Manolis Aligizakis, Χορευτής / Dancer

Ο χορευτής εκτινάχθηκε σαν ελατήριο, υπέροχες

γραμμές χάρασσε στο κενό σαν να μάθαινε το νόημα του

σ’ αγαπώ. Το άγαλμα έμεινε ακίνητο, να εκτιναχθεί

ήταν αδύνατο μέσα στη μαρμαρένια φορεσιά του, 

οι επαίτες είπαν γνώριζαν όλες της πόλης τις γωνιές, 

τους σοβάδες και τους τσιμεντόλιθους, η έλλειψη 

συμπόνιας ήταν κιόλας αισθητή από το πέταγμα 

των περιστεριών ενώ παιδάκια δίδασκαν τους δασκάλους 

το σχοινάκι, παραμυθάκια που έμαθαν στο πρόγραμμα 

τηλεόρασης,του Αισώπου μύθους ξαναειπωμένους, 

ανακυκλωμένους, ξαναχρησιμοποιημένους,

λέξεις που είχαν αξιολογηθεί απ’τα πανάρχαια χρόνια

τα μάτια των παιδιών μάρτυρες μύθων που ακόμα

δεν είχε διηγηθεί κανείς κι ο χορευτής εκτινάχθηκε

σαν ελατήριο και στο κενό επέγραψε το σ’ αγαπώ.

Κάποτε μου είπε κάποιος ν’ αγαπώ και τελικά κατάλαβα

πως κληρονόμησα τη στάχτη.

~ Μου αρέσουν αυτοί που επιθυμούν την ύπαρξή τους

και πάντα τη δωρίζουν.

DANCER

The dancer recoiled his body like a spring and inscribed

beautiful lines in the void as though teaching it the meaning

of love. The statue remained motionless, impossible

to recoil in its marble robe. Beggars knew every corner

of the big city, the bricks and mortar, lack of compassion

was already felt from the flight path of the pigeons while

children taught their teachers to skip rope and fairy-tales

they learned on TV, Aesop’s fables retold, reused, recycled,

words re-evaluated. Eyes of the children witnesses of myths

not yet narrated and the dancer recoiled his body like a spring

that inscribed the beautiful line: I love you.

Once I was told to love and finally it came to me that

ashes was all I had inherited.

~ I like those who like their lives and they always give it

away as a gift.

*Από τη συλλογή “Υπεράνθρωπος/ From the collection “Übermensch”.

Δημήτρης Γκιούλος / Η ποίηση φέρει το αίτημα για μια καλύτερη ζωή απ’ αυτή που μας ετοιμάζουν

Πόλυ Κρημνιώτη*

«Τα τελευταία χρόνια, αλλά ακόμα πιο έντονα την τελευταία περίοδο της πανδημίας, νιώθω πως ο πολιτισμός στη χώρα βάλλεται πανταχόθεν»

Όταν τα κυριακάτικα τραπέζια γίνονται ποίηση, οι στίχοι εγκιβωτίζουν τον χρόνο και τον χώρο, τη μνήμη, τη συνθήκη των ημερών. Από τον Εμφύλιο μέχρι την πανδημία κι από την αγριότητα της επαρχίας και του άστεως μέχρι τη σκληρότητα της απώλειας, ο Δημήτρης Γκιούλος στα «Αστικά δύστυχα», που μόλις κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Θίνες, κάθε άλλο παρά δυστυχισμένα, πεσιμιστικά ποιήματα παραδίδει. Σ’ αυτή την πρώτη του ποιητική συλλογή, έχοντας στις αποσκευές του ένα γόνιμο πέρασμα από τη διηγηματογραφία αλλά και την εμπειρία της συνσυγγραφής, παραδίδει μια ποίηση δυναμική. Ο στίχος γίνεται τομή, συμπυκνώνοντας τον ποιητικό τρόπο με την κοινωνική συνθήκη.  Άλλωστε, για τον ίδιο, βασική λειτουργία της ποίησης είναι «ο μετασχηματισμός του προσωπικού σε συλλογικό».

Γράφεται με πρόθεση ή με προϋπόθεση ένα ποίημα;

Θεωρώ απαραίτητο να υπάρχει η προϋπόθεση του βιώματος, αλλά από κει και πέρα αυτό που κάνει το βίωμα τέχνη είναι ο μετασχηματισμός του σε κάτι άλλο, ει δυνατόν πανανθρώπινο. Νομίζω ότι αυτό είναι η βάση της ποίησης, ο μετασχηματισμός του προσωπικού σε συλλογικό.

