Αντρέι Ταρκόφσκι, η τέχνη γεννιέται…

Πριν ορίσουμε τι είναι τέχνη,

πρέπει να απαντήσουμε

σε μια ευρύτερη ερώτηση:

Ποιο νόημα έχει

η ζωή του ανθρώπου στη γη;

Ίσως να βρεθήκαμε εδώ για

να ανυψωθούμε πνευματικά.

Αν η ζωή μας τείνει σ’ ένα

πνευματικό πλούτο,

ίσως η τέχνη

να είναι ένας από τους

τρόπους προσέγγισης

αυτού του σκοπού.

Η τέχνη πρέπει 

να βοηθάει τον άνθρωπο

στην πνευματική του εξύψωση.

Μερικοί λένε ότι η τέχνη

βοηθάει τον άνθρωπο

να κατανοήσει τον κόσμο.

Ότι είναι γνώση, όπως και κάθε

διανοητική δραστηριότητα.

Δεν πείθομαι

με την εκδοχή της γνώσης.

Με αυτή την έννοια

είμαι σχεδόν αγνωστικιστής.

Η γνώση μας απομακρύνει

όλο και περισσότερο από τον

βασικό σκοπό της ζωής μας.

Όσο πιο πολλά μαθαίνουμε,

τόσα λιγότερα ξέρουμε,

αφού όσο εμβαθύνουμε,

ο ορίζοντας στενεύει.

Η τέχνη εξυψώνει τον άνθρωπο

για να ξεπεράσει τον εαυτό του

και να φτάσει σε αυτό

που θα ονομάζαμε

ελεύθερη βούληση.

Ο καλλιτέχνης υπάρχει,

επειδή ο κόσμος δεν είναι τέλειος.

Κανείς δε θα είχε

την ανάγκη της τέχνης,

αν στον κόσμο βασίλευαν

η ομορφιά και η αρμονία.

Ο άνθρωπος,

δε θα έψαχνε την αρμονία

σε άλλες δραστηριότητες.

Θα ζούσε μέσα της.

Η τέχνη γεννιέται

από τις κακοτεχνίες

του κόσμου.

*Μετάφραση (;): Ε.Π.

Ευάγγελος Ρουσσάκης, Εγκαταλείπω την ποίηση

* Το γραπτό είναι παράλληλο στο ομώνυμο του Ντίνου Χριστιανόπουλου

Εγκαταλείπω την ποίηση 

Δεν θα πει υπακοή

Δεν θα πει πως στέρεψαν 

Τα σχήματα μέσα μου

Όλοι έχουν εικόνες να βγάλουν 

Στο πανί της ζωής 

Αλλά δεν βγάζουν 

Γιατί νικά το αδιάφορο° το τετριμμένο

Εγκαταλείπω την ποίηση 

Δεν θα πει οπισθοχώρηση 

Πως ξαφνου σταμάτησα 

Να πιστεύω σε μεγάλες ιδέες 

Πως δεν θέλησα να πεθάνω

Με τις λέξεις 

Για τις λέξεις

Αλλά έρχεται η στιγμή

Που πρέπει να αφήσει κανείς χώρο

Στο συχνά λεχθεν° συχνά αδιάφορο

Των αιρετών ποιητών 

Εγκαταλείπω την ποίηση

Δεν θα πει  λιποτάκτης 

Μόνο το δίλημμα ανοίγεται

Και μέσ’ τη ποίηση πια:

Να πεθάνεις απαξ

ή να πεθαίνεις συνέχεια

Εγκαταλείπω την ποίηση δεν θα πει προδοσία

*Το σχέδιο της ανάρτησης είναι του ποιητή.

Μιχάλης Κατσαρός, E

Έ, συ… Έλα Αδ. Πιό κοντά, άκου.

