Ελίνα Αφεντάκη, Απεταξάμην

Εικόνα: Wolfgang Lettl – Από https://www.arteehistoriaviajandoporelmundo.com/

Τους χειμωνανθούς,

τα χρέη, 

τα χάχανα,

το χιόνι του Σαπόρο,

τα περσικά χαλιά του αθώου αίματος, 

το χιλίαρχο που μιξοκλαίει,

το χυλό των ηττημένων,

τη χορωδία των νικητών

Όλα…όλα πάρτε τα μακριά μου!

Μονάχα τις χίμαιρες και τα χαϊκού αφήστε .

..ίσως και  λίγο χόρτο για να βγάλω το χειμώνα.

Εδραίωση συνείδησης, επανάσταση όχι εξέγερση

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΑΖΑΣΗΣ

Όσοι πιστεύετε σε μιά κοινωνία που δεν θα ζητά πολλά από τα μέλη της, όπως ζητά η εκμεταλλευτική κοινωνία από τους υπηκόους της αρρωσταίνοντάς τους, μην έχετε απαιτήσεις από τους ανθρώπους, εφ’ όσον δεν προτάσσετε αυτό που θα κάνει εφικτές τις απαιτήσεις σας από αυτούς.

Τα ζώα δεν εμποδίζουν τις εκφράσεις τους, ενώ οι άνθρωποι καθηλώνουν τον ερωτισμό τους , με αποτέλεσμα να εγκληματούν για διασκέδαση. Εκεί τους οδηγεί ο έναντι των ζώων περίσσιος νούς τους;

Περιμένετε ένα στραβοπάτημα του εκμεταλλευτικού πολιτισμού, ένα αυτογκόλ, για να προσεταιριστείτε τους αρρώστους που τον στηρίζουν, χωρίς να σας ενοχλεί η ευκαιριακή , κάλπικη προσχώρησή τους στους κόλπους σας˙ πράγμα που αποδεικνύει την αναποτελεσματικότητα των κινήσεών σας, καθώς και την ανικανότητα της διά του λόγου σας πειθούς.

Τα θέλγητρα των αντιπάλων μας είναι ο υλικός πλούτος και η εξουσία του ατόμου˙ δηλαδή η κυριαρχία του ατόμου στο κοινωνικό σύνολο. Εσείς ποιά θέλγητρα έχετε; Την νερόβραστη χριστιανική, βουδιστική αλληλεγγύη της ειρωνείας  και του ανηκέστως υπερτροφικού υπερεγώ σας;

Οι συνθήκες συλλογικότητας, αυτοοργάνωσης, δικαιοσύνης, ισότητας που οραματίζεσθε, απαιτούν ως βάση φιλοσοφίας την ηδονή, με προεξάρχουσα την ερωτική ηδονή, που είναι η ηδονή των ηδονών! Πράγμα που εσείς, όπως και οι αντίπαλοί μας, πολεμάτε, και ως βάση φιλοσοφική υιοθετείτε αυτή των αντιπάλων μας˙ δηλαδή, την φιλοπονία της αλγολαγνείας, που οδηγεί στην εξιδανίκευση των υλικών αγαθών, στην ματαιόδοξη φιλοδοξία, στην εξόντωση ανθρώπου από άνθρωπο.

Η ηδονή προάγει το όραμά σας! Επομένως, η ρήξη μαζί της αποτελεί ασυγχώρητη αντίφαση, η οποία, σας καθιστά αμήχανους, εμφανίζοντάς σας, αδύναμους προς τα έξω. Τόσο εσείς, όσο και οι αντίπαλοί μας, εξιδανικεύετε, ανάγοντας σε αυτοσκοπό και ευχαρίστηση, τα εργαλεία,  που θα καλυτερεύσουν  τις  συνθήκες  ζωής˙ εσείς εξιδανικεύετε, ανάγοντας σε αυτοσκοπό και ηδονή, την κοινωνία της αυτοοργάνωσης, της αλληλεγγύης, της δικαιοσύνης˙ εκείνοι εξιδανικεύουν,  ανάγοντας σε αυτοσκοπό και ηδονή, τα υλικά αγαθά˙ αγνοώντας και οι δύο, ότι η ερωτική ηδονή αποτελεί, ταυτόχρονα, εργαλείο που θα μας βελτιώσει και αυτοσκοπό που θα μας πληρώσει˙ και σε αυτό έγκειται η ασύγκριτη υπεροχή της.

