Ιωάννα Ξυλόσομπα, Δύο ποιήματα


No 57

όλοι οι πόλεμοι είναι εμφύλιοι
γιατί όλοι οι άνθρωποι είναι αδέρφια
στενοχωριέμαι καμιά φορά
που η ποίηση μιλάει
μόνο για αυτούς που την ακούνε
αν και θα τη συμβούλευα,
σα δικηγόρος της παντα,
να μη πει τίποτα απολύτως

***

αχ μωρέ Αθήνα

Άραγε
δε θά ‘ταν ενα θέαμα όμορφο
να έμπαζε νερά απ’την ανάποδη
η βρύση του χρόνου

και να βλέπαμε ξάφνου
στα πέριξ και άνω
της Ακρόπολης των Αθηνών
τη πτήση ενος πτεροδάκτυλου;

Φλαπ φλαπ
και σκρικ σκρικ
και όταν πια εκείνος
τόβρισκε σωστό
να εξέτεινε το βλέμμα του
σα λέηζερ δικαιοσύνης
πάνω σε μια πόλη που
-τι τα θές-
ήδη λαμπαδιασμένη ήταν.

και κάπως έτσι να τύλιγε
με τις νυχτερινές φτερούγες του
τα παντελεήμονα κλεμμένα μάρμαρα
και τα αγάλματα που
-στο κατω κατω, μεταξύ μας-
δε συμπόνεσαν ποτέ κανέναν.

Αυτόν τον πανικό ένοιωσα κι εγω για σενα.
Αν και πρέπει
το ξέρω
καχύποπτοι να είμαστε
με την νοσταλγία μιας εποχής
που ο χρόνος δε θα ‘χε σημασία

*Από το βιβλίο “Αποσπάσματα από τα όνειρα τιυ ξυλοκόπου”, εκδόσεις “κακός βηξ”, Δεκεμβρης 2017.

Blues + Spoken Word

CONCENTRATION CAMP BLUES

I aint joking people, I aint playing around
Wouldn’t jive you people, aint playing around
They got the Indian on the reservation
Got us in the ghetto town

Like when you down home, tryin to get out
A mule in his stall tryin to kick out
You gets to it in the ghetto but you aint got out

Wouldn’t jive you people, this is a natural fact
They watchin us all people, a natural fact
The man is planning to put a harness on my back

So get with it people, let’s get outa his camp
I aint jokin, I got to get outa his camp
Cause the man is ready to number us all with a
Rubber stamp

HENRY DUMAS

ΤΑ ΜΠΛΟΥΖ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟΥ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ

Δεν κάνω πλάκα
Δεν παίζω
Δεν αστειεύομαι
Δεν παίζω
Έχουν τον Ινδιάνο υπό κράτηση
Και μας βάλανε στο γκέττο
Σαν να ‘σαι κλειδωμένος στο σπίτι σου, και να προσπαθείς να βγείς
Σα μουλάρι που κλωτσά για να βγει από το στάβλο
Έτσι πας στο γκέτο μα μετά δεν μπορείς να βγεις
Δεν αστειεύομαι, είναι φυσικό γεγονός
Μας κοιτάνε
όλους εμάς,
κι αυτό είναι φυσικό γεγονός
0 τύπος θέλει να μου περάσει στο λαιμό χαλινάρι
Οπότε καταλάβετε το, να βγούμε από το στρατόπεδο
Δεν κάνω πλάκα, πρέπει να βγω απ’ το στρατόπεδο του
Γιατί ο τύπος είναι έτοιμος
να μας αριθμήσει όλους
με πλαστική σφραγίδα

***

THE SCARLET WOMAN

ONCE I was good like the Virgin Mary and the Minister’s wife.
My father worked for Mr. Pullman and white people’s tips;
but he died two days after his insurance expired.
I had nothing, so I had to go to work.
All the stock l had was a white girl’s education and a face that enchanted the men of both races.
Starvation danced with me.
So when Big Lizzie, who kept a house for white men, came to me with tales of fortune
that I could reap from the sale of my virtue I bowed my head to Vice.
Now I can drink more gin than any man for miles around.
Gin is better than all the water in Lethe.