Ποια προϋπόθεση γέννησε τα «Αστικά δύστυχα»;

Τα «Αστικά δύστυχα» περιστρέφονται γύρω από τη σχέση με τον χώρο και τον χρόνο. Βάση τους είναι τρία κυριακάτικα οικογενειακά τραπέζια. Συνομιλούν με το ανοιχτό τραύμα του Εμφυλίου, την αγριότητα της επαρχίας, αλλά και το άστυ που σφίγγει καθημερινά σαν μέγγενη τον λαιμό μας. Στο δεύτερο μισό τους έρχονται αντιμέτωπα και με την προσωπική ανθρώπινη απώλεια, αυτή της μητέρας. Παρ’ όλα αυτά, δεν αποπνέουν πεσιμισμό αυτά τα δύστυχα, ίσα – ίσα.

Η δυστυχία κυριαρχεί στην πρωτόγνωρη περίοδο που ζούμε;

Ναι, είναι εμφανής σε οποιαδήποτε μορφή της γύρω μας. Είτε ως ματαίωση προσδοκιών, είτε ως απόγνωση, είτε ως μοναξιά που διατρέχει το παρελθόν ζει το παρόν, ενώ αγωνιά για το μέλλον.

Ποιες είναι οι δικές σου μεγάλες αγωνίες για το μέλλον;

Με απασχολεί το γεγονός ότι η βιολογική μου γενιά έχει βιώσει μια κρίση η οποία διαρκεί τουλάχιστον δώδεκα χρόνια και στην οποία δεν καταφέραμε να δώσουμε τις κατάλληλες συλλογικές απαντήσεις. Η κρίση αυτή τη στιγμή μετασχηματίζεται σε κάτι πιο σκοτεινό και βίαιο, μια και με πρόφαση την πανδημία έχουμε μπει σε έναν ακόμα πιο άγριο μετασχηματισμό του καπιταλισμού, στον οποίο διαπραγματευόμαστε βασικά εργασιακά, αλλά και ανθρώπινα δικαιώματα. Ειδικότερα στη χώρα μας, τα μέτρα που λαμβάνονται με πρόφαση την πανδημία στη μεγάλη τους πλειονότητα δεν έχουν υγειονομικό πρόσημο, αλλά ξεκάθαρα έχουν πολιτική στόχευση. Με απασχολεί να ζήσουμε και όχι απλώς να επιβιώνουμε ώς να πεθάνουμε.

Πού πιστεύεις ότι στοχεύει κυρίως αυτός ο μετασχηματισμός;

Στη δημιουργία του ανθρώπου εργαζόμενου – καταναλωτή, στον οποίο θα εξασφαλίζονται τα απολύτως απαραίτητα για την επιβίωση είτε μέσω εργασίας είτε μέσω πενιχρών επιδομάτων, αλλά για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να θυσιάσει οποιαδήποτε κριτική σκέψη και οποιαδήποτε πολιτική ή κοινωνική ανησυχία.

Σ’ αυτή τη συνθήκη πώς εμπλέκεται η ποίηση;

Ο ποιητής είναι κομμάτι της κοινωνίας, ζει και εργάζεται μέσα σ’ αυτή, οπότε έχει τις ίδιες ανησυχίες που έχουν οι περισσότεροι απ’ όσους διαθέτουν ανησυχίες. Από κει και πέρα, η ποίηση, όπως και όλες οι τέχνες, στο κεφάλι μου χωρίζεται σ’ αυτή που καταφάσκει στην εκάστοτε εξουσία και σ’ αυτή που ασκεί κριτική μιλώντας για τις αγωνίες του παρόντος αλλά και για κάποιο πιθανό καλύτερο μέλλον.

Είσαι θυμωμένος ή απογοητευμένος αυτή την πρωτόγνωρη περίοδο που ζούμε;

Μου γεννιέται θυμός ο οποίος κάθε μέρα αυξάνεται. Υπάρχει σίγουρα μια απογοήτευση από το γεγονός ότι δεν έχουμε καταφέρει συλλογικά να βρούμε πειστικές για όλους απαντήσεις τόσο ως προς το κομμάτι της διαχείρισης της πανδημίας όσο και ως προς το να βρούμε μια εναλλακτική, πειστική απάντηση σ’ αυτόν τον άγριο νεοφιλευλευθερισμό. Παρ’ όλα αυτά, σίγουρα εξακολουθεί και υπάρχει ελπίδα, την οποία ευτυχώς βρίσκουμε σε μικρότερα ή και μεγαλύτερα γεγονότα, όπως και σε ανθρώπους γύρω μας. Ας πούμε, η μέρα της απόφασης του Εφετείου για τη δίκη της Χρυσής Αυγής είναι μια ελπιδοφόρα στιγμή για τώρα και για το μέλλον.