Όταν κυλιόμουνα στά χώματα 

και στά νερά στά φύλλα 

όταν στόν άέρα κυκλοφορούσα 

πάνω μου έπικάθητο 

στή γυμνή σάρκα μου 

ήχος ή βουή φωτιάς ή κελαδισμοί

φωνή άπό μυριάδες στόματα πρώτα 

πάνω μου οι λάσπες καί τά ρετσίνια 

πού άπ’ τό Ιδιο μου τό σώμα έβγαίναν.

Μέτρώγανε, μέ ρίχνανε μέσα μου 

κι έμενες έσύ άνίδεος γιά τό τι γίνηκε.

Έ, σύ ποιός είσαι;

Ούτε μέ γνώρισες ποτέ ούτε καί 

τώρα

πού φάτσα-φάτσα είμαστε μετά άπό αιώνες

κι ούτε είμαι έγώ ούτε έσύ ούτε

ούτε ο όνομαστός Έλπήνορας καί Ερμογένης

ούτε ο Όνορος καί ούτε

ο παιδικός ώραίος Περικλής

κανείς άπό έσένα μέ τό λαό σου

τώρα

κανείς άπό τήν παρθενία σου 

και τό ναό σου

κανείς άπό τόν ολοστρόγγυλο σταυρό 

κι άπό μηδέν κανείς καί ένας.

Έ, σύ.

Κι ούτε έγώ καί τίποτα άπό 

τις φράσεις

καί τίς ωραίες καί βαριές όπτασίες.

Εστίες παλιές μέ γνώρισαν

Εμπορικά καράβια

Έτη άκίνητα άκόμα 

μέ είδαν όπως ήμουνα 

καί έτη μικρά καί έτη ξένα.

Ονόματα δικά μου. ξένα 

καί θάλασσες βουνά καί άερικά 

καί νά μήν είμαι.

Τά πεΰκα οί δρυς οι πλάτανοι 

καί νά ‘μαι καί νά μήν είμαι

έσύ

και νά ‘μαι έγώ έσύ μαζί 

καί χώρια.

Έ. σύ τί θέλεις;

Θεοδώρα Βαγιώτη, Στιχομυθία

Σου τάζω των ανθρώπων τη γνώση

με τ’ άσημα τα λόγια των σπουδαίων

που κρυμμένα σε σημειώματα ματαιοτήτων

τα μοιράσανε έπειτα σε λίγους

ώσπου χωρέσανε ανάμεσό μας 

σα φιλί που πρόκειται να δώσουμε στο στόμα

με τα μάτια κλειστά στο αείποτε

με τα χέρια να ψηλαφίζουν τη μήτρα 

των δίδυμων ποιημάτων

που πάνε κάπως έτσι·

Σου τάζω των ανθρώπων τη γνώση

με τ’ άσημα τα λόγια των σπουδαίων…

Λίνα Βαταντζή, Της ελπίδας

Μια σταγόνα

χρειάζεται ο κόσμος.

Δίψα, δίψα

τα φύλλα μαραίνονται

χλωμιάζει η όψη

βαραίνει το πρόσωπο –

δεν κοιτάμε ψηλά.

Ακολουθούμε ράγες

αφώτιστους δρόμους

χωρίς πάλη.

Αισιοδοξία,  αισιοδοξία

καταστρέφουμε

το άπλωμα του ορίζοντα.

Μέσα μας ψάχνουμε,

ωστόσο,

σιωπηλά, ανεξακρίβωτα

ό,τι αποτελεί

Πάθος για ζωή.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://marialenadisakia.gr/%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b5%ce%bb%cf%80%ce%af%ce%b4%ce%b1%cf%82-%ce%bb%ce%af%ce%bd%ce%b1-%ce%b2%ce%b1%ce%bb%cf%84%ce%b1%cf%84%ce%b6%ce%ae/?fbclid=IwAR1WXk6lTvyACHe7D3iFnYnH_kOlZeGPySNgHKRiSiJ1q0qOvXKdT7-HpKQ

Πόπη Αρωνιάδα, Δεκαέξι χάικου

Εύστοχη βολή 

καταμεσής στο στόχο, 

αίμα και νερό.

*

Μπουμπούκια κλειστά 

ανθισμένων λέξεων 

σιγοτραγουδώ.

