Κάποτε σου πα θα φυσήξω με μια χορτασμένη εκπνοή τις ζώσες από τις μνήμες μου σε μια βαλίτσα με κρυπτογραφημένο λουκέτο Θα χειμάσω είπα στους τόπους που έχω θάψει τα κόκκαλα επιβίωσης Όταν οι ώρες θα χαμηλώνουν θα καβαλάω τις ράχες τους και θα πετώ μ άδειο φλασκί για τις ζεστές χοάνες του Καυκάσου Άλλοτε σφηκιάρης κι άλλοτε μια λιμόζα με απαλά νύχια που πάντα ανήσυχα θα φέρομαι όταν οι μέρες μου γεμίζουνε ορμόνες Εγώ μαζί με την βαριά μυρωδιά της στεφανωτής την κυριακάτικη μπάντα και τον αζύγιστο ορίζοντα συντεταγμένοι όλοι μας στο βορεινό παράθυρο Σάμπως μου χλόμιασες θαρρώ Ξέρω ένα μικρό λάθος είν αρκετό Να συγγενέψω μ όσους κατέχουνε οφφίκια για συγχωρεμένους έρωτες Να μη προλάβω ν απογδύσω τη γη μου από τα δόκανα και οι οπλές μου να ματώνουν Να απαντέχω Ένα ΑΣΥΛΟ Μιά χτεσινή άνοιξη Ένα ταξίδι χτεσινό Έναν επίλογο Βαμμένο Με ιλιγγιώδες κόκκινο _____________________________________
Χ.Π. Σοφίας, Ψαλμοί
Πασχάλης Κατσίκας, Διάφανος δούρειος ίππος
Σε ένα άγαλμα μελανιασμένο από κακόβουλα περιστέρια
ραβδοσκόπισα τον πόνο:
για τις σημαίες που κυματίζουν σε μπαλκόνια ακροβατών,
για το σπέρμα τους που φυλάσσεται σε τράπεζες,
το παράσημο που έλαβαν πυροβολώντας ξυπόλυτους σ’ αγκαθότοπους και τα κεράσματα στα καφενεία για τα κατορθώματά τους.
Την απάθεια για ανώνυμες βάρκες που βουλιάζουν στεγνές,
τους μικροπωλητές που εργάζονται με φωνή μόνιμα βραχνιασμένη σε πολυεθνικές και τους πατριώτες που διαλαλούν την πραμάτεια τους από οθόνες.
Τους συγγραφείς που γλύφουν κάκτους και ξεπουπουλιάζουν αηδόνια, τους σοφούς που στρογγυλοκάθονται στο ίδιο τραπέζι με κανίβαλους κι η λογοδιάρροια καταβροχθίζει συνειδήσεις.
Αφουγκράστηκα πως κατέληξε γραφικό, σαν χαρτορίχτρα με χαλασμένα δόντια, να βαδίζει γοργά προς το μέλλον,
μόνο, ως διάφανος δούρειος ίππος μέσα στο πλήθος.
Νικόλας Κάλας, Επανάσταση
Όλη η γης του ματιού, όλη η γης – σταυροί
κι η γης άλλων ματιών σταυροί κι αυτή
μέσα απ’ τη γη τα νεκρά ζεστά κορμιά στρατιωτών.
Από τη γη όρθιοι ξεπετιούνται οι σταυροί
σταυροί σε τάφους σε γάμους και πριν και μετά σταυροί.
Και στα δυο στεφάνια άνθη λεμονιάς αμάραντα άνθη τώρα
για τις πεπλοφορούσες νύφες των σταυρών.
Σφιχτά, σφιχτά, τα μελανοβαμμένα κάτασπρά των πέπλα
– πάνου στα ίδια τα κορμιά, τ’ ακόρεστο κορμί της νύφης
ριγμένο πάνου στο χώμα, το ερωτικό κάλεσμα των λυγμών των
και στις άλλες κλίνες, οι άλλοι γάμοι.