Θεωρείς ότι ξεμπερδέψαμε με τον νεοναζισμό;

Θεσμικά ναι, αλλά μέσα στην κοινωνία, δυστυχώς, το ακροδεξιό αφήγημα εξακολουθεί να υπάρχει, ακόμα κι αν αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει επίσημα πολιτικό κόμμα στη Βουλή που να το στεγάζει. Η επίθεση προχθές στη δομή ανηλίκων προσφύγων στο Ωραιόκαστρο, οι επιθέσεις στο Καρά Τεπέ, η δολοφονία του Ζακ / της Zackie oh και όσα κατά καιρούς παρακολουθούμε να γίνονται στην ελληνική επικράτεια είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα ότι ο φασισμός της καθημερινότητας δεν έχει νικηθεί.

Ως δημιουργός αισθάνεσαι να υφίστασαι αυτή την κακοποίηση της καθημερινότητας;

Τα τελευταία χρόνια, αλλά ακόμα πιο έντονα την τελευταία περίοδο της πανδημίας, νιώθω πως ο πολιτισμός στη χώρα βάλλεται πανταχόθεν. Παρά την αξιέπαινη προσπάθεια των συνδικαλιστικών σωματείων και του κινήματος Support Art Workers για τη διεκδίκηση της αξιοπρέπειας όσων δημιουργούν και εργάζονται στον πολιτισμό, η απάντηση της κυβέρνησης μοιάζει περισσότερο με κοροϊδία, παρά με κοινωνική πολιτική. Οι περισσότεροι καλλιτέχνες δεν γνωρίζουν ούτε πώς, ούτε πότε, ούτε υπό ποιες προϋποθέσεις θα εργαστούν ξανά. Το μοναδικό καλλιτεχνικό παραγόμενο προϊόν τους τελευταίους μήνες προέρχεται από τα ιδρύματα πολιτισμού υπό τη μορφή δωρεάν παραστάσεων κυρίως στο Διαδίκτυο. Η πρακτική αυτή των ιδρυμάτων υπήρχε τα τελευταία χρόνια, αλλά αυτή τη στιγμή, που το κράτος απουσιάζει παντελώς από τη στήριξη του πολιτισμού, τα ιδρύματα μοιάζουν να έχουν την ηγεμονία και φαίνεται πως σύντομα, με τις ευλογίες του ίδιου του κράτους, θα το υποκαταστήσουν. Αυτό όμως, μια και τα ιδρύματα παραμένουν ιδιωτικά, ενέχει πάμπολλους κινδύνους για την ελευθερία της έκφρασης των καλλιτεχνών αλλά και για την επιβίωσή τους.

Οι συγγραφείς, οι ποιητές ωστόσο αυτή την περίοδο, σε αντίθεση με δημιουργούς άλλων τεχνών, μένετε βουβοί. Γιατί;

Γιατί υπάρχουν ποιητές και συγγραφείς που συμπορεύονται με την εξουσία και άρα ποτέ δεν θα της ασκούσαν κριτική, ενώ από την άλλη όσοι θα τοποθετούνταν σε μια υποθετική αντίπερα όχθη βλέπουν τη γραφή είτε σαν πάρεργο, συμπληρωματικό του ακαδημαϊκού τους έργου, είτε από μια λούμπεν σκοπιά, η οποία οδηγεί περισσότερο σε ομφαλοσκόπηση, παρά σε οποιαδήποτε κριτική στην εξουσία. Πρέπει οι ίδιοι οι μετέχοντες της γραφής να αποφασίσουν να αντιμετωπίσουν τη γραφή όπως της αξίζει. Ως μια τέχνη από την οποία θα μπορούσαν να βιοπορίζονται έτσι ώστε να έχουν απαιτήσεις από αυτή, αλλά να ασκούν και κριτική μέσω αυτής. Με άλλα λόγια, οι ίδιοι οι συγγραφείς και οι ποιητές πρέπει να σταματήσουμε να βλέπουμε τη γραφή ως χόμπι.