*

Δάκρυ τρέχει σε 

αυλακωμένο φλοιό 

φτάνει στη ρίζα.

*

Ευαισθησία, 

γέφυρα από πάγο 

φόβος ο ήλιος.

*

Πλέεις σαν ψυχή 

σ’ απέραντα τοπία, 

φεύγεις σα φωνή.

*

Δείγμα θανάτου 

χάρισμα μου δόθηκε 

και είδα βαθιά.

*

Αμυχή πόνου 

κορυφαία του χορού, 

άνθη ελπίδας.

*

Οι προκυμαίες 

μέσα στα λιμάνια μας 

ασφυκτιούνε.

*

Οι αλυσίδες 

ενοχλούν μόνο αυτούς 

που κινούνται.

*

Τσαλακώνεσαι 

σαν παλιωμένο χαρτί 

και ζεις στις φλόγες.

*

Μορφασμοί ζωής 

σε μάσκες πρωτότυπες 

στολίζουν τοίχους.

*

Χέρια γέρικα 

κραυγάζουν όχι άλλο 

παραδίνονται.

*

Σε κρύα σκιά 

γερασμένουπλάτανου 

έμεινα μόνη.

*

Χορεύω βουβά, 

το βλέμμα απύθμενο 

γέννα ελπίδας.

*

Πάχνη με χιόνι

στις ρίζες των μαλλιών μου,

αυτογνωσία.

*

Ξεγυμνώνεσαι, 

ρωτάς τον καθρέφτη 

αυτός θολώνει.

*Από τη συλλογή “Στεναγμοί Ανατολής”, Εκδ. Ποιήματα των Φίλων, 2014.

Ασημίνα Λαμπράκου, Δύο ποιήματα

ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΟ ΣΤΗ ΣΟΛΩΝΟΣ

Τα μεσημέρια στη Σόλωνος

αγκομαχούν πίσω απο κουρασμένες εξατμίσεις

Δημόσια στενότητα, πίσω από τα τζάμια

Αψίσες δηλωτικές

προτιμήσεων κι ισοδύναμων πεποιθήσεων 

Τραπεζάκια μικρά, λιανά 

πάνω τους χώρος ενός πακέτου από τσιγάρα 

και δυο αγκώνων άγγιγμα

Τα μεσημέρια στη Σόλωνος

γλιστρούν και χάνονται στις σχισμές των υπονόμων

Το χέρι γωνιωδώς προτεταμένο του προσώπου 

Πρόσωπο δουλεμένο απ’ τον χρόνο 

Δάκτυλα καταλλήλως κεκαμένα 

ως υποδοχείς τσιγάρου και μιαν άφεση καλέσματος 

Μάτια μισόκλειστα στις ακοές, συνταιριασμένα λες 

στο μαύρο φόντο της αψίσας πίσω της 

«…καταραμένοι ποιητές»… 

ίσα που πρόλαβα να διακρίνω

πάνω της γραμμένο με άσπρο 

σαν από τον καπνό νόμιζες

Τα μεσημέρια στη Σόλωνος

γλιστρούν σε οδόστρωμα βρεγμένο από βαλβολίνες 

κι ευθύβολη αδιαφορία

Κι αυτός

«…εκατό χιλιάδες ευρώ η αξία του οικοπέδου»… 

ακούστηκε να λέει, σκυμμένος ελαφρά κοντά της

-γι άλλα θα περίμενες.

Εκεί

στα μικρά καφέ της Σόλωνος 

η εφηβεία ενηλικιώθηκε, 

με παρατεταμένες κρίσεις 

πανικόβλητης αυτοκριτικής

Καταραμένοι οι ποιητές

που οξειδώνονται στις ανάγκες των καιρών

Αθήνα

***

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ

Εις την σύμπτωσιν

απεδόθησαν αι τιμαί που της άξιζαν

Έκπληξις γνήσια

Χαμόγελα

Ερωτήσεις υπόμνησης

«αν μου θύμιζες τ’ όνομά σου..!»