Τα φιλιά της αδερφής για τον αδερφό κι η κόρη στον πατρικό
σταυρό
ο τραγικός γάμος, τα φιλιά της μάνας στο γιό
οι άλλοι γάμοι, ο αδερφός με τον αδερφό
τα ουρλιαχτά των πέπλων, το κάλεσμα της νύχτας
τα μαύρα σεντόνια νύχτας οργίων, τους μυστικούς ερωτικούς
ασπασμούς
το νεκροφίλημα κι οι σταυροί, όλη η γης του ματιού σταυροί
η γη ο ουρανός κι εκεί φεγγαροστολισμένοι άγγελοι
ημισέληνα και αγγέλοι και τραγούδια
ως εν τοις ουρανοίς και επί της γης, και κατεβαίνουν τ’ άστρα
και ρυθμικά κινούνται τα μισοφέγγαρα
καθένα απάνου από τον οικείο του σταυρό
και κόβει το σταυρό σα να ’ταν στάχυ, ω να ’ταν στάχυ
και τα μαύρα ξερά ξύλα κατάφορτα καλάμια
και τα μάτια των γυναικών λουλούδια του αγρού
και το κλάμα των γυναικών κελάηδημα πουλιών
κι οι προσευχές των να ’τανε φιλιά
και τα φιλιά προεόρτια παιδιών, ω χαρά
χτυπάει η καρδιά μου, χτυπάει σα σφυρί.
Θα ’θελα να φτιάξω έναν ουρανό
να ’χω τώρα που νύχτωσε ένα στερέωμα να κοιτάζω
θα το ’καμνα μεγάλο, γιομάτο άστρα με σχήματα παράξενα
θα του ’βαζα αντίς από ’να, δυο φεγγάρια ανόμοια
το ’να μικρό σαν παιδί, τ’ άλλο μεγάλο σαν παράπονο.
Δε θα πήγαιναν τα δυο πάντα μαζί
το πρώτο θα πλάγιαζε κοντά στο βορρά
και το μεγάλο θα ’ρχότανε απάνου απ’ το ρολόι μου να σημάνει
μεσάνυχτα.
Την εποχή όπου θα πήγαιναν πλάι πλάι
σα δυο μάτια γλαυκά – της τύφλας τα μάτια
θα βλέπαν όσα ο φόβος έχει φτιάξει
θα βλέπαν ριγμένα κοντά μου
λόγια – της μέρας τα λόγια
και θα με κυνηγούσαν τα φεγγάρια
και το φέγγος τους θα με κάρφωνε
και το ένα σιωπηλά θα μίλαγε γλώσσα μετάνοιας
και το άλλο με πάθος θα ’τρεχε μέσ’ στο στερέωμα
πάνου σε καινούργιες τροχιές
έτσι που του διφέγγαρου ουρανού
η νεόβγαλτη τάξη να μοιάζει σαν τρέλα
και λιβανισμένα από την αρμονία τους θ’ ανεβοκατέβαιναν τα
βλέφαρά μου.
Διπλό παιχνίδι κύκλων τώρα σκεπάζει τον ουρανό
ζευγαρωτές μελωδίες πρωτάκουστες στ’ αυτιά μου
γεννούν οι αόρατες χορδές των φεγγαριών
αιώνια μοτίβα για μαντολίνα και σερενάτες
κι ενώ αυξάνουν οι αριθμοί των φεγγαριών –
στεφάνι ολόκληρο από άσπρες μπάλες ο ουρανός
κυλούνε κι ανεβαίνουν ρόδες φωτεινές
κι ανεβάζουν τον ουρανό.
Προτού ξημερώσει ακούγονται φιλιά
είν’ τα φεγγάρια που πέφτουν και χτυπιούνται.
Όταν ξυπνώ, ξυπνώ από κούραση το κορμί μου μοιάζει σα να υπέφερε.
