Ηρώ Νικοπούλου, Δύο ποιήματα

ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ να γίνω ισότιμη 

καθρεφτάκι ο χρόνος που φόβισα 

ολοστρόγγυλο σαν τις φωνές 

που αφήνω στα χέρια σου 

να οργώνουν βαθιά τη σιωπή.

Αεράκι απ’ τα μέσα η φωνή σου 

κι ονόμασε

— Πώς να μιλήσω; —

***

ΓίΝΟΝΤΑΙ ΚΑΠΟΤΕ απάτητες κορυφές τα σώματα

όταν τα όρια σκεπάζονται

που ήξερες μ’ ομίχλες

κι από τις παιδικές μας ιστορίες

γλιστρούν φαντάσματα τα γέλια

που όλο έρχονται

και αφοπλιστικά σού κατοικούν τα μάτια.

Δεν υπάρχει ύστερα χώρος αρκετός για έρωτα, 

η πόλη με τις σκιές της όλες ταξιδεύει 

αφήνοντας σπαράγματα κολόνες οριζόντιες 

αετώματα καφενείου τραπεζάκια.

Χαλάσματα Θησείο απόγευμα 

κι ο Κολωνός αλλού.

Το σάλεμα της ρίζας 

και το όργωμα 

σε πέτρας σπλάχνο.

*Από τη συλλογή “Ανέμου”, Εκδ. Πλανόδιον, 1999.

Τρεις Τούρκοι ποιητές

Α. Καντίρ, Απαγόρευση κυκλοφορίας

Τι δουλειά έχουμε εμείς με σας, φαντάροι, 

Κυριακάτικα από μας τι ζητάτε, 

γιατί δε μας αφήνετε να βγούμε στο δρόμο, 

μείναμε στις πόρτες, στα παράθυρα, 

πνιγόμαστε, θα σκάσουμε, θα πεθάνουμε, 

γιατί ήρθατε φαντάροι στο μαχαλά μας;

Σήμερα δεν έχει χαρταετούς, χαλβά, γλυφιτζούρια, στραγάλια, κοκοράκια, ζαχαρωτά, 

κρυφτό, σχοινάκι κι άλλα παιχνίδια, 

ούτε και στο γείτονα μας τον Ομέρ μπορώ να πάω, 

φαντάροι, γιατί φαρμακώσατε αυτή την Κυριακή μας;

Το σπίτι μας είναι κλειστό κουτί, 

πνιγόμαστε, θα σκάσουμε, θα πεθάνουμε, 

φευγάτε γρήγορα απ’ εδώ, γρήγορα φευγάτε [… ]

***

Σουάτ Τασέρ, Ο φόβος

Καταντήσαμε να φοβόμαστε τον ίσκιο μας

να φοβόμαστε να χαιρετάμε, να ονειρευόμαστε, 

τον ταχυδρόμο που χτυπάει την πόρτα μας, 

το ζητιάνο, το μωρό στην κούνια του, 

το λουλούδι μας στη γλάστρα, 

το είδωλο  μας στον καθρέφτη. 

Τελειώνει η μέρα, ατελείωτος ο φόβος

σταματάει η βροχή, ο φόβος ασταμάτητος. 

Κοιμάται η θάλασσα, τ’ αστέρια σβήνουν

πάνε κι έρχονται τα σύννεφα

ο φόβος έρχεται δε φεύγει. 

***

Ορχάν Βελή Κανίκ, Γράμμα

Ανταμώσαμε χτες

Απ’ την τσέπη μου

Έβγαζα ένα ποίημα πουχα γράψει για σένα

Να στο διαβάσω

Όταν με ρώτησες τι ειν’ αυτό 

Τίποτα σου είπα, κάποιου φίλου η διεύθυνση

Ψάχνω το σπίτι του

*Πηγή: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου.

Γιάννης Ρίτσος, Ο πικρός χρόνος / Yannis Ritsos, Bitter time

Μετάφραση: Μανώλης Αλυγιζάκης / Translation: Manolis Aligizakis 

Ο ΠΙΚΡΟΣ ΧΡΟΝΟΣ

Γέροι και γέροι, με τη μεγάλη αργόπρεπη πανσέληνο,

με τους ψηλούς φανοστάτες πλάι στη θάλασσα. Να φύγουν

δε θα `ταν τόσο δύσκολο άν κάποιος τους ρωτούσε,

άν κάποιος τους κρατούσε να φορέσουν το παλτό τους, άν

ένα παιδί στεκόταν λίγο πλάι τους να κοιτάξει μαζί τους

το πλοίο που απομακρύνεται με τα ήσυχα φώτα του. Οι νέοι

αλλού συχνάζουν, θορυβούν σε κόκκινα ημίφωτα, δεν ξέρουν

το χάρισμα της ίδιας τους της νεότητας, όταν η ωραία γυναίκα

πέφτει απ’ τον έβδομο όροφο στον κήπο, ντυμένη μονάχα

την άσπρη νυχτικιά της ολοκέντητη με μώβ πανσέδες.