FENTON JOHNSON

Η ΑΛΙΚΗ ΓΥΝΑΙΚΑ
Κάποτε ήμουν καλός όσο η Παρθένα Μαρία και η γυναίκα του Παπά.
Ο πατέρας μου δούλευε για τον Κύριο Πούλμαν και τα φιλοδωρήματα των λευκών.
Αλλά πέθανε δυο μέρες αφού έληξε η ασφάλεια του.
Δεν είχα τίποτα, κι έτσι έπρεπε να πάω να δουλέψω.
Όλο το απόθεμα που είχα ήταν μια μόρφωση που άρμοζε σε λευκό κορίτσι κι ένα πρόσωπο που μάγευε τους άντρες και των δυο φυλών.
Η πείνα χόρευε μαζί μου.
Έτσι, όταν η Μπιγκ Λίζυ, που κράταγε έναν οίκο για λευκούς, ήρθε με ιστορίες για περιουσία και τι θα μπορούσα να αδράξω από την πώληση της αρετής μου υποκλίθηκα στην Αχρειότητα.
Τώρα πίνω περισσότερο τζιν από κάθε άλλο άντρα μίλια μακριά.
Το τζιν είναι καλύτερο απ’ όλο το νερό στη Λήθη.

*Από το βιβλίο “Blues + Spoken Word Σημειώσεις για τη δύναμη των λέξεων στη μαύρη κουλτούρα”, εκδ. Antifa live, Δεκέμβρης 2014. Μετάφραση: Α.Μ.

Μαρία Κατσοπούλου, Ήσουν η κοκκινόμαυρη σημαία μου

Ήσουν η κοκκινόμαυρη σημαία μου
Υψωμένο του πόθου λάβαρο στο κέντρο του κόσμου.
Ήμουν το ματωμένο σου σπαθί
Όταν έσκισες τον ουρανό στα δύο
και του άδειασες το μπλε.

Μια κυανή λίμνη σχηματίστηκε στο έδαφος
Απ’ όπου ενωμένοι γευτήκαμε τον πόνο του.

Χαμένη στο όνειρο της ηδονικής πληγής
Μου δόθηκες με δάκρυα στα μάτια
Κι εγώ φίλησα το πορφυρό αγκάλιασμα της αγάπης σου
Μην προσδοκώντας τίποτα περισσότερο
από την αιμορροούσα ψυχή σου.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν στις 29 Γενάρη 2013 στο http://www.bibliotheque.gr/

Ευάγγελος Ρουσσάκης, Dolore

αύριο θα είμαστε άλλοι.
θα μιλάμε λιγότερο.
θα λέμε πιο πολλά.
θα κοιμόμαστε σε φυσιολογικές ώρες.
θα αγαπάμε με λογική και σύνεση.
με το μέτρο των πολλών ανθρώπων.
δεν θα μας στοιχειώνει,
που τις νύχτες τα χέρια μας είναι άδεια.
δεν θα περιμένουμε.
δεν θα υπάρχει καμία αναμονή
για το μαβί και το γαλάζιο.
όλα θα είναι μονόχρωμα, και πολύχρωμα.
μα όχι σαπφειριά.
θα ξενυχτάμε μόνο τις ημέρες αργίας.
θα πίνουμε ποτά για να ταιριάξουμε με τον κόσμο.
δεν θα μας τρελαίνει τίποτα.
δεν θα πονάμε.
θα κινούμαστε στους δρόμους,
σε νορμάλ τέμπο
και δίχως τη μουσική στ’ αυτιά μας.
δεν θα παρατηρούμε
τις μικρές αλλαγές της άνοιξης.
η θάλασσα θα είναι μόνο ένας τρόπος χαλάρωσης
μετά από μια μέρα στη δουλειά.
δεν θα ονειρευόμαστε ξύπνιοι.
δεν θα βλέπουμε ταινίες
και δεν θα κλαίμε επειδή η Αλίκη
δεν πήγε ποτέ πραγματικά στην ονειροχώρα.
θα ακούμε αδιάφορα τραγούδια,
μόνο για να μην μιλήσουμε με τον διπλανό μας.
θα δυσκολευόμαστε πολύ να κλάψουμε.
οι μέρες θα είναι μέρες συνείδησης.
μια ευθεία.
και πάλι ευθεία.
μόνο ευθεία.
ένα φορτίο ανείπωτα γραμμικό.
δεν θα αγαπάμε τις ελλείψεις μας,
δεν θα μισούμε που είμαστε μόνοι.
τα βιβλία μας δεν θα μας φέρνουν δάκρυα στα μάτια.
θα γράφουμε αδιάφορα και υλικά.
όλη η μαγεία θα είναι μόνο ένα πρωί ονειροπόλησης.
αύριο θα είμαστε κάποιοι άλλοι.
αλλά θεέ μου,
επειδή δεν θα ξημερώσει εκείνο το αύριο,
παρακαλώ: γίνεται να μην πονάει τόσο;

*Από την άρτι κυκλοφορήσασα συλλογή “Νυχτερινές προσευχές”. Εκδόσεις “Πηγή”.