Και το πράσινο έπεφτε μέσ’ στο γαλάζιο
και γινότανε γκρίζο εκείνο το μάτι
ένα γκρίζο αλαφρύ
απλή σκιά απάνου στην έκφραση
κυλούσε το μάτι παντού – δεξιά και ζερβά, απάνου και κάτου
τώρα που λευτερώθηκε από το ανυπόφορό του κορμί
πλανήτης μεγάλος και φωτεινός
άστρο για βήματα μάγου
– μα πεθάναν οι μάγοι
και σέρνω τα πόδια μου στην άσκοπή τους πορεία
μέσα στην πόλη στα βουνά στην ακτή
ως το αφιλόξενό μου γυμνό μου κρεβάτι
και το μάτι πλανιέται σα σφαίρα στο χάος
σαν ήλιος λαμπρός – που το γλυκό φως, τ’ ανώδυνο φως του
φεγγαριού –
σαν ήλιος που καίει, που κοιτάς, που δε βλέπεις
σαν ήλιος σα μάτι θεϊκό
το μάτι της αγάπης
χαρίζει στον ύπνο αγρύπνια
και στ’ όνειρό μου βραχνά
πριν το σβήσει η αυγή μεταπλάθει το χρώμα του
όπως στις ακτίνες το χάδι ένα ωραίο οπάλι
και γίνεται μπλού
με κάτι τριανταφυλλένιες γραμμές που θυμίζουν κοράλλι
μετά επικρατεί το σμαραγδένιο κείνο πράσινο
που περιφέρεται στα δροσόλουστα χορτάρια
το πράσινο διαδέχονται τα ανυπόφορα κίτρινα σημάδια
βαριεστημένης ζωής.
Όταν ξυπνώ – ξυπνώ από κούραση
ορθάνοιχτο το μάτι ακόμα με κοιτάζει
παίζοντας με τα χρώματα που το βάψαν οι τόσες του αγάπες
παίζοντας με τα χρώματα που ξεδιπλώνουν τις πτυχές των άλλων
ματιών
τ’ αγαπητά τα μάτια ξένων κορμιών
μάτια που ελπίσανε
και κλεισθήκαν για να μή δουν μα είδαν
μάτια που αγαπήσανε
και τώρα δεν ξέρουν ποιο είναι προτιμότερο
να μείνουν ανοιχτά ή κλειστά.
Λίγο ασήμι μέσα στη νύχτα κοντά σε μια στήλη αρχαίου ναού
η φιδίσια γραμμή που δίνει στο πεσμένο φώς του φεγγαριού το λίγο
αυτό ασήμι
το ασήμι χρώμα αγαπητού μετάλλου
αγαπητού
το μόνο χρώμα που δίχως γογγυσμούς δέχεται η νύχτα
τι γάμος!
Ασήμι κάτου στη γη – ασήμι που πέφτει από τον ουρανό
κι η αρμονία αυτή να τη γεννάει μια αλυσίδα
οι ανοιχτές αλυσίδες αυτής της αγάπης
ανοιχτές
δε βρέθηκε το χέρι που θα τις δέσει, που θα τις σφίξει
με κάποια αόριστη ή περιττή ευλογία
γύρω στα κορμιά
αυτά τα κορμιά.
Υπάρχει μόνο το τοπίο
φεγγάρι, αλυσίδα και στα πόδια μου σπασμένα μάρμαρα.
*ΤΕΤΡΑΔΙΑ 1933-1936, Τετράδιο Α΄, 1933)
Πηγή: Νικόλαος Κάλας, Οδός Νικήτα Ράντου, Ίκαρος, Αθήνα 1977, σελ. 22-25.
Ορφέας Σουρής, Ο αφρός της εποχής
Καθωσπρεπισμοί και άπλετος φόβος, πικρά λόγια και ξεχασμένες συγνώμες διότι η καθημερινή, σκουριασμένη κενότητα, τρυπάει την ψυχή χειρότερα απ’ όσο τρυπάει το μυαλό. Και σε προφτάνει η μελαγχολία και η υποταγή, σε μικρότερη ηλικία από αυτό που περίμενες. Νοητική ανεπάρκεια, σεξουαλική πυρηνική καταστροφή και αληθινή, συναισθηματική, οσκαρική υποκριτική. Αυτά είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που βλέπεις καθημερινά, διότι ακόμα και ο αγαθός είναι το ίδιο επικίνδυνος με τον πονηρό.
Να μετακινηθείς μέσα σου, να βρεις όσα καιρό τώρα είχες χάσει, να μεταβάλλεις όλες σου τις πνευματικές τάξεις. Να μιλήσεις σε όλες σου τις αυτοπροσωπίες, να μαλώσεις με όλες σου τις δικτατορίες. Διότι ζεις σαν καταπιεστικός ηγέτης και αν δεν τολμήσεις να προωθήσεις ένα καινούργιο πραξικόπημα ή μια κατάργησης του ισχύοντος συντάγματος, θα καταλήξεις να πολεμάς έναν τηλεοπτικό κλόουν, που θα σου λέει να μην αυτοσχεδιάζεις, να μην ασκείς τη φαντασία σου και θα σε υποχρεώνει να χρησιμοποιείς την δική του.