Φιλιά

Προηγήθηκε αυτοσαρκασμός

ενδεικτικός του πνεύματος και της σιγουριάς του

ομιλούντος

«ξεχνιέται τέτοιος άντρας;» 

και μια συγκατάβαση 

κλειδωμένη στο σήκωμα του φρυδιού 

και το είδος του χαμόγελου

Ακολούθησαν τα τυπικά

που επιβεβαίωναν την ομαλή ροή των παρελθόντων 

και γνωστοποίηση των νεοτέρων

Συμπάθεια

πιστοποιημένη σε απ’ ευθείας βλέμματα

Η απομάκρυνση είχε την οσμή 

καπνού από τσιγάρο

εγκλωβισμένου στον τρίτο όροφο του κτηρίου της Μεσογείων

ηλικίας τεσσάρων ήδη χρόνων 

λίγο γκρίζο στους κροτάφους

κι ένα χαμόγελο χαράς στο πρόσωπο ζωγραφισμένο

διασταύρωση Σόλωνος και Θεμιστοκλέους, Αθήνα

*Από τη συλλογή “Οι Απέναντι”, Αθήνα 2012.

«Κραυγές στην έρημο» του Γρηγόρη Σακαλή

Από την Ευμορφία Καλύβα*

Προτρέπω όποιον πάρει στα χέρια του αυτό το βιβλίο να συνεχίσει ως το τέλος.

Η ανθρωπινότητα του λόγου του Γρηγόρη Σακαλή ξεδιπλώνεται αργά αργά ως την τελευταία του σελίδα.

Εύκολη, απλή, ρεαλιστική και βαθιά προβληματισμένη, σύγχρονη ποιητική γραφή.

«Κραυγές στην έρημο» του Γρηγόρη Σακαλή από την Ευμορφία Καλύβα

Η ποιητική συλλογή του Γρηγόρη Σακαλή  «Κραυγές στην έρημο», αποπνέει την αγωνία του για ό,τι βιώνει στο παρόν. Η αγωνία να κρατήσει ό,τι νοσταλγικό φέρνει από το παρελθόν, από τα νεανικά του χρόνια, τους αγώνες, τους φίλους, τη μάνα, τους αγαπημένους ήρωες των βιβλίων και της μουσικής που πότισαν την ουσία της ύπαρξής του, αφού η αλλοτρίωση τα άλλαξε όλα ακόμη και αυτά τα παλιά ιδανικά, που υπάρχουν πια ανάμεσα στον πλούτο την ευθυμία και την κατάπτωση των αλκοολούχων.

Ταξίδι

Χθες όλη τη νύχτα ταξίδευα

πήγα στη Ν. Υόρκη

στο Μανχάταν, τη γέφυρα του Μπρούκλιν

έψαξα να βρω την παρέα των μπητ

μου είπαν πως μετακόμισε δυτικά

στην Καλιφόρνια

πήγα λοιπόν στο Σαν Φρανσίσκο

συνάντησα ένα τεράστιο φεστιβάλ ποίησης

κάθισα και κοιτούσα μαγεμένος

πήγα στο City Lights

βρήκα τον γέρο-Λώρενς

χωμένο στα βιβλία του

μου είπε πως ο Τζακ

είναι στα τελευταία του

κατεστραμμένος απ΄ το πιοτό

και οι άλλοι κάνουν ταξίδια

ε εξωτικά μέρη

μερικοί με το μυαλό τους

βουτηγμένοι στις ουσίες

μου έδωσε μερικά βιβλία

μου είπε “καλή τύχη”

θα τη χρειαστώ, σκέφτηκα

και πήρα το δρόμο της επιστροφής.

Η αγωνία γίνεται κραυγή, καθώς το παρόν είναι αδύνατον να αναγνωριστεί και να αποκρυπτογραφηθεί πλήρως μέσα από την καθημερινότητα. Ψάχνει ο ποιητής, ανάμεσα σε ό,τι τον περιβάλλει, ορατό και αόρατο, να κατανοήσει τον αυτοπροσδιορισμό του ανάμεσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι της εποχής του.