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Δύο ποιήματα

Η ποιητοπαγίδα

Στον Τάσο Πορφύρη

Υπάρχει μια παγίδα
αριστοτεχνικά στημένη
Μέσα πέφτουν ποιητές
Ένας λάκκος στρωμένος
έναν γαλάζιο ουρανό
και λίγο κόκκινο:
«δε μου χαρίστηκε ποτέ τίποτα»
σαν παραλλαγή αιμόπτυσης

Ξεγελιέται ο ανύποπτος ποιητής
πατάει στο γαλάζιο και πέφτει
Από πάνω τον ραίνουν λουλούδια
πριν τον φωτογραφήσουν καρφωμένο
πάνω στις λόγχες της καθημερινότητας

Οι κυνηγοί δεν επιτίθενται στην αγέλη
ξεδιαλέγουν τους ποιητές
τους παραμονεύουν και
τους αποκεφαλίζουν

***

Αργά το βράδυ στη μεζονέτα του Μινώταυρου

Τα σκαλοπάτια της εσωτερικής
μπετονένιας σκάλας, με την
ξύλινη επένδυση

Ανεβαίνει κάθε βράδυ
ο Μινώταυρος αγκομαχώντας

Σέρνει τα βαριά του βήματα
κουβαλάει στην πλάτη τα σφάγια
Στο πλατύσκαλο κοντοστέκεται
Χαμογελάει με ανακούφιση
ο ψυχαναλυτής τού το είπε ξεκάθαρα
είναι αθώος. Ακολουθεί τη φύση του
Άλλοι στέλνουν τα παιδιά στη σφαγή

Αυτός μπορεί επιτέλους
να κοιμηθεί ήσυχος

*Από τη συλλογή “Οδηγίες χρήσης ιπτάμενης ραπτομηχανής”, Εκδόσεις Οδός Πανός, Φεβρουάριος 2020.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τα γυάλινα μάτια των ψαριών

Ήταν στιγμές
που περπατούσα ανάποδα στην όψη μου.
Χέρια χαράζαν το δέρμα από μέσα.
Νύχια γαμψά
απ’ τη λαχτάρα μου να δω.
Χαράδρες σκάβαν βαθιά τα δυο μου μάτια.

Εσείς
ανυποψίαστοι
κομψοί
σχοινοβάτες του ύπνου.

Κι εγώ
μια λέαινα
δίχως δέρμα
με το αίμα πηχτό ποτάμι στα μετέωρα μάτια
και τα χέρια ξέπλεκα δίχτυα
σε θάλασσα δίχως ψάρια.
Τα σκότωσε όλα το αλάτι που δεν ήταν αλάτι
μα σκόνη.
Τα έστειλε στα βουνά να γυρεύουν ανάσα.

Ψάρια δίχως βράγχια
εκλιπαρούσαν γι’ αέρα απ’ τα μάτια.

Έχεις δει ψάρια με μάτια ανθρώπου;
Εγώ τα είδα
στην απόκρημνη πλαγιά.

Ήταν εκεί.
Μου μίλησαν με ανθρώπινη λαλιά.
Μου λέγανε πως στέρεψε η αρμύρα από τις θάλασσες
το νερό τους στυφό
κι ο αέρας φαρμάκι.

Με κοιτάζαν με μάτια ανθρώπου
κι εγώ
ένιωσα ξαφνικά τον αέρα να εισβάλλει μέσα μου με πόνο
και δε βαστούσα να κοιτάξω στα μάτια σας.

Άνθρωποι
Συνεπιβάτες μου
Δίχως ντροπή κλέψατε τα γυάλινα μάτια των ψαριών
Τα φοράτε με καμάρι
Κι αυτάρεσκα υψώνετε το δάχτυλο
Να με δικάσει.

*Από την ομώνυμη συλλογή, σε εκδόσεις Βακχικόν, 2016.