Θεοδώρα Βαγιώτη, Τα τερετίσματα

Γιατί γράφοντας τα περιττά
Αυτά που δεύτερη φορά δεν διαβάζονται
Παρά μόνο αν ξεχαστούν
Πεταμένα
Όπως πετούν ένα κέρμα στον αέρα και χάνεται
Χωρίς να λύσει το δίλημμα
Θαρρείς πως η δύναμη
Που ασκούν κάτι τρομεροί θεοί των μύθων
Μικραίνει όπως μικραίνουν οι ειμαρμένες
Όσο προχωράς εμπρός
Σκοτώνοντας το σάλτο πάνω από έναν λόφο σκουπιδιών
Το χορό γύρω από έναν κορμό που γέμισε τερετίσματα
Το δροσάτο φιλί στο κορίτσι με τις κοτσίδες
Κι όλη η πλάση μαρτυρεί
Την ατυχία σου
Που ακόμη δε βρέθηκες με το χέρι σου γεμάτο
Από το καρδιοχτύπι της
Περιμένοντας άφοβος
Το μέλλον του κέδρου και του αμάραντου
Του αδήριτου τέλους
Ότι ο ουρανός και η γη παρελεύσονται
Γρηγόρης Σακαλής, Συχνά

μέσα στην καθημερινότητά μας
ξεχνάμε τους αγώνες
που έκαναν οι συνάνθρωποί μας
για τα ανθρώπινα δικαιώματα
οι εργάτες για το οχτάωρο
και την κοινωνική ασφάλιση
τους ίδιους και πιο σκληρούς
έδωσαν οι γυναίκες
για τα δικαιώματά τους
να εκλέγουν και να εκλέγονται
κι ένα σωρό άλλα
χύθηκε ιδρώτας και αίμα
γι΄ αυτό ας μη
τα θεωρούμε δεδομένα
αντιδραστικές κουρούνες
πετάνε και ψάχνουν
να βρουν να φάνε
ό,τι έχει απομείνει
μετά τη λεηλασία
που έγινε στην εποχή μας
πρέπει τώρα
να δοθούν οι ίδιοι
και πιο σκληροί αγώνες
για να ξανακερδίσουμε
τα δίκαιά μας
και να πάμε
ένα βήμα μπροστά.
*Σχέδιο: Νίκος Γιαμαλάκης.
Ε. Μύρων, Ποιήματα
Θαλερός Κώστας, συνελευση

Aτενίζοντας
τα ταραγμένα βάθη του συλλογικού
από την βαθιά επιφάνεια του προσωπικού
[για την επανεφεύρεση της ριζοσπαστικής συντροφικότητας]
“Η “Συνέλευση” δεν μπορεί να καταταχθεί σε κάποιο είδος του λόγου και της γραφής. Δεν είναι ούτε ποίηση, ούτε πεζογραφία, ούτε, φυσικά, θεωρία. Ίσως χαρακτηρίζεται ως κινηματικό εγχειρίδιο με την έννοια ότι αναφέρεται σε χειραφετητικές όμάδες και τις εσωτερικές τους διαδικασίες. Αφορά συλλογικούς χώρους ως εκβολές, ωστόσο, προσωπικών διαδρομών. Δεν πρόκειται, για πολιτικό δοκίμιο γιατί δεν σχεδιάζει κλειστά θεωρητικά πλαίσια. Κινείται στον ενδιάμεσο χώρο της οντολογίας, της ηθικής και της αισθητικής ως ισότιμα μέρη μιας συνολικής φιλοσοφίας που διεκδικεί την κατάκτηση της συνείδησης της ελευθερίας […]
Και είναι αλήθεια ότι η διαδρομή μέσα από τις αγωνίες, τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα, την απελπισία και την απόγνωση δεν χωράει μέσα στην γεωγραφία των αναλύσεων, των μπροσούρων και των προκηρύξεων. Πρόκειται για το δείγμα ενός πολιτισμού που επιλέγει να φωτίσει όλα του τα ίχνη μέσα από μια δική του αισθητική πρόταση.”