Η αδυναμία κατανόησης, της κοινωνικής αδράνειας και κενότητας των ταχυτήτων και δράσεων του παρόντος, τον οδηγεί στο μοναχικό δρόμο της εσωτερικής ανάτασης, μέσα από τη μοναξιά της σύγχρονης εποχής.

Θεωρητικά καθώς φαίνονται όλα  τούτα, αποδεικνύονται οδυνηρά για τον άνθρωπο που κρατά την πένα. Η λιτότητα του λόγου, ίσως επηρεασμένη από τις σπουδές του Γρηγόρη Σακαλή, με πολλές αναφορές σε δίκαιο, μας αποκαλύπτει μια άλλη γραφή από τη συνηθισμένη ποιητική. Δίχως να υστερεί σε ρομαντισμό και υπέρβαση η γραφή ακολουθεί μια συνεχόμενη ροή, με ύφος καθημερινότητας, αδιαφορώντας κάποιες φορές ακόμη και για τα σημεία στίξης, μη μπορώντας να σταθεί σε αυτό ο ποιητής. Τρέχει ο λόγος να προλάβει τον χρόνο, αναζητά απόκριση και καθώς επιστρέφει και πάλι σιωπή,  οι «φωνές» του μεγαλώνουν ως κραυγές στην έρημο…

Σε τρία μέρη υπαρξιακά θα μπορούσε κανείς να εντοπίσει τα ερεθίσματα που γράφτηκαν οι κραυγές του Γρηγόρη Σακαλή:

∇  Η υπαρξιακή αναζήτηση του ανθρώπου που ψάχνει την συντεταγμένη του μέσα στο κοινωνικό περιβάλλον. Αναζητώντας ό,τι πιο ανθρώπινο μπορεί να ονειρεύεται, από την αληθινότητα των σχέσεων, αποπνέοντας ξαφνικά έναν απρόβλεπτο ρομαντισμό, να κάνουμε,  όπως το ποίημα Επανεκκίνηση, σαν υπολογιστές για να χωρέσει λίγη αγάπη, με ένα λουλούδι, κι ένα ποτήρι κρασί. Ταπεινά αναζητά, χωρίς βαρυσήμαντες δηλώσεις και ορολογίες, μέσα από την ασημαντότητα, την Αξία  της προσφοράς στο συνάνθρωπο. Η μοναξιά είναι μια ανοιχτή πληγή, που επανέρχεται συνεχώς σε όλο το βιβλίο.  

Ο δρόμος

Μια μέρα θα βαδίσω

το δρόμο που δεν έχει γυρισμό

θ΄ αφήσω πίσω μου

εκκρεμότητες

περιουσιακά στοιχεία

για τους επερχόμενους

θα πάρω μόνο το σακίδιό μου

αποξηραμένα φρούτα

και νερό

πολύ νερό όπως λέει ο Κατσαρός

θα βαδίσω τον ανήφορο

σε χωματόδρομους, σε βουνά

θ΄ αναζητήσω τον εαυτό μου

στου δάσους την ησυχία

κάτω απ΄ τα δέντρα

θα ψάξω για τη φώτιση

που δεν θα ΄ρθει από ψηλά

μα από μέσα μου

και το περιβάλλον

κι εκεί ίσως βρω

ό,τι δεν βρήκα στους ανθρώπους.

∇ Το τέρας ξύπνησε, κακά μαντάτα, … γρηγορείτε!  Αναζητά απεγνωσμένα τη σωτηρία από αυτό που βλέπει να έρχεται.

Η εσωτερική εξέγερση του ποιητή είναι φανερή ειδικά εκεί που η αδράνεια συναντά την κοινωνική αδικία. Αντιστέκεται στο μη ουσιαστικό, μη εκχωρώντας τα όνειρά του στο παζάρι της παρακμής μιας καλής κοινωνίας. Στη Διαπάλη είναι διαυγής η άποψή του, για όσους μπορούν ακόμη να ονειρεύονται, τα τσιτάτα των περασμένων αιώνων να μπούνε στο ντουλάπι. Μόνο οι ελεύθεροι άνθρωποι θα φέρουν την ελευθερία.