Η περίσσια νόηση που διακρίνει το ανθρώπινο είδος, θα έπρεπε να το έχει οδηγήσει από καιρό, σε συνεκτική κοινωνία αλληλεγγύης-κοινωνία βιώσιμη˙ η συνεκτική κοινωνία αλληλεγγύης έπρεπε να αποτελεί την ειδοποιό διαφορά του ανθρωπίνου είδους από το ζωικό βασίλειο, και όχι το ξερίζωμα του ερωτικού ενστίκτου των ανθρώπων, διά το οποίον αυτοί επαίρονται, και το οποίον (ξερίζωμα του ερωτικού ενστίκτου) ξεριζώνει μαζί και την αβρότητα, την αλληλεγγύη μεταξύ των ανθρώπων, ενώ το ερωτικό ένστικτο ως θεμέλιο και πεμπτουσία της κοινωνικότητος θα έφερνε αναμφισβήτως, πιο κοντά τους ανθρώπους, βοηθώντας τους ,να ξεδιπλώσουν την μοναδικότητά τους.

Εδώ και χιλιάδες χρόνια εκμεταλλευτικού πολιτισμού, έχουμε κοινωνία αποσύνθεσης, που στηρίζεται στο ατομικό συμφέρον, το οποίον υπονομεύει το κοινωνικό σύνολο, άρα υπονομεύει και τα άτομα που το απαρτίζουν.

Η ικανότητα αμείβεται με την αυθαιρεσία της εξουσίας, με την αδικία της κατάχρησης των υλικών αγαθών, εις βάρος των άλλων (λόγω διακρίσεων, ένεκα ικανότητος ), αντί να αμείβεται (μέσα σε μια γενικευμένη ερωτική διάθεση), με την απλότητα της ανταλλαγής, της μύησης, της συνεργασίας˙ έτσι, ο καθένας προσπαθεί να εκμεταλλευθεί την όποια ικανότητά του εις βάρος των άλλων. Η κοινωνία των ανθρώπων ξεπερνά σε εγωιστική αδιαλλαξία εχθρότητος την κοινωνία των ζώων. Όσο το ανθρώπινο είδος ακρωτηριάζει τον ερωτισμό του, μη αποδεχόμενο την πολυγαμική, αμφιφυλόφιλη φύση του (η οποία επαναφέροντας την αίσθηση και την σκέψη των ανθρώπων στην φυσιολογική λειτουργία τους, θα αμβλύνει τις οξυμένες από τις παρακρούσεις του μονογαμικού τύφου της εκμετάλλευσης, αντιφάσεις της ζωής, απλοποιώντας την), δεν θα βρίσκει κίνητρο για την ηδονή, την αρετή, την στόχαση, και για μια υγιή κοινωνική οργάνωση (παρ’ όλα τα προβλήματα που θα προκύψουν και σ’ αυτή), που δεν είναι άλλη από αυτή των αυτοδιευθυνόμενων κοινοτήτων, αραιοκατοικημένων, με αγροτικό κυρίως προσανατολισμό, με χαμηλή δόμηση, με ίση κατανομή των υλικών αγαθών (τα οποία θα περισσεύουν, αφού οι άνθρωποι θα ασχολούνται με τα λειτουργήματα του γεωργού, του τεχνίτη, του γιατρού και κάποια άλλα που υπηρετούν το αναγκαίο, έχοντας ελεύθερο χρόνο για ότι τους συγκινεί), με σύνεση επιλογής στην αναπαραγωγή και αντίσταση στο καταστροφικό αδιέξοδο του «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε». Δεν χρειάζεται ο κάθε πικραμένος να γεννά και να ανατρέφει αναπαράγοντας το πρόβλημά του, για να έχουν δούλους οι πλούσιοι ιθύνοντες, επειδή δεν προλαβαίνουν, δεν μπορούν και δεν θέλουν να τα κάνουν όλα μόνοι τους.