Εσύ βιοπορίζεσαι από τη γραφή;

Εργάζομαι ως μεταφραστής, αλλά στο παρελθόν έχω δουλέψει σε διάφορες δουλειές, από υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο μέχρι καθηγητής ιδιαίτερων και τηλεφωνητής. Οπότε, αν με ρωτάς, ναι, θα ήθελα να βιοπορίζομαι πλήρως από το γράψιμο και τη μετάφραση.

Ποίηση ή πεζό;

Ξεκίνησα με πεζό, με τρεις συλλογές διηγημάτων από τις εκδόσεις Χαραμάδα. Ακολούθησε ο ποιητικός διάλογος «Αντάρτικο 2» με τον Κωνσταντίνο Παπαπρίλη-Πανάτσα (εκδ. Κουρσάλ) και εδώ και λίγες μέρες τα «Αστικά Δύστυχα» (εκδ. Θίνες), που είναι η πρώτη μου προσωπική, ποιητική συλλογή. Σ’ αυτή τη φάση της ζωής μου η ποίηση μπορεί να εκφράσει πιο εύστοχα τις ανησυχίες μου. Η ανάγκη να είμαι ακριβής με τις λέξεις νομίζω πως καλύπτεται περισσότερο με την ποίηση, ενώ και σαν μορφή φέρει πάνω της πολύ πιο έντονο το αποτύπωμα του αιτήματος για μια άλλη, καλύτερη ζωή από αυτή που μας ετοιμάζουν.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.avgi.gr/tehnes/375718_i-poiisi-ferei-aitima-gia-mia-kalyteri-zoi-ap-ayti-poy-mas-etoimazoyn

Άγγελος Ήβος, Όπως κυλάει ο Λένας

Αφήγηση: Αθανασία Δρακοπούλου

vocal: Origa

“Gori, gori moya zvezda” (Old Russian song)

,,,

Ζήτω, φωνάξτε,

των ενδόξων Σοβιέτ που πλέον προελαύνουν.

Ζήτω Μπαϊκάλινα και Μίνσκα και Κοζάκεβα…

Ζήτω αυτόμολες ρωσίδες των Rolex,

της Quartier και της Lancome και της Channel,

του Paris Mach, του Elle του Playboy, του Penthouse

της Mercedes και της Ferrari, του Instagram και του Pornhub.

*”Όπως κυλάει ο Λένας”, εκδόσεις κύμα, Δεκέμβρης 2018.

“Μπάσα Στεριά” της Μόνικας–Λεμονιάς Αβαγιάννη

Βιβλιοκριτική από την Τασσώ Γαΐλα

Δύο λέξεις συνθέτουν τον τίτλο της πρώτης ποιητικής συλλογής της Μόνικας-Λεμονιάς Αβαγιάννη: ‘Μπάσα Στεριά’. Το επίθετο μπάσος και το ουσιαστικό στεριά. Αν και το συγγενές του μπάσος επίθετο είναι βαθύ, ο γρίφος του τι θέλει να πει η Ικαριώτισσα ποιήτρια με αυτόν τον τίτλο στη συλλογή της νομίζω θα προβληματίσει αρκετούς φίλους της ποίησης και το αφήνω στην κρίση σας λέγοντάς σας μόνο ότι άποψη μου είναι ότι ο τίτλος φανερώνει βεβαιότητα για κάτι αναμενόμενο κι ευχάριστο αλλά και αγωνία.

Στη συλλογή συναντάμε τέσσερις ενότητες που λειτουργούν και ως σύνολο αλλά και η κάθε μία χωριστά.

Πάντα σου άρεσαν οι καλοκοιμητές

με τα κίτρινα άνθη τους τα

αμάραντα.

Θα στις ξαναφέρω μαμά!

Είναι ο  τελευταίος στίχος από το ποίημα της Μόνικας ‘Σαν παιδί’ που κλείνει την πρώτη  ομότιτλη ενότητα της συλλογής, την  ‘Σαν παιδι’. Ευαισθησία και λυρισμός λεπτές γραμμές ανάμεσα στο παρόν και το χτες στο υπαρκτό και το άυλο. Ευαισθησία, λυρισμός, μη αποδοχή του γεγονότος του θανάτου της μητέρας της κι ίσως κάποιες ενοχές; Ας είναι, αυτό που μένει στον αναγνώστη είναι ένα ευαίσθητο άτομο με πολύ δυνατό  το αίσθημα της αγάπης και..