Ο λόγος του καταγγελτικός όχι μόνο για την κοινωνική αδικία. Στο Περίγραμμα είναι καταγγελτικός για την ερημιά και την απραγία των γύρω του, συνεχίζω στην έρημη πόλη, μήπως είμαι αόρατος,… πάω στον καθρέφτη μου και βλέπω, ένα θαμπό περίγραμμα, που δεν θυμίζει σε τίποτα, ανθρώπινη ύπαρξη.  Η διαμαρτυρία του δεν έχει δεύτερο πρόσωπο, αλλά την αλλοτρίωση όλων μαζί, ακόμη και του εαυτού.

Στο λίγο της ουσίας είναι η Ζωή, η ύστατη κραυγή που στέλνει στον κόσμο ο Γρηγόρης Σακαλής. Βρέχει καταρρακτωδώς, μα δεν έχω άλλα δάκρυα, στέγνωσαν τα μάτια μου, από καιρό… εμείς ζούμε με το λίγο, που είναι για εμάς πολύ.

Αξιοσημείωτη είναι και η διαμαρτυρία του στο 8 Μαρτίου, που ενώ αναφαίνεται πως δοξάζει τη γυναίκα, η κραυγή του καταγγέλλει την αδικία και πάλι μέσα από την ασέλγεια στο πρόσωπό της. Η αναφορά του στα Γρανάζια, ένας αγωνιστής που μας παραπέμπει στην ταινία «Σύγχρονοι Καιροί» του Τσάρλι Τσάπλιν με την τεχνολογία να κάνει τον άνθρωπο μέρος μιας μηχανής. Καταγγέλλει με τις Επιλογές  το σύστημα που …σου δίνει πολλές δυνατότητες, για να καταστραφείς, αλλά καμία για να σωθείς, σώζονται μόνο αυτοί, που έχουν δύναμη μέσα τους, κουράγιο κι αντοχή, να παλέψουν για αξιοκρατία, κι ελευθερία.  

Προτρέπει κάθε ελεύθερο άνθρωπο, που είναι παράλληλα και βαθιά άνθρωπος, να ανάψει το κεράκι που θα ξεκινήσει να γίνει μια μεγάλη φλόγα από όλους μας.

Το ποίημα είναι το μέσο να εκφράσει ο ποιητής την εξέγερσή του, πρέπει να σε αγκυλώνει σαν βελόνα, ένα γέλιο πικρό, είναι απόσταγμα, δεν είναι ποταμός, είναι από αίμα…

Διαλογισμός

Διαλογίζομαι

ο νους υπερίπταται του σώματος…

σε πνευματικούς κύκλους

κάθαρσης του εγώ

μείωσης της επιθυμίας

κάθε φορά και πιο ψηλά

ψάχνοντας την φώτιση

μια πνευματική ζωή

που στοχεύει στο τέλειο

που όμως δεν πρόκειται

να ρθεί εύκολα

ίσως γιατί δεν υπάρχει

ίσως γιατί απλά

ένα νοητικό κατασκεύασμα

μία αυταπάτη.

∇  Η Φώτιση ένας δρόμος προς τον θάνατο που όμως δεν ακυρώνει τη ζωή. Από τη μια η Φώτιση, Στο μονοπάτι του ήλιου, πορεύομαι, φίδια – ποτάμια διασχίζω, με τυλίγουν, ξετυλίγομαι, σ΄ έρημες αυλές, μετράω ο χρόνο, πρόσωπα ανακαλώ, μα η μνήμη με προδίδει, τα βήματά μου με οδηγούν, σ΄ ένα κοιμητήριο… Και από την άλλη Ζωή και θάνατος, …μπορεί ο θάνατος, να είναι μια λύτρωση, όταν έρχεται, μα δεν ακυρώνει τη ζωή, η ζωή που ζούμε, έχει το νόημα που της δίνουμε, εμείς, κανένας άλλος, τη φώτιση θα τη βρούμε, στην πορεία μας, μόνοι, όπως σε όλα, τα μεγάλα…