Η ζωή των ανθρώπων θα έπρεπε να ήταν μιά παραλλαγή της ζωής των ζώων, με τις απαραίτητες διορθώσεις της αλληλεγγύης, της υγιεινής, της φειδούς στην αναπαραγωγή˙ η λύση είναι αυτή που δεν αντέχετε να ακούσετε, τόσο εσείς όσο και οι αντίπαλοί μας που από την ίδια ηθική εμφορείσθε.

Η φθίση του ατομικισμού-μικροαστισμού, δηλαδή, η φθίση της εξιδανίκευσης των υλικών αγαθών, καθώς και η διαμόρφωση ολιγαρκών ανθρώπων  που θα αναγνωρίζουν το αναγκαίο (όχι το περιττό), θα αρχίσει από τις ελεύθερες εναλλασσόμενες ερωτικές σχέσεις των ανθρώπων, σηματοδοτώντας μιά εύκολη, ολιγόχρονη παραγωγική διαδικασία, που θα στηρίζεται στην προστασία (αναγνώριση) του φυσικού περιβάλλοντος, στην συνεργασία και όχι στο αλληλοφάγωμα των ανθρώπων, με απότοκο, τον σίγουρο βιοπορισμό όλων, μέσα στο σύντομο της ζωής πέρασμα.

Μιά παραγωγική διαδικασία η οποία, αφήνοντας ελεύθερο χρόνο, θα οδηγήσει στον ντιλεταντισμό. Επιτέλους! Πότε η ανθρωπότητα θα τελειώσει τα μαθήματά της   ( εκείνα της ατέρμονης ενασχόλησης με τα υλικά αγαθά ) και θα θελήσει να παίξει; 

Η εύκολη, ολιγόχρονη παραγωγική διαδικασία που οραματιζόμεθα (της οποίας η πολιτική έκφραση δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη της άμεσης λήψης των αποφάσεων μέσα από τις συνελεύσεις και τα συμβούλια των εργαζομένων), δεν μπορεί να υποστηριχθεί από τις ίδιες κλειστές ιδιοκτησιακές ανθρώπινες σχέσεις, που καταλήγουν στο υπάρχον κλειστό ιδιοκτησιακό οικογενειακό καθεστώς, και αποτελούν το θεμέλιο του εκμεταλλευτικού πολιτισμού και της καπιταλιστικής έκφανσής του.

Κάθε ξεσηκωμός, κάθε απόπειρα ανατροπής των εκμεταλλευτικών σχέσεων παραγωγής και της άδικης κατανομής των υλικών αγαθών, εάν δεν αμφισβητήσει την μονογαμική αποχή έρωτος και την νομοτέλειά της,  την μονογαμική οικογένεια,  θα μετατρέπεται σε τυραννία, όπως η απόπειρα του 1917 στην Ρωσία, μετεβλήθη σε δικτατορία μιας νέας νομενκλατούρας, αυτής των κρατικών καπιταλιστών.Είναι αστείο που μετατρέπεται σε κακοήθεια, όταν κάποιοι επιχειρούν, να στηρίξουν επάνω στην ατομικιστική βάση της αυταρχικής – μονογαμικής οικογένειας (η οποία, ιστορικά, αποτελεί το θεμέλιο της εκμετάλλευσης και της καπιταλιστικής  έκφανσής της), την συλλογικότητα, την αλληλεγγύη, την δικαιοσύνη που απαιτεί ο κομμουνισμός στην παραγωγική διαδικασία και στην κατανομή των καρπών της στους ανθρώπους. Γι’ αυτό ο Σωκράτης και ο Πλάτων στην “Πολιτεία”, δίδουν μεγαλύτερη σημασία στον κομμουνισμό του έρωτα, ως το κυριότερο αγαθό της πόλης, που θα ενώσει τους πολίτες, παρά στην κοινοκτημοσύνη των υλικών αγαθών.  