‘Με σηκωμένα λάβαρα’. Είναι ο τίτλος της δεύτερης ενότητας ποιημάτων της συλλογής.

Θα’ρθει καιρός

που ο άνθρωπος,

θα γίνει πάλι Άνθρωπος

κι η αδελφοσύνη

θα ξεχυθεί στη γή.

Τι ευχάριστο άραγε προσδοκά η ποιήτρια να της συμβεί; Τι περιμένει να… της έρθει από το μέλλον και είναι σίγουρη ότι είναι προ των πυλών; Αλήθεια τι μπορεί να περιμένει ο σημερινός άνθρωπος από ένα μέλλον που διαφαίνεται δυσοίωνο; Αλλά η ποιήτρια επιμένει να προσδοκά και να ελπίζει.

Θα’ρθει καιρός!

τον προσμένουμε

αδέρφια

Εμπρός!

Η ποιήτριά μας περιμένει την εμφάνιση κάποιου ζητούμενου καινούριου, άγνωστου, μπορεί  ίσως και να μην γνωρίζει τι περιμένει, αλλά δεν απελπίζεται, θα έρθει κάτι να αλλάξει την καθημερινότητά της. Να πάρει άλλη τροπή η ροή των πραγμάτων…

Αυτός ο Απρίλης,

δεν έχει λουλούδια,

η ανάσταση νεκρών

Αναβάλλεται.

Είναι στίχοι από το ποίημα ‘Ξημέρωσε’ της τρίτης ενότητας της συλλογής που έχει τίτλο ‘Ημερολόγιο εγκλεισμού’. Η ενότητα αναφέρεται στην πρώτη περίοδο εγκλεισμού-.

Η ανθρωπότητα βιώνει μια πρωτοφανή, θανατερή περιπέτεια και  αδυνατεί να αντιμετωπίσει έναν ασήμαντο ως προς τις διαστάσεις, αόρατο  θανατηφόρο ιό. Γεγονός που δεν αφήνει ανεπηρέαστη την ευαίσθητη Μόνικα, και με τον τρόπο της αντιδρά επισημαίνοντας ακριβώς όλα όσα συμβαίνουν γύρω της.

Όλα είναι ρευστά, τίποτα δεν μένει σταθερό, διαρκής ροή ζωής, ροή μεταξύ ζωής και θανάτου, μια κίνηση των πάντων κυκλική. Κι ο άνθρωπος βρίσκεται δέσμιος αυτής της ροής, είτε το θέλει είτε όχι.

Δαγκώνω το χέρι μου

μα δε βγάζει αίμα.

Δεν έμεινε σταγόνα ελπίδας

στις μέρες μας.

(από το ποίημα ΕΓΚΛΕΙΣΜΟΣ).

Σκοτεινό περιβάλλον όπου υπάρχει η σκέψη του αύριο, της επόμενης μέρας του νέου κύκλου ζωής όπως τον οραματίζεται η Μόνικα-Λεμονιά Αβαγιάννη και που θα προκύψει μέσα από την περισυλλογή και την επίμονη εσωτερίκευση.

Παίρνω σχήμα και μορφή

Δύναμη και ζωή, παίρνω

Ελευθερία…

(ποίημα ‘ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ).

Και, βρισκόμαστε πλέον στην τελευταία ενότητα της συλλογής που η Μόνικα την τιτλοφορεί “Στης θάλασσας την άκρη”…

Η θάλασσα μέσα μου

πνιγμός και ανάληψη.

Κοινωνική οξυδέρκεια, ευαισθησία, λυρισμός, στίχοι πολιτικοί, κοινωνικοί, ερωτικοί, συλλογή που σαφώς είναι κατάθεση ψυχής της Μόνικας, της πρωτοεμφανιζόμενης ποιήτριας που συμπλήρωσε αυτή την πρώτη της συλλογή με δικά της σχέδια εφόσον διαθέτει ακόμη μία δεξιότητα αυτή της ζωγράφου.

Η συλλογή ‘ΜΠΑΣΑ ΣΤΕΡΙΑ’ της Μόνικας–Λεμονιάς Αβαγιάννη κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2020. Αποκτήστε την.