Ο δρόμος του ποιητή προς Το φως είναι όλα μαζί, και η ζωή και ο θάνατος, αρκεί να θες να το δεις, … αν θες να δεις το φως, πρέπει να περπατήσεις, το δρόμο της αλήθειας. Η απόλυτη αμφισβήτηση στον Διαλογισμό, όπου αναζητά την πνευματική ζωή ανάμεσα στον καθημερινό ρεαλισμό και ίσως τελικά να είναι κι αυτή ένα νοητικό κατασκεύασμα. 

Ο ποιητής γίνεται αντιδραστικός μέχρι αποτρεπτικός να διαβάσεις την ποίησή του, αν διαλέγεις την εύκολη οδό. Αυτή ποτέ δεν οδηγεί στην  Ανάταση, … γι΄αυτό αν θέλεις να νιώσεις, ψυχική ανάταση με ήλιους και φεγγάρια, καλύτερα να μην διαβάσεις, την ποίησή μου. 

Η κατάληξη όμως , η καταφυγή του, και σωτηρία του προς την ψυχική γαλήνη, τι άλλο από την ίδια την ποίηση. Στο ταξίδι καταλήγει, Κυνηγημένος απ΄τη ζωή, στράφηκα τότε στη λογική, κατέφυγα τότε στην ποίηση, έτσι μ΄αυτήν τώρα πορεύομαι, στη ζωή μου κι είναι η ψυχή μου, ήρεμη, γαλήνια…

Ιερή μανία

Τη νύχτα κοιτώ

τ΄ αστέρια να χορεύουν

σε μια μουσική συμπαντική

που ασυναίσθητα

μπαίνει μέσα στο σώμα μου

και κυλάει ατελείωτα

οι ώρες της νύχτας

φαίνονται αιώνες

και όταν επιτέλους χαράζει

βγαίνει ένας ήλιος λατρευτικός

αγκαλιάζει το κορμί μου

το θερμαίνει

δεν έχω ανάγκη από ύπνο

σ΄ αυτή την ιερή μανίαστην οποία ζω

το καλό και το κακό

φαίνονται σαν να μην υπάρχουν

και ο κόσμος είναι

ένας επίγειος παράδεισος.

Κείμενα και επιμέλεια δημοσίευσης Ευμορφία Καλύβα

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα:

Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στενήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο ΑΠΘ.

Έχει εκδώσει τις συλλογές «Κίβδηλος Καιρός» 2008 και «Θαμμένος στην Άμμο» 2010 από τις εκδόσεις Πλανόδιον, και τη συλλογή «Πορεία στη γύμνια», Bookstars 2013.

Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων το 2012. Επόμενή του δουλειά η συλλογή διηγημάτων «Ιστορίες ενός παραμυθά» σε μορφή e-book από την Easywriter.gr.

Το Δεκέμβριο του 2015 κυκλοφόρησε η ποιητική του συλλογή «Κυτίο Κρυφών Ονείρων», από τις εκδόσεις Ενδυμίων. Ακολούθησε η ποιητική συλλογή «Άχρονη Μετάβαση» 2017 από τις εκδόσεις Ενδυμίων.

Συμμετείχε στην ανθολογία διηγήματος «Ιστορίες της Θάλασσας» 2018 από τις Εκδόσεις Κύμα.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε η τελευταία του ποιητική συλλογή «Κραυγές στην έρημο» 2020 από τις εκδόσεις Ενδυμίων.

Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά.

