών.
Κατάντικρυ βόσκει η ίδια θυμηδία.
Πριν δοθούμε στο μέλημα
της υπέρτατης χλοερής παύσης,
το αδιαπέραστο ενώνει με κάτι το άπειρο.
Έχει το χρώμα της Άνοιξης,
ακράτητο γυρίζει πίσω, μα είναι πάντα εδώ,
σε όψεις που ρίγησαν πρώτες
απ’ το άντρο ενός σκύμνου
στις διαφορές, που χορεύουν όμοια,
σα νηστικές μπαλαρίνες.
Στα αλλοπρόσαλλα ζώπυρά πάθη δοξασίες γητευτών παραμέρισαν τις εσοχές.
Να λογιστούμε δε θέλουν τους ελεητικούς χτυπους του Εσπερινού.
Ν’ αμοληθούμε με λαφυρένιους χρυσόσταυρους απ’ της γιάμπολης την εκατόμβη, να ζώσουμε την πυρολάτρισσα ύπαρξή μας στην αγαπημένη του νοτιά πνοή.
Διάτρητο φύλλο, πόσο σε γνωρίζω!… Πές μου
να μάθω, σε ποιον θ’ ανήκει ο σταυρός.

ΞΕΚΟΥΡΑΣΟΥ σ’ αυτό το πρόχειρο ύψωμα,
μεγάλη ζυγωμένη πέτρα.
Αυτό το ξέχωρο άκουσμα,
που σφίγγει το σώμα σου,
έρχεται απ’ το αχολόγημα
του αποσπερίτικου μικρού δειλινού.
Μη φοβάσαι:
Αυτό είναι το δικό μου ατέλειωτο μεγαλείο,
το υπέργειο όραμα της εύφορης κοιλάδας μου,
με το απέραγο της αφθονίας έλπισμα,
ανάγερτο του λόγγου το στιμμένο βράδυ.
Ένα γλυκολέμονο
νοσταλγώ στο δουλικό της φωτιάς μου πανηγύρι,
ένα τσιγγάνικο καραβάνι,
άντεγμα του βροχερού φθινόπωρου,
να μεθάει με βιολιά κορίτσια μπροστάρικα
στα πετρωμένα ανεμοτράγουδα του όμορφου πολεμιστή.
Ξεκουράσου, γέφυρα των εύκαιρων ποταμών,
πέρασμα ευωδιαστό εύμοιρου καιρού.
Μιας άλλης καταιγίδας θά ‘σαι σύννεφο.
Τήραγε την παιδεμένη μέρα, ψυχή της νεκρής κοιλάδας.
Ξεκουράσου!…

*Από τη συλλογή ‘Επι γης ειρήνη”, Εκδ. “Δίπτυχο”, Αθήνα, 1983.

Νανά Ήσαΐα, Έγώ Είμαι

Δέν φαίνομαι καλά είπες;
Καί όμως είμαι ή ίδια.
Ή ψυχρή ήρωίδα ένός παράδεισου που δεν επαρκεί.
Μέ τά αντικείμενα
πού έχουν όλα μεταχειριστεί άπό μένα.
Έγώ είμαι.
Μεταλλικά μάτια.
Μεταλλικά μαλλιά.
“Αν καί δέν έχω τά υπόλοιπα είμαι έγώ.
Γι’ αύτό κάθισε νά μοϋ μιλήσεις.
Δώσε μου τις φράουλες.
Δώσε μου τή ζάχαρη.
Ο ήλιος ένηλικιώθηκε στό φώς.
Βλέπω μέλη πολλά άνάγλυφα.
Σάν άπό τόν πηλό μιάς εύπλαστης πλήξης.
Κάθισε λοιπόν νά μού μιλήσεις.
Τίποτα πιά δέν ειδοποιεί μεσα
μου
Πές ό,τι θέλεις.
“Οτι πήγες στή Ρώμη.
“Οτι έρωτεύτηκες.
Έγώ έχω τελειώσει νά τρώω.
Αλλά κάθισε.
Μή μέ κυττάς σάν νά μή φαίνομαι καλά.
Γιατί έγώ είμαι.

Γιά μένα τώρα είναι ή ώραία ώρα του καφέ.
Γιά σένα ένας άστακός στό πιάτο σου ώτακουστεί.
Πώς δέν ήμαστε πιά
μαζί.
Συγχρονισμένοι.

Πιο πέρα εί αι ηοαραλία.
Στην τυχαία μας αύτή συνάντηση λάμπει με μια μεγάλη ευκολία στο καλοκαίρι.
Μή μέ κυττάς σάν μιά φωτογραφίο που πήρε φώς στό φως
Άν και δεν φαίνομαι καλά εγώ είμαι.