*Αναδημοσίευση από εδώ:

Tamistas Mhnymal, Ποίημα

Φωτό: σπιτική

σαν

κανακουρελάκι

που το παίρνουν

και φτιάχνουνε μικρά

πανιού κουκ

λάκια

με πήρες

στου σπιτιού σου

τα χαλάκια και μ έσυρες

σακί υποταγών

μούφερνες

το γιαούρτι σε μπολάκια

ήτανε πάντοτε υπέρ πάντων

ο αγών

το μεσημέρι

τρώγαμε μαλάκια

σχαινόσουνα τους γύρους

τα σουβλάκια

και 

τα στιφάδα

κουνελιών τε

και λαγ

ών

φαΐ

και σεξ

ένας παράδεισος 

η ζήση

ώσπου

τελείωσ

ε

αν

το καλοσκεφτείς

ήτο εξόχως

αλλαζον

ικό

ν

.

/

.

/

.

Χ.Π. Σοφίας, Παραπλήγουσα με επίρρημα

Μια ζέμπρα στο Μανχάτταν με περσινά παγοπέδιλα χαζεύει τις έφηβες κούκλες με τα προσφυγικά φτερά ενώ δύο προφήτες στη μέση του δρόμου σχεδιάζουν τη γεωγραφία των αστικών βημάτων πίνοντας αμβροσία  

Από τα οστά των γυάλινων κτιρίων θλιμμένες λάμψεις επωάζουν τους αστρικούς μύθους των πλασμάτων που νηστεύουν τις συσκευασίες της ασημένιας μεμβράνης και με ψαλμούς αστροναυτών ξεγράφουν το θέρος που ωριμάζει το θειάφι της πολυταξιδεμένης σιωπής 

Δίχως βροχή η ηλικία της ψυχής μεταμορφώνει την αιωνιότητα των πεσμένων φύλων αφήνοντας το νήπιο του αηδονιού μόνο του με το υάκινθο φως 

Το εκτελεστικό απόσπασμα του δειλινού προσπαθεί να ξεχωρίσει το πορτοκαλί από το βαθύ μπλε δίχως να πληγώσει τις κρυμμένες σκιές που περιμένουν τον ερωτικό  άρχοντα να τους φέρει από το ερημικό ακρογιάλι τα χρώματα τα αθάνατα που βαραίνουν τους αντικατοπτρισμούς και τη σιωπηλή λύρα 

Πλησιάζουν τα βρεφικά άστρα τη μοναξιά του μητρικού χώματος στους σφαγμένους δρόμους με τις ψυχρές πεταλούδες 

Σώμα το σώμα στο εργαστήρι της όρασης ο γενετήσιος τρόμος της εξοχικής σιγής περιθάλπει τους σκοτεινούς ήλιους των γαλάζιων γυναικών με τη μνήμη των πουλιών 

Αδειασμένο από τον ουράνιο υπήκοο το μοβ όνειρο προσφέρει τη τέφρα του καθρέπτη 

Αχθοφόροι του ήλιου με συρμάτινα λουλούδια και τη θύμηση του μαύρου ψωμιού φέρνουν τη πραμάτεια τους 

Ύπαρξη και σιωπή θυσία στην ωραιότητα τη μοναχική 

Η ακινησία δίχως νερένια διέξοδο  

Προπατορικό με τη λευκότητα των δευτερολέπτων ύψος φλύαρο όμως με του ελαφιού τη ταπεινότητα συλλέγει τις κραυγές των λαμπτήρων αναπνέοντας στα σκοτεινά με τη σαύρα της χρυσής άμμου 

31.12.2020

Δήμητρα Γερογιάννη, Τρία ποιήματα

ένα κίτρινο φως

αναβοσβήνει στη

θέση της καρδιάς σου

και μοιάζεις με φάρο από άλλο

πλανήτη

***

όσο περνούσε ο χρόνος 

ερωτευόμασταν ο ένας τον άλλο 

μα πολύ περισσότερο τους εαυτούς μας 

και τον κόσμο που θα αποκτούσαμε

ύστερα γνωρίσαμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο 

ύστερα μισήσαμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο 

ύστερα βαρεθήκαμε τους εαυτούς μας και τον κόσμο

πριν πεθάνουμε από πλήξη

θα μπορούσαμε 

τουλάχιστον 

να γνωριστούμε

***

                                               στον Πέτρο

είναι η αγάπη —πάλι— που λείπει

θα πεις ή ίσως

που δεν ξέρεις ακόμα τι είναι 

θα βάλεις κονιάκ —ακόμα δυο 

θα βάλεις και σάουντρακ τζαζ 

θα βάλεις και στο σκηνικό να βρέχει

μέχρι που ξημερώνοντας

—όπως θα πλένεις επιτέλους τα πιαάτα-

δεις τη σημασία 

του αιφνιδιασμού

*Από τη συλλογή “μπορεί να υπάρχει και χωρίς όνομα”, εκδόσεις θράκα, Ιούνιος 2016.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Πλησίασμα              

Έχουμε ανάγκη αποδράσεων, είπα.