*Από εδώ: https://e-musa.gr/%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%85%CE%B3%CE%AD%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%AD%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%BF-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B3%CF%81%CE%B7%CE%B3%CF%8C%CF%81%CE%B7-%CF%83%CE%B1%CE%BA%CE%B1/?fbclid=IwAR0NST6vpss0Wkta-da2tQQMcgqx5FMSe2RLfOO_vyYxw4z5JR6WecUJUTw

No 142 (ανακάλυψα ένα μοναχικό λουλούδι)

alexandrosmilioridis's avataralexandros milioridis

..ήταν
η μεγαλύτερη αγάπη,
σαν να κύλησα στο τοπίο που χε στο τέλος του
κυνηγούς,
τι να σας λέω,
έγινε η μεγαλύτερη ανάμνηση,
ήθελαν
κυνήγι,
~
ξέμεινα
στο πτυχωτό χώμα,
ένα λευκό χωράφι που νοιώθει,
αθώο με πολύχρωμο
μάτι όμως,
το δωμάτιο μου,
χωρίς πόρτα,
αλλά με την ανεκτίμητη φιλία του σκοταδιού,
αυτό μόνο,
~
έπειτα,
στην τάδε περιστροφή,
πάλι αινίγματα
με αισθήσεις,
σχεδόν έρωτας,
ο θόλος μου που καλύπτει τα χρόνια μου,
για πόσο καιρό ακόμη;
όσα ακόμη θα δω;
Θα γίνω πιο γρήγορος
και πέταξα,
~
αρκεί να βλέπεις
προς τα
πάνω,
υψώθηκα για να κοιμηθώ,
με το ρολόι
να δείχνει ακόμη
πιο ψηλά,
ο χρόνος σε ορόφους
κι έγινε η μικρότερη απόσταση
προς τα εκεί.

(alexmil)

View original post

Manolis Aligizakis, Χορευτής / Dancer

Ο χορευτής εκτινάχθηκε σαν ελατήριο, υπέροχες

γραμμές χάρασσε στο κενό σαν να μάθαινε το νόημα του

σ’ αγαπώ. Το άγαλμα έμεινε ακίνητο, να εκτιναχθεί

ήταν αδύνατο μέσα στη μαρμαρένια φορεσιά του, 

οι επαίτες είπαν γνώριζαν όλες της πόλης τις γωνιές, 

τους σοβάδες και τους τσιμεντόλιθους, η έλλειψη 

συμπόνιας ήταν κιόλας αισθητή από το πέταγμα 

των περιστεριών ενώ παιδάκια δίδασκαν τους δασκάλους 

το σχοινάκι, παραμυθάκια που έμαθαν στο πρόγραμμα 

τηλεόρασης,του Αισώπου μύθους ξαναειπωμένους, 

ανακυκλωμένους, ξαναχρησιμοποιημένους,

λέξεις που είχαν αξιολογηθεί απ’τα πανάρχαια χρόνια

τα μάτια των παιδιών μάρτυρες μύθων που ακόμα

δεν είχε διηγηθεί κανείς κι ο χορευτής εκτινάχθηκε

σαν ελατήριο και στο κενό επέγραψε το σ’ αγαπώ.

Κάποτε μου είπε κάποιος ν’ αγαπώ και τελικά κατάλαβα

πως κληρονόμησα τη στάχτη.

~ Μου αρέσουν αυτοί που επιθυμούν την ύπαρξή τους

και πάντα τη δωρίζουν.

DANCER

The dancer recoiled his body like a spring and inscribed

beautiful lines in the void as though teaching it the meaning

of love. The statue remained motionless, impossible

to recoil in its marble robe. Beggars knew every corner

of the big city, the bricks and mortar, lack of compassion

was already felt from the flight path of the pigeons while

children taught their teachers to skip rope and fairy-tales

they learned on TV, Aesop’s fables retold, reused, recycled,

words re-evaluated. Eyes of the children witnesses of myths

not yet narrated and the dancer recoiled his body like a spring

that inscribed the beautiful line: I love you.

Once I was told to love and finally it came to me that

ashes was all I had inherited.

~ I like those who like their lives and they always give it

away as a gift.

*Από τη συλλογή “Υπεράνθρωπος/ From the collection “Übermensch”.