BITTER TIME

Old men and old men, with the big waning full-moon,

with the tall lampposts next to the sea. It wouldn’t

have been hard for them to leave if one asked them,

if one helped them put on their heavy coat, if

a child stood next to them for a while to look

at the ship with its serene lights weaning away. But

the young men frequent other places, noisy places

under dimmed red lights, they don’t know

the charisma of their own youth, when the beautiful woman

falls off the seventh floor to the garden, dressed only

in her white nightgown embroidered with purple pansies.

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ / The poem republished from here: https://authormanolis.wordpress.com/2017/06/15/yannis-ritsos-translated-by-manolis-aligizakis-3/

Βύρων Λεοντάρης (1932-2014), Σεσημασμένος είμαι

Έχετε τα γραφικά μου αποτυπώματα

μπορείτε να με αναγνωρίσετε, όχι όμως και να με

διαβάσετε ούτε να με διαβείτε

Ποντάρατε στο μαύρο μου και χάσατε

Ποντάρατε στο κόκκινό μου πάλι χάσατε

κακή ζαριά ήμουνα στα χέρια σας

Τα λόγια που μιλώ μου κόβουνε τη γλώσσα

κάθε χειρονομία μου με σταυρώνει

Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν.

Σ’ αυτή την εποχή της υπαρκτής ποίησης

ποιητής μιας ποίησης που δεν μπορεί να υπάρξει

μόνο με τους νεκρούς μιλώ και γι’ αυτούς γράφω.

Μόνο αυτοί μπορούν να με διαβάσουν

*Από τη συλλογή “Έως…”, Εκδόσεις “Νεφέλη” 2003.

Κατερίνα Αγυιώτη, Δε μου αρέσουν οι γυναίκες

(Στην Κ.Χ.)

Δε μου αρέσουν οι γυναίκες. Οι γυναίκες

σκαλίζουν στον ύπνο τους οικόσημα

που το πρωί τα βρίσκουμε κρεμασμένα στην πόρτα.

Ανεβαίνουν βουνά – και καθώς τα ανεβαίνουν 

αλλάζει πίσω τους η γεωγραφία. Τις αποφεύγω. Δε σε 

αφήνουν να αλλάξεις ψυχή.

Όταν είσαι άρρωστος, σε ταΐζουν με κάτι που θα τις χορτάσει.

Στην προσπάθειά τους να σκεφτούν πάνω στον εαυτό τους

γίνονται φίδια της ερήμου, βραχώδεις πλαγιές 

ή τόμοι της Παλαιός Διαθήκης.

Οι αρχαιολόγοι τις ανακαλύπτουν θαμμένες ζωντανές 

κι απ’ αυτό το γεγονός, ασπρίζουν τα γένια τους.

Οι γυναίκες έχουν ένα θλιμμένο κτήνος στο λαβύρινθο του αυτιού

που τρέφεται με τα ερωτόλογα των εραστών τους.

Οταν κινδυνεύω να τις λυπηθώ, αλλάζω δέρμα και προχωρώ προχωρώ 

βαθιά μέσα στην έρημο.

*Από τη συλλογή “Ο ταμίας του θεού”, εκδόσεις Φαρφουλάς.

Λεωνίδας Καζάσης, Ποιήματα

Θα ’ρθείς όταν οι πλαγιές

θα ’χουν μαυροφορεθεί,

τα κύματα θα ’χουν στερέψει

από άρμη και αφρό,

τα ξάρτια σχισμένα,

θα βρουν τον προορισμό της ταφής,

οι άσπρες πέτρες της θάλασσας θα ‘χουν χαθεί,

ο ουρανός δεν θα νογά γαλήνη,

μήτε δάκρυα θα πετά,

έρεβος θ’ ανατρέψει τον αμείλικτο χρόνο.

Θα γύρεις το ρόπτρο

μα θα ‘μαι ανίκανος να νοιώσω οποιονδήποτε ήχο.

***

Αφού οι λιόχαρες ακτίνες

λεμφατικές εγίναν,

αφού τα χρώματα του χούμου

και των πόντων ξέθωρα, τείνουν να χαθούν,

η απάθεια την αδικία υπερκέρασε,

αργυρώνητος ο γλυκαχός της ηδονής,

στην αγορά πανάκριβα αιδοία αναφρόδιτα.

Κι ο θάνατος ο κορυστής

μονάχος του την πλήξη αντιπαλεύει.

***

Άνικμα αδιέξοδα

καλούν και ζωγραφίζουν,

της ανοδίας φριμαγμοί

ιδροκοπούν τους στοχασμούς κεντρίζουν.

Της γηθοσύνης, εύθραυστο κλαδί,

νύμφες σαγήνης, άδεια ευνή.

Ω καταδίκη! Αναμονή

σε δολερό επέκεινα.

Κωνστάντια! Λήδα! Έρκυνα! 

***

 Ας δοθούμε στην Απόπειρα,

αγνοώντας τη λιπόψυχη Έκβαση,

ας ακλουθήσουμε των φυγάδων ίχνη σβηστά.

Κυβεία εσύ πανέμορφη! Ανήθικη, σεπτή,

ελεύθερη, ηδονική,

ανεπανόρθωτη χαρά,

εχθρά Εστίας συμφορά.