Χρειαζόμαστε συγκεντρώσεις, απάντησες.

Οι συγκεντρώσεις τους βρεγμένοι σοβάδες του γεντί κουλέ.

Τα χείλη σου στάζουν διαμαρτυρίας αλουργίδα,

αμφιβολία που ωρίμασε, μπέσα που τρελά θέλγει,

παιχνίδια σπινθηρίσματος που έκρηξη υποβόσκουν.

Τον χαμένο χρόνο αναζητώ με τα μάτια,

με την πέννα μέσ’ τον χρόνο,

ελπίζοντας να με φυγαδεύσουν τα έμπιστα χνώτα σου.

***

Η επιθυμία εξωραϊζει την πίστη προτρέποντας

 Μαζί σου ο χώρος εξαντλείται,

ο χρόνος αδυνατώντας να σε μελετήσει,

γίνεται ανίκανος να σε επαναλάβει,

χάνοντας της φθοράς την επιρροή.

Σαν τον ήλιο άλλος δεν θά’ ναι!

Ο άνεμος συνθέμελα τραντάζει!

Η βροχή τους αιθέρες γδέρνει!

Κι από εσένα, τίποτε πιο ερωτικά πλασμένο.

Σέσαρ Βαγιέχο, Πυκνότητα και ύψος

Θέλω να γράψω, αλλά μου βγαίνει αφρός,

θέλω να πω πάρα πολλά, αλλά κολλάω˙

δεν υπάρχει ειπωμένος γρίφος που δεν είναι σούμα,

δεν υπάρχει πυραμίδα γραφτή χωρίς καρδιά.

Θέλω να γράψω αλλά αισθάνομαι πούμα˙

θέλω να στεφανωθώ, αλλά κρεμμυδώνομαι.

Δεν είναι μιλημένος βήχας που δεν γίνεται ομίχλη,

δεν υπάρχει θεός και γιος θεού δίχως εξέλιξη.

Πάμε, λοιπόν, γι΄ αυτό, να φάμε χόρτο,

σάρκα από κλάμα, φρούτα από λυγμό,

τη μελαγχολική ψυχή μας σε κονσέρβα.

Ας πηγαίνουμε! Ας πηγαίνουμε! Είμαι πληγωμένος˙

πάμε να πιούμε αυτό που είναι πιωμένο,

πάμε , κόρακα, να γκαστρώσουμε την κορακίνα σου.

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

2 ποιήματα | Πάνος Κεφαλάς

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Ηλύσια Πεδία

Σε θέλω
μέσα μου να υπάρχεις,
κι να γυρνάς τα φτωχά μου βράδια
στα μέρη της ψυχής μου
εκεί που καμιά δεν τόλμησε ποτές της να φτάσει
στο μαύρο και στο άσπρο
εκεί που μου αρέσει να κρύβομαι από τα φτηνά κοιτάγματα,
για να με κρατάς στο τώρα σου
να μου φανερώνεις το αύριο.
Μαζί σου!
Σε θέλω
μέσα μου να υπάρχεις,
από το παραθύρι μου να σε κοιτώ κρυφά να έρχεσαι
μα να πονώ στο κάθε γεια σου στο κλείσιμο της πόρτας.
καληνύχτα να μου λες
και να σε ρωτώ με άγχος
θα σε δω αύριο!
Σε θέλω
τριγύρω μου να υπάρχεις,
να καταστρέφεις τις σκέψεις μου με την εικόνα σου
τον χρόνο να μου κρύβεις που με αγχώνει
με τον τρόπο που εσύ μόνο μπορείς,
και να σε έχω να χάνονται τα πάντα.
Γαλήνη είσαι!
Σε θέλω
τριγύρω μου να υπάρχεις,
να αισθάνομαι την πνοή και…

View original post 112 more words