Εάν το όραμα μιάς πολυγαμικής αυτοδιευθυνόμενης κοινοκτημοσύνης(ενός παγκόσμιου ελευθεριακού κομμουνισμού που θα εξασφαλίζει, παρέχοντας αφειδώς,   τα αναγκαία διά την ζωήν υλικά αγαθά, αποφεύγοντας την διαστροφική, ματαιόπονη εξιδανίκευσή τους, τις ψεύτικες υλικές ανάγκες, που τόσο ο απροκάλυπτος, όσο και ο συγκαλυμμένος, μαρξιστικός καπιταλισμός προτάσσουν), δεν είναι παρά μιά υπερεκτίμηση των ανθρωπίνων δυνατοτήτων – μη μπορώντας αυτές να αποτοξινωθούν από το κίνητρο εγκλήματος του χρηματικού κέρδους, ατενίζοντας αισιόδοξα τους ορίζοντες της έννοιας: “δυνατότητα”, που είναι ελευθερία έκφρασης – δημιουργία – τελείωση – τότε το ανθρώπινο είδος, όχι μόνο δεν έχει λόγο ύπαρξης, αλλά εν ονόματι κάθε έννοιας ζωής και δικαίου, επιβάλλεται να εξαφανισθεί, αφήνοντας χώρο στον σύνοικό του,  το ζωικό βασίλειο, το οποίον, όντας λιγότερο ανελεύθερο , λιγότερο αυταρχικό, λιγότερο φονικό από τον άνθρωπο, δεν είναι ικανό για τόσο και τέτοιο έγκλημα!

Για τόση και τέτοια καταστροφή!

Υ.Γ.  Η αποβλάκωση που χαρίζει στους ανθρώπους η οικογενειακή-μικροαστική(ανέραστη-ανήδονη, ατομικιστική) ζωή τους με τα σάπια ιδανικά που καταργούν την χαρμονή, καθιστά αυτούς έτοιμους ανά πάσα στιγμή, να συρθούν από το κεφάλαιο (όταν αυτό το κρίνει σκόπιμο) για άλλη μια φορά, κάτω από τα όπλα˙ συμβατικά, και λόγω διαστροφής ανείπωτης, πυρηνικά.

Φαεινό παράδειγμα, επίκαιρο – άσκηση υπακοής – υποταγής των λαών, πετυχημένη! Ο Κορωνοκαπιταλοϊός!

Εάν οι λαοί είχαν αποκτήσει το επίπεδο εκείνο που χρειάζεται, για να επιβάλλουν, δημιουργώντας, συνθήκες άμεσης δημοκρατίας, ελέγχοντας τους επαϊοντας, ώστε να μη μπορούν (οι επαΐοντες) ανέλεγκτα, ατομικιστικά, στον βωμό της αγοράς και του κέρδους να δράσουν, δεν θα βιώναμε αυτά τα εξευτελιστικά φαινόμενα εξουσίας, όπου μιά χούφτα άνθρωποι, δια του λόγου μόνο, απαγορεύουν σε εκατοντάδες εκατομμύρια συνανθρώπους τους την κυκλοφορία, και ακόμη χειρότερα,  βουλώνουν σε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους  την μύτη και το στόμα με μια μάσκα, επιβάλλοντας  δικτατορία, δίχως του παττακού τα άρματα μάχης και τους γύψους, χωρίς τάγματα εφόδου, μελανοχίτωνες, μηχανοκίνητα σταλινικά, γκουλάγκ.

Το 2011, όταν διακινούσα την συλλογή κειμένων μου «Ανατολή φυγής», σε ένα από τα καφέ μπαρ που συνηθίζω να διακινώ τα κείμενά μου, ήταν μιά παρέα νέων από 16 έως 20 χρόνων, που με κοιτούσε με αντιπάθεια˙ επεδίωξα διάλογο μαζί τους, και μεταξύ άλλων, ένας από τους νεαρούς της παρέας με ρώτησε: ”Στο βιβλίο σας  που το διάβασα από έναν γνωστό μου, που το έχει πάρει, επαινείτε, ταυτόχρονα, την ζωή και τον έρωτα˙ πώς γίνεται αυτό; Αφού υπάρχει ο κίνδυνος από τον γνωστό ιό, και ο έρωτας φέρνει τον θάνατο”…  

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Δύο ποιήματα

Τα παντζούρια

Σ’ εμάς δεν πρέπει

ν’ αντικρίζουμε το φως 

ανύπαρκτων αστέρων. 

Κλείνω τα παντζούρια 

κλείνω τον γενικό

κατεβάζω το τηλέφωνο

κι όταν αναμετρώ

τις λάμψεις τους τις απατηλές 

πικρά χαμογελώ

μες στο βαθύ σκοτάδι.