                                                 Στους εξωμότες του ονείρου.

                                                 Λογοπαίκτης από γενιά χαρτοπαικτών.

Μαρία Ξενουδάκη, Ποιήματα

Το θλιβερό γεγονός τρέχει,

λάμπουν μελαγχολικά τα μάτια του παιδιού,

μες στη νεκρική σιωπή ξεπηδούν απόκοσμοι ήχοι,

κακαρίζει, ασελγεί η κουκουβάγια,

τίποτα δε συναρμολογείται.

Το παιδί κοιμήθηκε με το χέρι στο στήθος, μια μεγάλη πληγή ανοιχτή.

Κανείς δεν υπάρχει, τεθλασμένο τοπίο,

μια μαύρη τρύπα, η γραμή στον ορίζοντα

                                        Τέλος.

***

Η θλίψη είναι απλή

σαν τους λευκούς τοίχους του νεκροτομείου, η θλίψη είναι άυλη

μπαίνει απ’ τ’ ανοιχτά παράθυρα του μυαλού, 

μαζεύει ενέργεια και μετά αβίαστα 

τη διοχετεύει σ’ όλους τους πόρους του κορμιού.

Τι να κάνεις μπροστά σε τέτοια οργανωμένη ενέργεια, 

η παγίδα εδώ ηχεί προαιώνια,

η σάλπιγγα του πόνου μεταδίδεται σαν τη φωτιά στον άνεμο

και συ παγιδευμένος,

μουσκεμένος νωπό αίμα,

ρουφάς τη θλίψη σου κοιτώντας από ψηλά…

Η αυτοχειρία είναι πράξη βίας.

Λένε…

Παρακολουθώ τον θάνατό μου να αιωρείται, 

την πληγή μου να μαζεύει καύκαλο, 

να διαιωνίζεται επικίνδυνα, 

να κρύβει τον ήλιο.

Και η επιτύμβια πλάκα γράφει:

«Αναπαύεται εν ειρήνη».

Συχωρέστε την.

               Είναι καλά.

Είμαι καλά.

*Από τη συλλογή “Πέμπτη Διάσταση”, Εκδόσεις “Γνώση”, Δεκέμβρης 1984.

Oscar Hahn, Con pasion sin compasion / Με πάθος χωρίς έλεος

La destrucción del ser amado por el ser amado 

es una práctica común desde la antigüedad

Nos embestimos con pasión sin compasión 

y dormimos aferrados a esos cuerpos exánimes

Al amanecer

nuestras cenizas aún lloraban abrazadas

Ahora busco tu amor

en todo resto que pasa por mi puerta

(De “Mal de amor”)

***

Η καταστροφή της αγαπημένης ύπαρξης από το ταίρι της 

είναι κοινή πρακτική από την αρχαιότητα

Ριχνόμαστε με πάθος χωρίς έλεος

και κοιμόμαστε αρπαγμένοι ο’ εκείνα τα ξέψυχα σώματα 

Την αυγή

οι στάχτες μας κλαίγανε ακόμα αγκαλιασμένες

Τώρα αναζητώ την αγάπη σου

σε κάθε κατάλοιπο που περνάει από την πόρτα μου

*Ο ποιητής είναι από τη Χιλή (γεν. 1938).

**Από το βιβλίο “Τα εκατό ωραιότερα ερωτικά ποιήματα της Ισπανικής γλώσσας”, Εκδόσεις Εκάτη, 2000. Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Ιωάννα Λιούτσια, Μικροί Ιππότες

Χθες βράδυ συνάντησα στο πάρκο ένα σαλιγκάρι. 

Παραλίγο να το πατήσω.

Τελικά κάθησα και το παρατηρούσα.

Τι μικρή ζωή να κάνει μες σ’ αυτό το μικρό καβούκι 

μες σ’ αυτό το τεράστιο πάρκο 

μες σ’ αυτήν την τεράστια πόλη 

μες σ’ αυτόν τον τεράστιο κόσμο.

Η μύτη μου μούδιασε από συγκίνηση.

Αυτή η απρόσμενη συνάντηση μου αποκάλυψε δύο αλήθειες:

Ότι ακόμα υπάρχουν πλάσματα που ζουν

-ήσυχα καταπώς φαίνεται-

και πως τηρούν ακόμη τα ονειροπολήματά τους

βγαίνοντας κάθε βράδυ για να κάνουν

τη μοναχική τους βόλτα

στο βρεγμένο χώμα

με κίνδυνο να είναι η τελευταία.

*Από τη συλλογή “Η σιωπή σε δύο χώρους”, εκδόσεις Οροπέδιο.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Κόκκινη αγωνία

κάποια ηλιοβασιλέματα 

είναι κόκκινα

σπαρταρούν

οι λεροί τοίχοι 

είναι κι αυτοί κόκκινοι

απ’ τις ανταύγειες

τα γυμνά πέλματα

κόβονται σε μυτερά βράχια

κοκκινίζουν

αγωνιώ για ένα νόημα

αστραφτερό 

και κόκκινο

αναζητώ ένα κοφτερό μαχαίρι 

να κόψω τους δεσμούς

με κάθε ισχνό