Τά νέα μου;
“Ω πάντα τό μυστήριο μιας κρυστάλλινης ‘ιστορίας.
Πολύ μακρινής.
Τά μαλλιά μου υστερικά μαλλιά.
Τά μάτια μου υστερικά μάτια.
“Αν καί στό δωμάτιό μου ύπάρχει πάντα ή στιγμή πού έπιστρέφω.
Γράφω ξέρεις.
Αλλά μή
δοκιμάζεις αύτήν τήν πληγή.
Δέν είναι καλή έδώ πέρα.
“Αν ήξερες.
Μέσα άπό τί βγαίνω.
Όχι.
Όχι μέσα άπό ένα κουτί.
Πιό πολύ μέσα άπό μιά κουτή σκέψη.
Σάν νά βγαίνω μέσα άπό όλη μου τή ζωή.
Ελαττωμένη.
Βλέπεις ήταν ψέμματα όλα.
Τά χείλια καί τά φιλιά.
Γι’ αυτό δέν έχω πιά.
Τό σώμα θύμα.
Σάν ένα θέμα γιά τρομακτική σκηνή.
Αύτήν πού δέν θά έχεις ξεχάσει.
Μέ θυμάσαι γυμνή;
Σέ χρώμα φράουλας:
Καί δακρυσμένη;
Μέ θυμάσαι μικρή;
Καί σκοτωμένη;
Πριν άπό λίγο χτένισα τά ώραία μου μαλλιά.
Τά τεράστια μάτια μου τά έτόνισα.
Μέ αύτά τά τελευταία
σκέφτομαι ότι σέ κυττώ.
Έγώ.
Κανείς άλλος.
Δέν αισθάνομαι πιά όμως.
Δοκίμασα βλέπεις τήν άγάπη νά άγαπάς στό άπειρο ένα γαλάζιο.
Στό όνειρο ένα άλλο κόκκινο.
Στό έρωτικό πάρκο τό πράσινο.
Καί στό άγαλμα τό αρχαίο άσπρο.
Αισθήματα τού σώματος όλα
Χρώματα παλιρροιών
Όπως όταν ξεκινάει κανείς και μετά κάνει
πίσω
πάλι.
Μέ τό συναίσθημα πώς υπάρχει.
Κουραστικό κι αυτό.
Αλλά: ένα λεπτό — δέν θέλεις φράουλες είπες:
Προτιμάς ένα πορτοκάλι:
Θά είναι άπό πέρυσι ξέρεις.
Φέτος στό φώς οί κήποι έχουν χάσει τό φώς
Τά φρούτα φώτα τού φθινοπώρου.
Τούς άνεμους στά κλαδιά αάν μουσικά όντα.
Αλλά: δέν θέλεις ούτε φέτα:
Τίποτα άλλο δέν θά φάς:
Δίπλωσες στά τέσσερα καί τήν πετσέτα:
Τί σιωπηλά πού μιλάς.
Καί πάς τό άλάτι λίγο πιό κεί.
Κι έγώ πού θέλω νά σού πώ γιά ότι έγινε τότε —
Μήπως είσαι νεκρός:
Μικρά κρύσταλλα
άνάβουν τόν καθρέφτη στό φώς.
Σάν ένα φέρετρο φωτός καί προσώπου.
Καί αυστηρό τό είδωλο του εαυτού σου.
Σάν ό θάνατος.
νά τό έχει σκεφτεϊ κι αύτό.
Σέ μιά αντανάκλαση σκέψη.
Ώρες.
Ώρες πού περνάν.
Ώρες πού πέρασαν σάν μεταμορφώσεις.
Νύφη του λευκού άπλωσα τό πέπλο μου στο φως.
Τό απλοποίησα.
Σ’ ένα μεταξωτό κενό χωρίς έμένα.
Σέ ώρες γιά σένα χωρίς άποχρώσεις.
Καί τώρα έρχομαι μέσα άπό όλο αύτό τό όνειρο.
Μέ έκτός άπό σένα καί άλλους συσσωρευμένους έραστές.
Άπειρους καί γαλάζιους.
Ονειρικούς καί κόκκινους.
Πράσινους καί περιπατητικούς.
Αρχαίους καί άσπρους.
Ερωτεύομαι άκόμα τό κενό πού μού άφησαν γιά σώμα.
“Ενα άόρατο.
Παλίρροιας
καί άμμου ρευστής.
Καί άχρωμης νύχτας.
Δέν αισθάνομαι πιά Γλαύκο.
Είμαι μιά έρημος.
Θρίαμβος ένας Σιμούν μαλλιών
Δύο οάσεις ματιών.
Καί άπό κεί καί πέρα τό τίποτα.
Τό ποίημα.
Τό τέρας.
Τέλειωνε μέ τό πορτοκάλι σου λοιπόν.
Ώρες.
Ώρες πολλές πέρασαν
Καί είναι δύο καί δέκα
ή ώρα.
Πώς νά σού έξηγήσω άπό πού έρχομαι.
