(Στην Κ.Χ.)
Δε μου αρέσουν οι γυναίκες. Οι γυναίκες
σκαλίζουν στον ύπνο τους οικόσημα
που το πρωί τα βρίσκουμε κρεμασμένα στην πόρτα.
Ανεβαίνουν βουνά – και καθώς τα ανεβαίνουν
αλλάζει πίσω τους η γεωγραφία. Τις αποφεύγω. Δε σε
αφήνουν να αλλάξεις ψυχή.
Όταν είσαι άρρωστος, σε ταΐζουν με κάτι που θα τις χορτάσει.
Στην προσπάθειά τους να σκεφτούν πάνω στον εαυτό τους
γίνονται φίδια της ερήμου, βραχώδεις πλαγιές
ή τόμοι της Παλαιός Διαθήκης.
Οι αρχαιολόγοι τις ανακαλύπτουν θαμμένες ζωντανές
κι απ’ αυτό το γεγονός, ασπρίζουν τα γένια τους.
Οι γυναίκες έχουν ένα θλιμμένο κτήνος στο λαβύρινθο του αυτιού
που τρέφεται με τα ερωτόλογα των εραστών τους.
Οταν κινδυνεύω να τις λυπηθώ, αλλάζω δέρμα και προχωρώ προχωρώ
βαθιά μέσα στην έρημο.
*Από τη συλλογή “Ο ταμίας του θεού”, εκδόσεις Φαρφουλάς.
