Κώστας Κρεμμύδας, Τρία ποιήματα

Σχεδίασμα αυτοκτονίας

Σελίδα άλφα των σημειώσεων

σκόρπιες γραμμές

-στα σχήματα υστερώ

Μία αγχόνη

με αγχώνει δια δηλώσεων

υπερτερώ

στην προσπάθεια την πρώτη

*

Στα εννέα όγδοα

Ηχώ εγώ ως ήχος

ακούω την ηχώ

των παρηχήσεων

ηχόμετρο στο απέναντι

μπακάλικο

μετρά, ηχολογεί και ψάλλει

στων παραισθήσεων τη ζάλη

χορεύοντας ζεϊμπέκικο

απτάλικο

*

Μεταπτώσεις

Πενήντα κομπάρσοι

στο κόκκινο

Και το φεγγάρι δίσκος στον ουρανό

Στη θάλασσα καθρέφτης

Εμείς εκεί

απ’ την αρχή κορνίζα

κάδρο κατόπιν

σε τρεις σκηνές

και χρόνους έξι

και μια Ελένη

να επιστρέψει

την ώρα που αναχωρείς

ως είθισται

σε εποχές, σε πολιτείες,

σε αγορές

και στα προάστια

*Από το βιβλίο «Κάπα όπως μακάβριο», εκδόσεις Μανδραγόρας, Αθήνα 2019.

Kenneth Rexroth (1905-1982), Δύο ποιήματα

Όταν κάνω έρωτα μαζί σου

είναι σαν να πίνω θαλασσινό νερό.

Όσο περισσότερο πίνω τόσο περισσότερο διψώ.

Ώσπου δεν γίνεται πια να ξεδιψάσω

αν δεν πιω την θάλασσα όλη.

***

Έλα, όπως πάντα σιγά, απαλά

στη ρόδινη φωλιά της φωτιάς μου.

Έλα κι άστραψε μέσα στη νύχτα

τη βαθιά δασωμένη.

*Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας.

Κατερίνα Φλωρά, Δύο ποιήματα

Αντίδοτο

Πέρα από τον έλεγχο, σε ξεπερνά λες

Πέρα από όσα γνώριζες, ανοίκειος τρόμος

Πέρα από όσα έμαθες, ανεπαρκές όλον

Η μικρή σου πόλη, βυθίζεται στην κινούμενη άμμο

Συνοδοιπόρος μέχρι χθες, ύποπτος τώρα.

Στάσου μια στιγμή, μη ξεχαστείς, προχώρα. 

***

Φευγαλέα παρουσία

Τη φευγαλέα σου αίσθηση με κόπο φύλαξα

σαν να ήθελα το χρόνο να  γελάσω, τη στιγμή να βαλσαμώσω. 

Τη μαγεία της αφής ο νους δε συλλαμβάνει, 

ως να ήθελε να διαφύγει κι αυτή της πραγματικότητας

Τη δύναμη των ανείπωτων λόγων μας 

που αμήχανα στέκονταν με τα χέρια νευρικά, 

πώς ο ήχος της φυγής σου εξασθένησε, 

αφήνοντας το μούδιασμα στα χείλη

Εάν, όπως λένε, την παρουσία του Άλλου αφουγκράζεσαι, 

τη μορφή του μέσα στα πλήθη αναγνωρίζεις,

Άγνωστοι σαν σμίξουμε, 

τη στιγμή φοβάμαι μη προσπεράσω, 

το κάλεσμά  σου μη παραγνωρίσω

Γιάννης Ζελιαναίος, For Those…

Με το πιστόλι στον κρόταφο!

Για το τελείωμα και τρομερό πέρας της θεσφατιάς.

Για το άγγιγμα στο χέρι, 

του διαβόλου το δεινό.

Για το σάλιο μου που δε λέει να ερημώσει.

Για τις άστοχες προτάσεις που κλώθανε μια ανερμάτιστη σκοταδιά 

Και για τα χέρια μου που δε λένε να σταματήσουν το μίσος.

Για τα μάτια μας που πάντα θα μας τσούζουν.

Είτε από το δάκρυ, 

είτε από την αηδία, 

είτε από την γαμημένη παραίτηση των πάντων.

Για τους ποιητές που συνεχίζουν 

να είναι η κοροϊδία των θνητών.

Για τους ποιητές, 

που πάντα θα υποφέρουν.

Όχι γιατί πρέπει,

*Από τη συλλογή “Άννα”, εκδόσεις Εριφύλη, Αθήνα 2005.

4 ποιήματα | Γιώργος Λ. Οικονόμου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

Γυφτοπούλα στο Χαμάμ
…τα μεγάφωνα σκορπούν το τραγούδι σ’ όλους τους έγκλειστους,
είναι Κυριακή
έξω από το εκκλησάκι του Αγίου Αντωνίου, ένα σκουρόχρωμο κορίτσι χορεύει,
αν προσέξετε καλά την εικόνα, κάπου θα πάρει το μάτι σας και ’μένα να σβήνω τις μέρες μου…

***

Στην έξοδο

Περιφέρω το κορμί μου στους δρόμους
αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός
κυοφορείται πλάι πλάι με τα σπλάχνα μου
η ματιά ντυμένη χίλιες δυό ικεσίες
εκπέμπει ολοένα και πιο έντονα το μήνυμα
απασφαλίσατε
Γύρω μου κόσμος ανυποψίαστος
μ’ ακουμπάει, σπρώχνει, προσπερνά.
Μιά φωνή βραχνή κι αδέξια
ζητάει “ακρόαση Θεού”
σημάδι πως η ώρα κόντεψε.
Οπου να ’ναι τα τηλέτυπα του κόσμου
πυρετωδώς θα κροταλίζουν
για τ’ άνθος που γεννήθηκε
εντός χειροβομβίδος.

***

Ομολογία

Μικρές κι αδύναμες οι λέξεις
να ζωντανέψουν
μιαν ελπίδα
ένα όνειρο, μιά καρδιά.
Μάταιες οι προσπάθειες
κι επικίνδυνες
συχνά φέρνουν το θάνατο
κει που ζωή
κοπιάζουμε να στεριώσει.
Κι όταν -στιγμές- βλέπεις
πως μοναχά…

View original post 71 more words

Βλαδιμίρ Μαγιακόφσκι, Ενήλικος

Οι ενήλικοι είναι απασχολημένοι. 

Οι τσέπες τους έχουν ρούβλια. 

Ν’ αγαπήσω; 

Παρακαλώ! 

Ρούβλια εκατό. 

Κι εγώ, 

άστεγος, 

με τις χερούκλες 

στις σκισμένες 

τσέπες χωμένες 

έκοβα βόλτες, με μάτια γουρλωμένα. 

Νύχτα. 

Φορέστε το καλύτερό σας ένδυμα. 

Την ψυχή σας ηρεμήστε στις γυναίκες σας, στις χήρες. 

Εμένα 

η Μόσχα μ’ έπνιγε στην αγκαλιά της 

με τους ατέλειωτους δακτύλιους Σαντόβοε. 

Στις καρδιές, 

στα ρολογάκια 

οι ερωμένες χτυπούν. 

Εκστασιασμένοι οι παρτενέρ της ερωτικής κλίνης. 

Των πρωτευουσιών το χτυποκάρδι τα’ άγριο 

έπιανα εγώ 

στην Πλατεία των Παθών ξαπλωμένος. 

Διάπλατα – 

Η καρδιά σχεδόν έξω – 

Ανοίγω τον εαυτό μου και στον ήλιο και στο λασπόνερο. 

Μπείτε με τα πάθη! 

Με τον έρωτα χωθείτε! 

Δεν κυβερνάω πια την καρδιά μου. 

Στους άλλους γνωρίζω που βρίσκεται η κατοικία της 

καρδιάς. 

Σε μένα όμως 

τρελάθηκε η ανατομία. 

Ολόκληρος είμαι μια καρδιά 

που βροντάει παντού. 

Ω, πόσες 

Ανοίξεις μόνο 

Σε 20 χρόνια φλογίζουν μαζί! 

Το βάρος τους τα’ αξόδευτο – ασήκωτο. 

Ασήκωτο το λέω όχι έτσι, 

για το στίχο, 

μα κυριολεκτικά. 

*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός.

Ρωξάνη Νικολάου, Ξένη να ερχόμουν, απ’ αλλού

Photo: Sisters of sorrow by wondermilkygirl (παρμένη από τις Τρενοποιήσεις)

Ξένη να ερχόμουν, απ’ αλλού

σ’ απαλό καΐκι να διέσχιζα

το άγνωστο νερό.

Ηλίανθος μητέρα

πολύεδρο άστρο

σε πόσα λουλούδια 

τραγούδησες

βρύση θνητή.

Ο πατέρας πληκτρολογεί 

στο google τ’ όνομά του

τραντάζοντας με βροντερά φτερνίσματα

τον κορσέ του ύπνου της κοινότητας

ογδοντατεσσάρων χρονών ερωτευμένος 

με τη φευγάτη γη

Όμορφα τα φώτα π’ ανάβουν το σούρουπο

Άκου πώς βαρά το κανονάκι στα περβόλια

εκείνο που σίγασε πριν από χρόνια·

αναμεταξύ των χτύπων αντηχεί 

η περπατησιά του σκιάχτρου

που κοντεύει.

Γιώργος Μπλάνας, Ο γκρεμός

Του λέει το κύμα: Θα σε πάρω στον βυθό μου·

κι αυτός ανοίγει το πανί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από τον ίδιο τον εαυτό μου!

Του λέει η γη: Δεν θα σου δώσω τον καρπό μου·

κι αυτός αρπάζει το υνί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από το ίδιο το μυαλό μου!

Του λέει η φωτιά: Δεν θα σου δώσω την καρδιά μου·

κι αυτός φουρνίζει το ψωμί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από τα ίδια τα όνειρά μου!

Του λέει ο κόσμος: Θα χαθείς στην άβυσσό μου!

κι αυτός αρπάζει ένα κλαδί

και λέει: Δεν έχω φοβηθεί

άλλον ποτέ από τον ίδιο τον γκρεμό μου!

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://www.culturebook.gr/poem-of-the-week/giorgos-blanas-o-gremos.html?fbclid=IwAR3ty4mIh1e4ds1QE629SvO9jQ4Q6vXVdXxQXllxXMu0dmxpmQZU8NfmcxA

Χαρά Παπαδοπούλου, Απροσδόκητη συνάντηση

Artwork: Martin Lewis

Μια μέρα συνάντησα την αλήθεια μου. 

Πήγαινα να ψωνίσω στο σούπερ μάρκετ.

Τη ρώτησα αν ήταν καλά στην υγεία της.

Κι εκείνη μου απάντησε:

«Καλά, εσείς;»

Κι εγώ της λέω:

«Τι περιττός πληθυντικός!»

«Γιατί; Δεν είναι ταιριαστός με την ηλικία σου; 

Ή μήπως δεν έχεις το κύρος της τιμής του;»

«Μπα! Τι ξαφνική οικειότητα είναι αυτή;

Εσύ τόσα χρόνια παρίστανες την άγνωστη. 

Μου μίλαγες σαν να ’μουν καμιά ξένη.

Κι ούτε με άφηνες καν να σε συναντήσω.

Κι ούτε έπαιρνες από παρακάλια και λυγμούς. 

Και τώρα σου θυμήθηκε να μ’ εμψυχώσεις; 

Καθάρισες, νομίζεις, με το νεόκοπο ενικό σου; 

Τι να την κάνω την ψεύτικη εκτίμησή σου; 

Εγώ ήθελα την αλήθεια μου στο πλάι μου».

«Τότε να μου είχες καταργήσει τον πληθυντικό νωρίτερα.

Λες και δεν ξέρεις πόσο απεχθής μου είναι

Η σεμνοτυφία».

Με πήρε αγκαζέ και πήγαμε μια μικρή βολτα στο πάρκο.

Μετά είχα να γυρίσβ για χ]ψώνια.

*Από το βιβλίο “Ένα γυμνό κρεμμύδι”, εκδόσεις_των_άλλων, 2016.

Λίνα Βαταντζή, Αδράνεια

Οι καρδερίνες κελαηδούσαν

την παγερή ανατολή χθες – 

σήμερα λευκή σιωπή

καλύπτει ουρανό, γη

και τα στέκια των πουλιών 

χωρίς φωλιά.

Κρύφτηκαν τα σπουργίτια

της πόλης –

τώρα που 

ο χειμώνας έγινε χειμώνας

κανείς δεν φαίνεται.

Πού κατέφυγαν 

οι ασκεπείς ψυχές

τώρα που ο χιονιάς 

κατακτά τον χώρο;

Ίσως μια ανάσα ζεσταίνει 

την ύπαρξή τους –

ποια μεγαλόψυχη καρτερικότητα 

θα συγχωρεί 

την ψυχρή αδράνειά μας.