Φτάνει ίσως νά σού πώ γίά τό χαμόγελο τής κόλασης.
Άπό έλκη μεταλλικά.
Ατέλειωτα μαλλιά ως κάτω.
Μάτια τεράστια σάν κι αύτά πού έχω τώρα.
*
Σέ κυττάζω.
Ναί σέ κυττάζω.
Καί βάζω στό πιάτο μου λίγο κενό.
Σέ θαυμάζω.
Πού δέν έπαθες τίποτα άπό όσα έπαθα
έγώ.
“Ομως Γλαύκο δέν έκανες καί τίποτα.
Καί γι’ αύτό μιλάω μόνο έγώ.
Πού έγώ είμαι.
Θυμάσαι όμως; … .
’Εκείνη τήν άπειροελάχιστη άπόφαση πού δέν πάρθηκε σε καμία στιγμή. Καί πριν άπό τά δευτερόλεπτα είχαμε ύπάρξει κι έγώ κι έσύ ήδη στό τέλος.
Τι νά κάνομε τώρα;
Καθώς τό ποίημα γράφεται;
Τίποτα: τό τέρας τίποτα μάς κάθισε έδώ μόνο γιά νά σού μιλω.
Δέν ύπάρχει τίποτα νά κάνομε.
Ούτε έσύ.
Ούτε έγώ.
Μόνο θά παίζουμε μέ τη μορφή αύτού τού ποιήματος.
Δές πώς ό άστακός γράφτηκε
κι αύτός.
Καί οι φράουλες σάν φράσεις άπό ρόζ φώς.
Τό πορτοκάλι πού τρώς.
Καί ή παραλία —
Καί ή παραλία είναι μία άπό τις ιστορίες της θαλασσας
πού σού τή λέω καί πάλι.
Μέ είχες απαλλάξει άπό τις λέξεις κάποτε.
Είναι καιρός άπό τότε.
Από τό έρωτικό δωμάτιο μέ τό θάνατο καί τό σώμα.
Τώρα στό τεράστιο αύτό έστιατόριο μ’ ένα παγωτό δανύομε τήν άπόσταση άπό έδώ μέ λόγια ως
τήν άλλη άκρη τού κόσμου.
Οί πάγοι είναι άμετάλλακτοι
Κρυσταλλικά τά μάτια μου σοϋ στέλνουν τό πολικό τους φως.
Σέ κυττοϋν μέ διαθλάσεις.
Μέ διαθέσεις οδυνηρών άναμνήσεων.
Δέν έχω ξεχάσει Γλαύκο.
Δέν θά ξεχάσω ποτέ.
“Οτι έχω ξεχάσει.
Τό ρολόι τώρα λέει τρεϊς.
Τί λέμε έμεϊς;
Πώς πέρασε ή ώρα.
Μή μέ άμφισβητείς ώς καί σ’ αυτήν τήν τελευταία στιγμή.
Ο τρόπος μέ τόν όποιο ή θαλασσα κάνει γαλαξία
τά τραπεζομάντιλα
ό ήλιος πού πάει ώς τήν τελευταία τους πτυχή όλα όσα λάμπουν άμετάκλητα σάν τά πιάτα σάν τά ποτήρια
καί σάν τά έτερόκλητα άντικείμενα ένός άντίο
άπαιτοϋν άπό τις σκέψεις μας έναν έλάχιστο ειρμό.
Πλήρωσε τόν λογαρισμό.
‘ Φεύγουμε.
Είναι σχεδόν άπλό.
Εμένα άποχαιρετάς.
Ή μεταφυσική μας αύτή συνάντηση έγινε.
“Εστω καί χωρίς σάρκα καί χωρίς όστά μέ τά τεράστια μάτια μου
καί μέ τά υστερικά μου μαλλιά ……
σέ άποχαιρετώ μαζί μέ τήν παραλία και με ολο αυτο
τό φώς έγώ
κανείς άλλος.
Μήν άμφιβάλεις λοιπόν
Δέν έχω νά πάω πιό μακριά άπ’ ότι πήγαμε μαζί πριν άπό λίγο
Μόνο ως τήν πόλη
Όπου θά σέ σκέφτομαι Μέ αυτό έδώ τό έπίμονο έγώ
Πού πές του άντίο έπιτέλους γιά νά τελειώνομε γιατί έγώ
είναι

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τραμ – Ένα Όχημα”, Δεύτερη Διαδρομή, Τρίτο Τεύχος, Θεσσαλονίκη, Νοέμβρης 1976. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το ιστολόγιο του ποιητή Λουκά Λιάκου στον σύνδεσμο http://loukasliakos.blogspot.com/p/blog-page_90.html