Μπογιάτισες τη ζωή σου με ποσότητα (ποιητικού) ψέματος… Διακόσμησες την ίδια την ψεύτικη ζωή με περισσή πρωτοτυπία… την επίπλωσες -όπως κάποιος νεόνυμφος επιπλώνει το διαμέρισμά του- με νέους έρωτες, κατά προτίμηση εξαντρίκ…
Στην καθημερινή σου ανορθοδοξία τοποθέτησες και τη δόξα της ανορθόδοξης ερωτικής σου ζωής…
Δεν είμαι βέβαιος εάν εκείνη η ερωτική σου αποτυχία με την Στέλλα στην Χαλκίδα στις αρχές της δεκαετίας του 50 σε οδήγησε στην αναζήτηση άλλων τροφαντών αλλόφυλων μελών…
Σε κάθε εποχή εκτροπής σου και φυλάκισής σου εκεί στον «Νέο Κόσμο» πρόσθετες στην ζωή σου μια νέα ενέργεια και κινητικότητα…
Ερωτοτροπούσες συνεχώς με τον όλεθρο…
Πλησίαζες τον καθημερινό Θάνατο που φέρνουν όλα τα παραδεκτά φετίχ…
Πορτορικάνικα πέη σκάψανε ανάσα στα φρύδια σου…
Υπήρξαν στιγμές, μέρες, εβδομάδες που ξεχνούσες πότε γεννήθηκες …
Ε λοιπόν, είναι καιρός να πληροφορηθούν οι σημερινοί νέοι αλλά και σκατοτακτοποιημένοι -όπως τους έγραφες- πως γεννήθηκες το 1924…
Ξαναγεννήθηκες όμως και αναγεννήθηκες στη Νέα Υόρκη!… Διατηρούσες με μανία υστερικού την ελληνική σου ταυτότητα, υπηκοότητα και ελληνικότητα…
Το σπίτι σου το έλεγες «Σχολή» … = ΣΧΟΛΗ ΠΟΙΗΤΩΝ ΤΗΣ ΤΡΙΤΗΣ ΛΕΩΦΟΡΟΥ…
ΕΣΥ ΕΝΑΣ άλλοτε (;) ναρκομανής
Ένας σωφέρ
Ένας σερβιτόρος
Ένας σκηνοθέτης κολεγιακών παραστάσεων
Ένας μπάρμαν
Ένας μανάβης –όπως της Δρέσδης
Ένας βοηθός ταχυδακτυλουργού
Ένας παθιάρης πούστης
Ένας που έλεγε ότι ούτε ηθική αλλά ούτε θεός
Ένας που έβαζε πρώτα απ’ όλα τον ερώτα –όχι τον πλατωνικό
Ένας που είχε βιβλιάριο καταθέσεων τις περισσότερες φορές άδειο, ή με λίγα μόνο δολάρια, που τα μοιραζόταν πάντα με τους ευνοούμενούς του
Ένας που τόκιζε τις καταθέσεις του σε άλλες τρεις τράπεζες ένας που είχε δύο διαμερίσματα στην Θεσσαλονίκη
Ένας που θεωρούσε τα χρήματα μεσίτη ανάμεσα στην κωλοτρυπίδα του και στους νεαρούς ισπανόφωνους επιβήτορες του
Ένας που διαχώρισε την έννοια της Ελευθερίας από την έννοια της Αναρχίας, πριν από την Έκρηξη της Κουλτούρας στις Η.Π.Α.
Ένας που αγάπησε την Ελλάδα μόνο κατά εποχές
Ένας που αγάπησε την Αγγλία για τον στόλο της ένας που αποκάλεσε τον πατέρα του κτήνος
Ένας που υποστήριζε ότι ο Πλάτωνας ήταν φασίστας
Ένας που επέμενε με επιχειρήματα ότι ο Αριστοτέλης ήταν δασκαλάκος
Ένας που ονομάτιζε «λεβεντιές» τους οπλαρχηγούς του 21
Ένας που δεν του άρεζαν τα τσαρούχια και οι καμτσόλες
Ένας που έβλεπε το παρόν και το μέλλον της Αμερικής με το μικροσκόπιο ώσπου του βγήκαν τα μάτια
Ένας που νόμισε σαν μαλάκας ότι θα του απονείμουν το Βραβείο Νόμπελ της Λογοτεχνίας
Ένας που έμπαινε οικειοθελώς στα άσυλα μόλις η ηρωίνη τον έριχνε κάτω
Ένας που κάθε φορά που έπαιρνε εξιτήριο από θεραπευτικό άσυλο έγραφε και εξέδιδε νέο βιβλίο
Ένας που για μερικές δεκαετίες ισχυριζόταν ότι οι επιδράσεις των παραισθησιογόνων είναι ευεργετικές
Ένας που η υγεία του τελευταία σοβαρά κλονιστεί
Ένας που εισήγαγε τον νεολογισμό για τις μεταφράσεις, λέγοντας: η ορίτζιναλ λέξη μέσα στη νέα λέξη είναι ανίκανη να αρθρώσει λέξη που μεταφρασμένη είναι φασκιωμένη μέσα στα σκοτάδια
Ένας που έκλαιγε όταν σκεφτόταν ότι η νεολαία στην Ελλάδα δεν τον ήξερε καθόλου
Ένας που λυπόταν που δεν ήταν παρών στην Αθήνα όταν οι ομοφυλόφιλοι οργανώνονταν του 1975-1982
Ένας που για να πεισθεί πως το περιοδικό ΑΜΦΙ ήταν το συντεχνιακό όργανο του Ελλήνων ομοφυλόφιλων πέρασαν τρία χρόνια από την έκδοσή του
Ένας που έλεγε ότι είναι αυθεντία στα ραδιοφωνικά επαγγέλματα κι ότι το «Τρίτο Πρόγραμμα» στα χέρια του θα γινόταν… αστέρι με περισσότερους γκέυ συνεργάτες από όσους τοποθέτησε στην ραδιοφωνία Ο Μάνος Χατζιδάκις, που όσες φορές ήταν στη Νέα Υόρκη δεν ήρθε να σε δεί!