Διακινείται από την κατάληψη Σινιάλο [τετάρτη και πέμπτη απογεύματα, κυριακή πρωί] και με μέηλ: thalerosk@gmail.com
Καλή αντάμωση
Ο Φρόυντ έγραψε ότι όταν κάνουν έρωτα δύο άνθρωποι
υπάρχουν άλλα 4 άτομα στο δωμάτιο,
οι γονείς τους
Ας έχουμε υπόψη μας ότι όταν συζητάμε
υπάρχουν χιλιάδες άτομα στη συνέλευσή μας,
οι κυρίαρχοι, μικροί και μεγάλοι,
απελπιστικά λίγοι οι του καθενός μας
και οι υπόλοιποι κοινοί
Χωράμε, γιατί αυτοί είναι διάσπαρτα συμπυκνωμένοι
στις λάμπες, στα μαγειρικά σκεύη, στα ποτήρια,
στα μπουκάλια με τις μπύρες, στη λεκάνη της τουαλέτας,
στα ηχεία, στα ρολά ασφαλείας
Μα πιο πολύ είναι καρκίνοι που απλώνονται στο δέρμα μας
και κάθε φορά από κει βουτάνε στο σώμα μας
σε ασύντακτες μεταστάσεις
πονώντας μας
γεμίζοντάς μας αμηχανίες
πνίγοντάς μας στις ανασφάλειες
τεντώνοντας τα νεύρα μας
αλλάζοντας τον ρυθμό της καρδιάς μας
τινάζοντας τη γλώσσα μας
σε καθεστώς ανεπιθύμητων λέξεων
τινάζοντας τα χέρια μας
σε καθεστώς ανεπιθύμητων χειρονομιών
*Έκδοση +τεχνία-.
Μαργαρίτα Μηλιώνη, γυναίκες
γυναίκες που περνάτε τις λευκές σας νύχτες
νοσηλεύοντας αρρώστους
και το πρωί σάς βρίσκει μ’ ένα κόκκορα σφαγμένο
ανάμεσα στα σκέλη σας
γυναίκες που τακτοποιείτε τα συρτάρια σας
τα μυαλά σας τα ψώνια της λαϊκής
γυναίκες με άβυσσο την ψυχή να κατρακυλάνε
τα νεκρά έμβρυα που θάβετε κάθε πρωί
στον κήπο ή στην κατσαρόλα
γυναίκες φυτά λουλούδια φρούτα λαχανικά και όσπρια
γυναίκες έρμαια του καιρού και των ορμονών
γυναίκες που γεννηθήκατε σαν ελλείμματα
συμπληρώματα διατροφής και πλεονάσματα ενοχής
πάρε λίγη μαμά να έχεις
λίγη ερωμένη λίγη κόρη λίγη γύρη
λίγο βυζί να θηλάζεις τις νύχτες που φοβάσαι
κι ένα είδωλο να καθρεφτίζεσαι
η ηδονή ως παροχή υπηρεσιών
αλλά όχι ως αίτημα του κορμιού σας
γυναίκες μόνες στα σαράντα ή στα πενήντα
χωρίς τρόπο να σφραγίσετε το χάος ανάμεσα
στα πόδια σας και ο χρόνος να σας χλευάζει
γυναίκες που σας σμίλεψαν γυναίκες
υποταγμένες όπως η κοίτη στο ποτάμι
φτεροκοπάτε γύρω από τη ματαίωση
όπως οι μύγες γύρω από τη λάμπα
με δεκαέξι ημιτελή ποιήματα στο συρτάρι
με δεκαέξι ημιτελείς συλλογές στη μήτρα του κόσμου
με δεκαέξι ημιτελή φωνήεντα στον λάρυγγα
με δεκαέξι ημιτελή σύννεφα στον ουρανό σας
κορμιά δίχως ανάγκες
θαλασσινές σπηλιές που μπαινοβγαίνει ανέγγιχτος ο χρόνος
γυναίκες δίχως τόπο
*Από τη συλλογή «Ώσπου έγινε μπλε», Εκδόσεις Φαρφουλάς, Μάιος 2019.