Ένα έτσι, Η απουσία είναι πιο περίπλοκη από την παρουσία

Η απουσία είναι πιο περίπλοκη από την παρουσία.
Η σιωπή είναι πιο μπερδεμένη από τον ήχο.
Η μοναξιά είναι πιο γρήγορη από τον χρόνο
πιο έξυπνη κι απ’ τους δυο μας, πιο εθιστική απ’ την νύχτα
πιο χαοτική απ’ τον κόσμο και πιο μπροστά από μένα.
Πιώ, δεν πιώ, πρέπει να μου θυμίζεις συνέχεια
το ονομά μου και γιατί αυτό το όνομα σου ανήκει.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2020/09/11/4882/ Η φωτογραφία της ανάρτησης προέρχεται από το ίδιο ιστολόγιο.

Γιάννης Κόντος, Χρόνος…

Όπως χαλάει ένα ρολόι
και το κάνεις βίδες
για να βρεις το μυστικό του.
Την ψίχα του χρόνου.
Βλέπεις το τίποτα
να αναδύεται καπνός.

Tout comme une montre s’arrête
et tu la démontes
pour trouver son secret.
La mie du temps.
Tu vois le néant
s’élever en fumée.

*Το ποίημα και η φωτογραφία που το συνοδεύει αναδημοσιεύονται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2020/09/08/χρόνος-2/

Herbert Huncke (1915-1996), Δύο ποιήματα

PETER
για τον Peter Orlovsky

Μόλις τέλειωσα να τρώω τον Peter, τον συνοδέυσα με μπύρα—
μπύρα ξανθιά. Ήταν τρυφερός και ζουμερός—γευστικός—γεμάτος
γλύκα και άπαχος.

Κατάπια ολόκληρη την καρδιά του. Ξεψάχνισα τα κόκκαλά του
εντελώς—αφήνοντάς τα σ’ έναν σωρό—όμορφα στοιβαγμένα—
χωρίς μεδούλι.

Απ’ τα μαλλιά του θα υφάνω ένα μεταξένιο σακάκι—
ένα φουλάρι—να τυλίγω το λαιμό μου, κι ένα ζωνάρι.

Από τα κόκκαλά του θα φτιάξω ένα κρεβάτι—να περνώ ώρες
ξαπλωμένος πάνω του—κάνοντας όνειρα—το κρανίο του
μαξιλάρι για το κεφάλι μου—πουλιά θα έρθουν και θα με βρουν
εκεί νεκρό.

Θα με τσιμπήσουν κόβοντας μικρά κομματάκια σάρκας.
Κάποια απ’ αυτά θα πετάξουν μακριά—ρίχνοντάς με στη
θάλασσα—για τα ψάρια. Ο ήλιος θα με ξεράνει κι ο άνεμος
θα σκορπά νιφάδες τέφρας πάνω απο τη γη.

Αργά αργά τα κόκκαλά μας θα κονιορτοποιούνται, καθώς θα
γινόμαστε σταδιακά σκόνη -η βροχή θα μας ανακατεύει μαζί-
θα ρέουμε στη γη σε μικροσκοπικά ποταμάκια -διαποτίζοντας τις
ρίζες των δέντρων – των χόρτων- των λουλουδιών.

Θα βρουν τα κρανία μας – τελευταία που μένουν-
αγκαλιασμένα σαγόνι με σαγόνι – σε μια καρικατούρα φιλιού.