*Περιέχεται στο τομίδιο που εξέδωσε ο Λεωνίδας Χρηστάκης «Οι δικοί μας άγιοι» (Εκδόσεις: Χάος και Κουλτούρα, 1998).
Επίμετρο: Ο Λεωνίδας Χρηστάκης, ως γνήσιος αστός, με θέρμη για το λαϊκό και Δάσκαλός μου, τότε που είχα όνειρα, με δίδαξε τούτο: «Ξέφυγε από την μοίρα σου, μην προσπαθήσεις πότε να ξεφύγεις από την καταγωγή σου, εκτός από χυδαίο είναι κι ανώφελο». Από τον Δάσκαλο προς άπαντες τους δασκάλους. Αλλά το να Διδάσκεις σε νέα παιδιά χρειάζεται να τους δείξεις το που να στρέψουνε τις προσλαμβάνουσες και το βλέμμα τους: προς το ήθος. Και το ήθος το διδάσκουν άνθρωποι της λαϊκής δεοντολογίας. Από τους Δασκάλους Λεό και Σπάνια προς τους κάθε φιλολόγους ή σε όσους την είδαν: εγκάρδια από το δήθεν αποκαλούμενο περίθωριο.
Σα να ’χω χάσει την πατρίδα μου
– παντού ξεριζωμένος.
Σα να μην έχω πια μητέρα∙
έτοιμος πάντοτε να κλάψω,
να διηγηθώ σκληρότητες ανύπαρχτες,
να αναπνεύσω περιβάλλον δυστυχίας.
Και μέσα μου να λιώνω από αγάπη,
να είμαι βέβαιος –αλίμονο– για την καταστροφή.
***
Το μόνο
Ανήκω πλέον σ’ όλα τα Ταμεία∙
πληρώνω Φόρο Καθαράς Προσόδου,
Ταμείο Αρωγής, Ταμείο της Προνοίας,
Υγειονομική Περίθαλψη, Έκτακτη Εισφορά,
Μετοχικό Ταμείο, για δυο λόγους,
Ταμείο της Συντάξεως, Ταμείο Ασφαλείας.
Τώρα το μόνο που μπορώ είναι να αρρωστήσω…
***
Δε βρίσκω φωνή
Θέλω να σκάψω και δεν έχω γη.
Να φυτέψω-χώμα δεν υπάρχει
ούτε φυτά, ούτε κάν ένα φτυάρι.
Θέλω να φωνάξω, δε βρίσκω φωνή.
Η ομορφιά δε μ’ αγγίζει
και τόσο θέλω ν’ αγαπήσω.
*Η σύνθεση “Τι Είναι Ποίηση;” περιλαμβάνεται στο ποιητικό βιβλίο του Lawrence Ferlinghetti “Poetry as Insurgent Act” (New Directions, 2007). Το απόσπασμα που παρατίθεται εδώ είναι από την έκδοση της Bibliotheque, 2019, σε μετάφραση Χρήστου Αγγελακόπουλου.
Κουρνιάζω σαν κυνηγημένος παγκολίνος στη νύχτα σου∙ μεσ’ το σκοτάδι πολλούς τους ξεγελώ για αγκινάρα χθες ξύπνησα με χιόνι μέσα μου κρεμάστηκα ψηλά να αγναντέψω τα μελλούμενα∙ ως αρμαντίλλο θα έλπιζα στο κράτημα των χορδών ενός βολιβιανού τσαράνγκο θα είχα τέλος πάντων μια προοπτική τώρα τίποτα δεν με συγκρατεί το παραξήλωσα πάλι με τα μυρμήγκια κολυμπούν στο αίμα μου παντού οι Άνδεις μακρυά
***
Απολυτήριο
Κι όπως μοιράστηκαν οι κόλλες Οι εκφωνήσεις της ζωής δείξαν βατές Και όμως! Να που έκανε τις λάθος πράξεις Δεν υπολόγισε σωστά Το άθροισμα των γονεϊκών επιταγών Τη διαίρεση της επιθυμίας Τον πολλαπλασιασμό των ορμονών Το υπόλοιπο μιας φρούδας έλλειψης Το όριο κάθε πλέριας ολοκλήρωσης Ατόμων τις εφαπτομενικές τροχιές Τις χωροχρονικά ασύμβατες συντεταγμένες∙
Στράφηκε αισιόδοξα στα θεωρητικά Αλλά κι εκεί παραπλανήθηκε με λάθος λέξεις Έτσι έμειναν κενά κουτάκια πολλαπλών επιλογών Κυρίως αυτών των κεφαλαίων ερμηνείας των ονείρων Δεν άφησε κόλλα λευκή Παρέδωσε μουτζουρωμένα πρόχειρα Κι ίσα που πέρασε με τους πολλούς τη βάση