***

Πριν σβήσουνε

Προσκυνητής

σ’ άνισο αγώνα

θανάτου και ζωής

με παγωμένο ιδρώτα

κλέβεις στιγμές να παραβγείς 

κάποτε ωραίος νικητής…

σαν πρώτα.

Όσο γι’ αυτό

έχεις καιρό να δοξαστείς

για τέτοια μην ανησυχείς

και ρώτα

αν πρόφτασε ποτέ κανείς

τους κόπους του να δει ευτυχής 

πριν σβήσουνε τα φώτα.

*Από τη συλλογή “Στίχοι για υγρούς θανάτους”, Νοέμβριος 2019.

Μαρία Πανούτσου, Σπονδές

1.

Σπάσε την στάμνα

Έλα να σβήσουμε τα πρόσωπά μας/

και τα ονόματα γραμμένα 

μόνο στην άμμο/ δίπλα στην θάλασσα/

Άσε να ξεβραστούμε τυχαία 

σε μια παραλία αυτού του κόσμου/

χωρίς ταυτότητα /με αμνησία στο κορμί/

Έλα και πλάγιασε δίπλα μου/ ξένος με ξένη/ 

αλλά με εκείνη την αγάπη  που ζήσαμε/ 

εκείνα τα δευτερόλεπτα/ 

Μην παρασύρεσαι / εκεί είμαι στην γωνία/ 

περιμένω με αγωνία /το απρόσωπο πρόσωπο/

Τον άνθρωπο χωρίς τα λόγια/

Τον άνδρα χωρίς τον σκοπό/ 

Μεγάλωσε  ο χρόνος/ 

και  κυλά ο ουρανός / στα όνειρα μου/

Με μια παντιέρα  ανεμίζω/   

και σημαδεύω  την άφιξη σου/ 

Δεν χάνεται η λέξη που ειπώθηκε/ 

σε μια στιγμή/ 

που το αίμα κυλούσε γοργά/

24/6/2018

*Παρμένο από εδώ: https://hellopoetry.com/poem/2676309/-/

Judith Teixeira dos Ramos, Το άγαλμα

Το λεπτό λευκό σου σώμα

Αιχμαλώτισε τις αισθήσεις μου.

Σ’ ονειρεύομαι,

Θερμαίνεται στη βαθιά νύχτα

Το κρύο, καμπύλο μάρμαρο

Του φωτεινού σου στήθους.

Πόσες φορές μες στο βαθύ σκοτάδι,

Καίγοντας από πυρετό,

Με μάτια βιολετιά σαν πασχαλιές,

Έρχομαι να κρυφοκοιτάξω

Χειρονομίες που ονειρεύτηκα!

Ένα σπασμό αφουγκράζομαι

Να εξομολογείται όλες τις φαντασιώσεις μου.

Ω, Αφροδίτη αισθησιακή!

Θανάσιμη αμαρτία

Των σκέψεών μου!

Ανάμεσα στις στητές σου ρώγες

Κρατάς, τυραννικά,

Το μοναδικό λόγο της σύλληψής μου!”

*H Judith Teixeira dos Ramos είναι μοντέρνα ποιήτρια, ντεκανταντίστα, μορφινομανής και λεσβία. Με το πρώτο της βιβλίο πριν 98 χρόνια τάραξε τη Λισαβόνα. Το ποίημα προέρχεται από την “Ανθολογία της Πορτογαλικής ποίησης” σε μετάφραση Γιάννη Σουλιώτη (εκδ. Ροές, 2008) και εμείς το πήραμε από τη σελίδα τυ George Katsamakis στο Facebook.

Natalia Castaldi, Tο τραγούδι στον κύκλο του νερού – Επί την ηλίου δύση

Στην άκρη των ματόκλαδων σε λήθη

ξαναγράψε μου των αστεριών τον στίχο

όταν πάνε να εξορμήσουν

ανάμεσα στις περασμένες καταστάσεις

ενός παρόντος με αμνησία.

Μάζεψε τους κονδυλοφόρους μου

και πέτα τους στο ποτάμι

γιατί δεν υπάρχει σπόρος γνώσης

που να μην βλασταίνει μες στον πόνο.

Το φθινόπωρο προχωρά με το ποδοπάτημα των φύλλων

στο πεζοδρόμιο

και είναι ένα βήμα που μόλις ξεκίνησε

επί την ηλίου δύση.

IL CANTO NEL CERCHIO DELL’ACQUA

Al calar della sera

Sull’orlo delle ciglia in oblio

riproducimi il verso delle stelle

quando si vanno a scagliare

tra le ipotesi passate

di un presente privo di memorie.

Raccogli le mie penne

e gettale al fiume

che non c’e seme di conoscenza

che non germini nel dolore.

Avanza l’autunno nel calpestio delle foglie sul selciato

ed e un passo appena abbozzato

al calar della sera.

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Τόλης Νικηφόρου, Δύο ποιήματα

ένα παιδί

με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι 

κοιτάζω εκστατικά

πίσω απ’ τις στάλες της βροχής

ένα πολύχρωμο κόσμο

κρύβω μέσα μου ένα παιδί

με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες 

μέσα στο χειμώνα

ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια 

για το γατάκι του που πέθανε

για το λουλούδι που μαράθηκε

για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή

κρύβω μέσα μου ένα παιδί

με τρύπιο παλτό

που λαχταράει τα ζεστά κάστανα 

την γειτονιά και τους φίλους

την άνοιξη που θάρθει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί

που δεν δέχεται

πως μπορώ να γελάω

όταν την ίδια στιγμή κάποιος κλαίει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί 

απαρηγόρητο

που θάθελε να φτιάξει τη ζωή 

στα μέτρα της καρδιάς του

***

προειδοποίηση

το αίμα στους υγρούς τοίχους των υπογείων 

το αίμα στο διάτρητο λευκό πουκάμισο

το αίμα που παραμένει κόκκινο

το κρασί της τελευταίας μετάληψης

το κρασί με το απαράλλαχτα ίδιο χρώμα 

το κρασί που μεθάει τον ήλιο

η φωνή που σηκώνεται στους έρημους δρόμους 

η φωνή που συλλαβίζει την ίδια πάντα λέξη

η φωνή που αρνείται να σωπάσει

είναι τα όπλα μου

κι αυτοί οι στίχοι

οι στίχοι που καίνε τα δάχτυλα

οι στίχοι που υπόσχονται το μέλλον

*Από τη συλλογή “αναρχικά, Θεσσαλονίκη, 1979.

“2017” της Μαριάννας Πλιάκου – Κριτική Βιβλίου

Γράφει ο Απόστολος Θηβαίος

Οι πληροφορίες που προσφέρουν τα τυπικά στοιχεία μιας ποιητικής συλλογής λογίζονται για τούτο το σημείωμα ρίζες. Και οφείλει κανείς, αν επιθυμεί σε βάθος να αντικρίσει τα πράγματα, να μην περιφρονήσει τις λιτές, βιογραφικές αναφορές της Μαριάννας Πλιάκου. Περιορισμένες στον μέσα κόσμο του εξωφύλλου και ίσως σε έναν, δυο στίχους που ακουμπούν επάνω στον ομιχλώδη κόσμο του Γ. Ιωάννου, χαρακτηρίζονται ωστόσο από μια ασύδοτη πυκνότητα. Τούτο το σημείωμα, λοιπόν εξηγείται όπως συνηθίζει, με μια ιστορία. Επειδή με άλλον τρόπο δεν μπορεί να περιγράψει ή να συγκινηθεί από την ομορφιά που υπάρχει δίχως κόπο.

Πρόκειται για το μακρινό κιόλας 2017, χρονιές που πια δεν μπορούν παρά να υπάρχουν ως τίτλοι και τίποτε. Η οδός Κατούνη, πλάι στο Εβραϊκό Μουσείο της Θεσσαλονίκης που ετούτο το σημείωμα μονάχα κάποιο απόγευμα επισκέφτηκε. Ένα μικρό νησί κάπου στις θάλασσες της Νορμανδίας, τόπος των Άθλιων και έμπνευση του Ρενουάρ σε κάποια εκδρομή στις βορινές ακτές του Moulin Huet. Και ύστερα, μια αίσθηση ερειπίων στην επωνυμία των εκδόσεων Κύφαντα, που με λιτότητα εξηγούνται αποσπασματικά στον προθάλαμο κάποιας συλλογής. Ρωτώ να μάθω πού κατοικούν τα ποιήματα, με μια χαμηλή φωνή, τόσα αστεία που ίσως έσπασε και σε κανένα φάσμα πια δεν υπάρχει. Ένας ήλιος που σηκώνεται, χαρακτήρες ενός έργου, ο πατέρας και η μητέρα, η Δέσποινα και ο Νίκος και ο ίσκιος τους, αφιερωματικοί Κεραμικοί σπασμένοι παντού στην ζωή μας. Ρωτώ και όλοι έχουν χάσει τα μάτια τους. Μιλούν και φέρονται πραγματικά, με ευγένεια, ωστόσο δεν έχουν μάτια και ετούτο έχει να κάνει με την ικανότητα να θυμούνται. Με παίρνει ένας άνεμος, με αρπάζει στο πρόσωπο, ένας παλιός φίλος από την ωραία Καβάλα, ένας Πεισίστρατος ανασύρεται από τα βάθη του πρώτου εκείνου στίχου. Τώρα πια, δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία. Ζήτησα και χάθηκα μες στους λεπτά δουλεμένους στίχους που αποφεύγουν τις διακοσμήσεις, που φέρονται όπως μια γλώσσα καθημερινή. Στα διαλείμματα του ανέμου, έφεγγαν πρόσωπα παλιά, ιερατικά με απέραντη γλυκύτητα προικισμένα. Δίχως ονόματα, γιατί όλες αυτές οι σημασίες πια ξεσταχιάζουν στα ακρολόφια και τις πηγές, έχασαν τα ονόματά τους. Ζουν όπως οι θρύλοι εντός μας Μαριάννα, σκεπάζουν παλιές αυλακώσεις και πίκρες. Μου λες πως πρέπει να αντέχει κανείς κατάματα να αντικρίζει τις συγκινήσεις και πως πρέπει κανείς να μιμηθεί τον τρόπο που οι λέξεις ελπίζουν και ζουν. Θα πρέπει να προχωρήσω, ξεπουλώντας βινύλια, πικάπ, τον ίδιο τον Μάιλς. Θα πρέπει να κερδίσω λέει, ένα παιχνίδι σκάκι, να γίνω ο αξιωματικός, να κερδίσω την καρδιά μιας βασίλισσας, να υπερασπιστώ τους πύργους μου. Να υπερασπιστώ την συντροφική ψυχή εκείνου του χρόνου που κατοικεί πίσω από κλειστά φύλλα. Η πρόζα της βιογραφίας αναλαμβάνει την βρώμικη δουλειά, όλα τα άλλα πέρασαν στην αιωνιότητα. Αυτοκίνητα, κουπόνια, λάστιχα, σαρκοφάγοι, οι γιοι μας και οι κόρες μας.

Εδώ η ιστορία τελειώνει απότομα και τίποτε άλλο δεν σώζεται. Σκάει το δέρμα της και όλα γερνούν, γίνονται ένα σώμα. Τούτο το σημείωμα ψάχνει στις τσέπες του. Γυρεύει τα χαρτιά, τα ποιήματα, τις εντυπώσεις, τα κλειδιά. Συλλογίζεται πως τέτοιες ιστορίες δεν μπορούν να γεννηθούν μες στο συνηθισμένο. Ελπίζω πως υπάρχουν εκεί και άλλα κορίτσια, όπως η Μαριάννα Πλιάκου που αρνούνται να μεγαλώσουν, που μέσα τους πιστεύουν στην μακαριότητα της Έμιλυ. Και πως υπάρχουν και άλλες εκδόσεις, όπως αυτές των Κυφάντων που θα φέρνουν στο φως συλλογές σαν το 2017.

Το σημείωμα καμιά φορά στέκει αμήχανο. Γιατί μες στην μεγάλη βιβλιογραφία του καιρού μας, πότε πότε εντοπίζει μια άξια φωνή, γενναία και εύψυχη. Μια φωνή που φθάνει ως τα βάθη του εαυτού μας, παζαρεύοντας λίγη μνήμη με αντίδωρο τα ποιήματα. Η συλλογή της Μαριάννας Πλιάκου που στους στίχους της γυρεύει το απεριόριστο, που στους κόλπους μιας ζωής σμίγει μια λεπτομέρεια από το συμπόσιο των λύκων του Χάξλεϋ, το ιδιώνυμο του Γ. Ιωάννου, τα πορτραίτα του αδελφού και ενός Πεισίστρατου με τεράστια, αμυγδαλωτά μάτια. Οι επιρροές της με όμορφο τρόπο, καινούριο, σμίγουν με το προσωπικό ταλέντο και ίσια επιλέγουν την αιώρηση στο χάσμα. Πατίνα χρόνου, αξεδιάλυτες σκόνες, νοσταλγικές προσευχές, τόποι και δρόμοι που δεν στενεύουν, μεταμορφώνονται στην γήινη σκηνογραφία της Μαριάννας Πλιάκου. Στο βάθος το πάλκο των τιμών, ανθισμένοι επιτάφιοι, μυρωδιές των δρόμων και ελεγείες.

Οι εκδόσεις Κύφαντα και η Μαριάννα Πλιάκου συνεισφέρουν με έναν ανανεωτικό τρόπο στην ελληνική, ποιητική σκηνή. Με ποιήματα που αστράφτουν ιδιαιτερότητες η δημιουργός ζωγραφίζει σε χαρτί palatino chamois το πορτραίτο του πατέρα και τα ποιήματά του. Τα δομικά υλικά της συλλογής που τιτλοφορείται 2017 αφορούν λευκές μέρες, σπασμένα υαλικά σαν της Μολφέση, τόπους που διαλέγει κανείς να θεραπεύσει με ζωή την χρόνια νόσο του θανάτου. Η συντριβή της κομψή, το ύφος της εκείνο του σθένους, το φόντο της λαϊκό, βγαλμένο μέσα από το μεγάλο βιβλίο που συλλογικά και αδιάκοπα γράφεται. Η συλλογή που κεντρίζει αληθινά ετούτο το σημείωμα, είναι φτιαγμένη από ρετάλια της ζωής, σπαράγματα και τα ρέστα. Περιέχει πρόζες που κάνουν πάταγο, που μαρτυρούν βασανισμένα χρώματα, στίχους κλειδωμένους στους λαιμούς, προσωπικά χρονικά, λαογραφίες, μάτια πανικόβλητα, την αρχιτεκτονική μιας ολόκληρης ζωής. Η Μαριάννα Πλιάκου δίνει μια και εγκαταλείπει τις ρηχές συγκινήσεις, τα οικεία πρόσωπα. Έτσι διαμορφώνει το εξαιρετικό περιεχόμενο της συλλογής 2017 των εκδόσεων Κύφαντα.

*Από εδώ: https://www.vakxikon.gr/pliakou-review

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δύο ποιήματα

ο κόσμος κλυδωνίζεται 

τα ζώα έχουν εξαφανιστεί

κανένας δεν φαίνεται να ενδιαφέρεται

η βία είναι παντού

ο κόσμος κλυδωνίζεται

και κανένας δεν το έχει αντιληφθεί

οι θεοί πέταξαν τις μάσκες τους

αναμασούν το ίδιο χόρτο

***

η σιωπή λέει τα πάντα

περιπτύξεις γύρω

από κισσούς

αγγίγματα

φωνές από το υπερπέραν

δεν λέμε τίποτα

η σιωπή λέει τα πάντα

Γιάννης Βούλτος, Πού να βρίσκεται άραγε τώρα η σιωπή

Γιάννης Σταύρου, Νύχτα στο λιμάνι (λάδι σε καμβά)

Η σιωπή μονάζει στα ποιήματα 

Κλεισμένη και μανταλωμένη στις λέξεις 

Κάθε τους γράμμα και ένα κελί

Για ποια σιωπή μιλάς

Για τη σιωπή των ποιητών

στους πρόστυχους καιρούς

Για τη σιωπή των νεκρών

μπροστά στη λήθη των ζώντων

Για τη σιωπή των ζώντων

μπροστά στο πτώμα της φωνής τους

Μιλώ για τη σιωπή

Που ταράζει τον ύπνο μας 

Μιλώ για τη σιωπή

Που γεννάει το λόγο μας

Είναι η σιωπή των ονείρων μας 

Είναι η φωνή

Που κερδίζει το θάνατο

Στα χαρτιά

*Από τη συλλογή “Ανθρωποθυσία”, 2014.