***

ΧΟΡΕΥΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

Έχω κάνει φυλακή
δεν χορεύουν στη φυλακή
-κανένας δεν χορεύει στη φυλακή, μόνο ίσως στο κελί κάποιος
μόνος του
χτυπώντας τα δάχτυλα και φορώντας ακουστικά,
και φυσικά στα όνειρα.
Υπάρχουν καλά ακούσματα
στη φυλακή που ήμουν εγώ
γιατί είναι κοντά στοv Καναδά, στο Μόντρεαλ,
και τους αρέσει η φίνα μουσική
και πολλά από τα προγράμματά τους είναι αφιερωμένα σε
νέους μουσικούς της τζαζ
και δεν είναι όλο εμπορικά
και κάποιοι απ’ αυτούς τους τζαζίστες εμφανίζονται στη σκηνή.
Έπειτα υπάρχει και κάμποσο τρελό πράμα εδώ
που περιστασιακά φτάνει κι εκεί.
και στην αυλή παρέες με κόρνες, κιθάρες και κάτι να
βαράνε, ξεσπάν και χτυπούν παλαμακια και δίνουν
ρυθμό, και μένα μου ‘χει αρέσει πολύ.
Εδώ που τα λέμε, ήταν ένας ασυνήθιστος τύπος μ’ ένα σαξόφωνο
που συνέχεια έπαιζε μόνος του ή με άλλους
-μόνος στο κελί του ή κάποιες φορές μ’ έναν άλλον
δυο κελιά μακρύτερα
που θα βαρούσε μια κιθάρα και θα άκουγες τζαζ-
κι ο τύπος πραγματικά θα αφηνόταν μέχρι τις 7 η ώρα
όταν θα χτυπούσε το κουδούνι για να σταματήσουν οι ομιλίες.
Κάποιες φορές μιλάνε για χορό,
θυμούνται περασμένες εμπειρίες με γκόμενες που
συναναστρέφονταν
-«που τον κουνούσαν καλά, μάγκα»-
ή όταν πήγαιναν στο Παλάντιουμ, ακόμα ακόμα και στο
παλιό Σαβόυ κι αμέτρητα άλλα μέρη,
ειδικά όταν έρχονταν στη σκηνή ονόματα όπως
ο Basie, ο Ellington, ο Kenton (1), όλοι τους.
Φυσικά ακούγονταν κι άλλοι όπως
ο Miles Davis, ο Yardbird Parker και
ο Shearing, η Sarah Vaughan,
η Anita O’Day, η Keely Smith, η Dakota Staton,
και θα μπορούσα να συνεχίσω αναφέροντας πολλούς ακόμα
αλλά οι περισσότεροι από αυτούς είναι κυρίως να τους ακούς
-αν και δεν νομίζω ότι στην πραγματικότητα αυτό αληθεύει
μιας και με κάθε μουσική μπορεί κάποιος να χορέψει.
Εν πάση περιπτώσει, εγώ χόρεψα τη νύχτα που πέρασε
κι αυτό μ’ έκανε πολύ χαρούμενο.
Δεν είμαι κάνας χορευταράς, πράγμα που σημαίνει ότι
δεν ξέρω πάντα τι να κάνω, ειδικά με τα πόδια μου,
αλλά πάντοτε με κάποιον τρόπο τα καταφέρνω
και ναι, κερδίζω κάποιες μεγάλες συγκινήσεις.
Και το ’κανα τη νύχτα που πέρασε.

(1) Αναφορά στους Count Basie, Duke Ellington και Stan Kenton, σπουδαίους επικεφαλής των μεγάλων τζαζ ορχηστρών στο πρώτο μισό του 20ου αιώνα.

*Από την Ανθολογία “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβρης 2013. Μετάφραση-Επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής.

Ανθή Τσεκρέκου, Δύο ποιήματα

Άνοιξη

Τα χελιδόνια έφταναν φαρμακωμένα
πίσω από σύρματα
μες σε στρατόπεδα
κάτω στη γη
στο μέσο κάθε απόστασης εμπόδια.
Περίμεναν μιαν άνοιξη
Απλωμένες παλάμες
Να κουρνιάσουν τα κεφάλια τους
Να ζεστάνουν στα πόδια
τα χιλιόμετρα και την ακινησία.
Και αυτή η άνοιξη που ήρθε
πιο κλειστοφοβική από ποτέ.

Απρίλης 2020

***

Ξηρασία

(στη μνήμη του ποιητή Μιχάλη Κατσαρού)

Κουβάλαγαν νερό στο μέλλον
για να μην έρθει ξηρασία.
Στιγμή δε στάθηκαν να δροσιστούν.
Τους βρήκαν σε προχωρημένη αφυδάτωση
Στη λίμνη που ‘φτιαξαν
-Τάφο υγρό-
Τους έθαψαν.
Στη μνήμη τους
κουβάλαγαν νερό στο μέλλον.

Ιούνιος 2020

*Η Ανθή Τσεκρέκου γεννήθηκε το 1973, κατάγεται από το Άργος και έζησε εκεί τα σχολικά της χρόνια. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στη Νομική Αθήνας. Στην Αθήνα έζησε είκοσι χρόνια και τέσσερα χρόνια στη Γερμανία όπου μετανάστευσε για εύρεση εργασίας. Είναι μητέρα ενός παιδιού. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή με τον τίτλο “Ικανές και αναγκαίες συνθήκες” που κυκλοφόρησε τον Γενάρη του 2019 από τις εκδόσεις Όστρια. Μετέφρασε το βιβλίο “Arditi del Popolo – Η ιστορία της πρώτης αντιφασιστικής οργάνωσης και η αποτρέψιμη άνοδος του Μπενίτο Μουσολίνι” του Tom Behan που κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο.