Jorge Guillen (Χόρχε Γκιγιέν), Καθώς ο αέρας είναι δικός μας

Αναπνέω,
κι ο αέρας στους πνεύμονές μου
είναι πια γνώση, είναι πια αγάπη, είναι πια χαρά,
χαρά βαθιά
που δεν μου φανερώνεται
παρά σαν μια προσκόλληση
χωρίς παύση τόσο βασικό –
στη μεγάλη των στιγμών διαδοχή
που αναπνέω,
αγκαλιάζοντας λίγο
της αερισμένης πελώριας διαύγειας.
Να ζεις, να ζεις, να απαγάγεις – της ζωής τον ρυθμό –
Όλον αυτόν τον κόσμο που ο αέρας μου προβάλει,
εκείνο – ο θεός γνωρίζει πώς – που προϋπάρχει
πιο πέρα
οπού στο οροπέδιο των χρόνων αυξάνει
τις χάρες του για μένα που αναπνέω,
αναπνέω στιγμή στη στιγμή,
μ΄ επαφή κατάλληλη
μ΄ εκείνη την πραγματικότητα που με τρέφει,
μ΄ ανυψώνει,
και μέσω θαυμάσιων ισορροπιών
με ξεπερνάει, με καταπλήσσει, με κυριαρχεί.

*Μετάφραση: Χριστίνα Κοροντζή.

Μανώλης Αλιγιζάκης, Κατάδικος / Convict

Ήξερε είχε ακόμα λίγο χρόνο
προτού τον πάρουν για εκτέλεση.
Γι’ αυτό ξάπλωσε στο τσιμεντένιο πάτωμα
να νιώσει τη δροσιά του κάτω κόσμου
εκεί που οι ψυχές παγώνουν μες στη νύχτα
κι η μαύρη της πλάκας σκληρότητα
πάνω στο κορμί έμοιαζε πόρτα
μπροστά στα μάτια του ολάνοιχτη.
Ξάφνου γύρισε προς τη γωνία
που καθόμουν παρέα να του κάνω
γέλασε ένα βιαστικό γέλιο τραχύ
σαν να ετοιμαζόταν για μια συνομιλία
που θ’ αρχινούσε με το θάνατο
αλλά δίχως να πει λέξη καμμιά
άρπαξε το σακκούλι του και με μια κίνηση
μου το πέταξε σαν να ταχτοποιούσε
τις τελευταίες υποθέσεις του.
Κι αμίλητος τ’ αυτιά με τις παλάμες
έκλεισε σαν μπήκε ο ιερέας
από την πόρτα ψάλλοντας.

CONVICT

He knew there was still time
before they took him for the execution;
for this he lied flat on the concrete floor
to feel the freshness of the underworld
there where the souls freeze at night
the hardness of the black slab
against his flesh resembled a door
before his eyes wide open.
Suddenly he turned towards the corner
where I was pretending
that I was keeping him company
laughed a hasten rough laughter
as if warming up for
his important conversation with death
and without any word
he grabbed his bag and
threw it over to me as if
he was settling his last affairs.
Then he sealed his ears with his palms
when the chanting chaplain
came through the open door.

*Από τη συλλογή “Images of Absence”.

Κωστής Τριανταφύλλου, δεν υπάρχει ακόμα τίποτα

ξέρω πολύ το τίποτα
στης τσίχλας τον ρυθμό
στους πολυσύχναστους δρόμους
νιώθοντας το τίποτα να σπρώχνεις
ζώντας στα μέτρα του
δεν θέλω τίποτα από το τίποτά σας
σκεφτόμουνα να γίνουμε τα πάντα
για το τίποτα
για τα χαρούμενα βρόχινα σύννεφα
δύσκολες λέξεις
να ειπωθούν ελεύθερα
να παρακολουθούν τα σύννεφα
όταν τα λόγια σου μετέωρα στο ύφος του θανάτου
μασκοφόροι που γίναν τεχνοκράτες
δεν τα δίνω όλα για ένα μίσος
δεν τα δίνω όλα για μια αγάπη
ένα πιστεύω μια θέση κι ένα μαγαζί
δεν τα δίνω
για τίποτα
γιατί δεν υπάρχει ακόμα τίποτα
κι υπάρχουν τα πάντα
είμαι έτοιμος
σου λέω πως είμαι έτοιμος για όλα
είμαι πολύ περίεργος απόψε
πάρα πολύ περίεργος μάλιστα
πυροβάτης τρελός στο στρόβιλο της καταστροφής
ελεύθερος ν’ αυτοκτονήσω και να ξαναγεννηθώ
ψάχνω αιμοδότη λέξη για να αναπνεύσω
τραγούδι για μια όαση που την πήραν τα σύννεφα

*Από το βιβλίο “δεν υπάρχει ακόμα τίποτα”, Αθήνα, 1974. Ηλεκτρονικά από εδώ: http://www.poetscircle.gr/δεν-υπάρχει-ακόμα-τίποτα-του-κωστή-τρι/

Κατερίνα Φλωρά, To πολλαπλό

Artwork: Maurice Sapiro

Πολλαπλότητας στοιχείο
που της γενιάς τούτης τη νιότη παιδεύεις

Στη γοητείας σου τη δύναμη
να αρκούσε η αντίσταση του λόγου μακάρι

Καθώς οι αρετές σου τα κάλλη τους προτάσσουν
με τη βεβαιότητα της ισχύος σε λανθάνουσα ετοιμότητα

Τα θυμικό κατακτώντας, το λογικό συγχέοντας,
μυριάδες ακτίνες απλώνοντας της ενότητας τα στέφανα αξιώνεις.

Λίλλυ Ιουνίου, Γράφω το ποίημα αυτό εδώ και χρόνια

Γράφω το ποίημα αυτό
εδώ και χρόνια
κι αν στις λέξεις μου εισχωρήσεις
τότε ήδη με διέσχισες ολόκληρη
εγώ λειψή
μα απαλότερη
πλέοντας σε επίπλαστη πληρότητα
θα σε κρύβω μέσα στα γράμματα
με κόπο
έφτασα από το άλφα στο Βήτα
μοιάζει ο κόσμος σε ορθή πορεία
κι ας έχει γυρίσει ανάποδα
λατρεύω τώρα τους απέραντους χειμώνες
τριγύρω λιγοστή η βλάστηση
μα τολμώ να υπάρχω ανοιξιάτικη
με χέρια και πέλματα πάντα γυμνά
επάνω στον βράχο
περιμένοντας ένα ποτάμι να γυρίσει πίσω
μια ημέρα να ρουφήξει όλη τη νύχτα
να μείνεις χωρίς να σου το ζητήσω

Αλεξάνδρα Β., Τα στρώματα έχουν να διηγηθούν πολλά

Αυτό ήταν ένα στρώμα δίπλα σε κάδο απορριμάτων
Ποιός ξέρει ποιος ή ποια το έσφαξε
χειρουργικά, αποτελεσματικά
ολοστρόγγυλα
τέμνοντας τον κύκλο αποφασιστικά
με τρεις δρόμους λυτρωτικούς
ασυμβίβαστος
αδιαπραγμάτευτος
ανεξάρτητος στο εξής
απ’ το ξεθωριασμένο πανί με τα ανθάκια
τα ξεχαρβαλωμένα ελατήρια
που τάραζαν τα όνειρα
Τα στρώματα έχουν να διηγηθούν πολλά
Για όνειρα
αγάπες
υποσχέσεις
παραμιλητά
δάκρυα
βιασμούς
Να τέμνεις τη ζωή πρέπει
με δρόμους.

Ασημίνα Λεοντή, Θυμός

Τα λόγια έχασαν τον ειρμό τους
χωρίς καμιά λογοκρισία διαπέρασαν τα κομμάτια της καρδιάς.
Οι απελπισμένες ριπές του θυμού
σφάγιασαν το αρμυρό των βλεφάρων.

Αυτό ήταν!
Μάζεψα δυο τρεις αιτίες
ξεχασμένες πληγές
γύρισα το κλειδί
και τρέχοντας έφυγα.

Έκανα στάση για λίγο
στη θνητή απώλεια της αλήθειας
κι από το άρμα των ιδιοτήτων
τερμάτισαν αλληγορικά χρώματα της εξαπάτησης.

Μίασμα!
Καμία εμπειρία δε θέλω μαζί σου.
Καλύτερα στο άθροισμα του τίποτα
εκεί που αντέχουν σαλεμένοι μύστες.
Έτσι με βρήκε τ’ απομεσήμερο.
Έναν ανεξέλεγκτο μύθο
στα διάσπαρτα της ψυχής.

*Από τη συλλογή “Φύσηξε παράπονο”, εκδόσεις Κύμα, 2018.

Κατερίνα Ζησάκη, νεκροσπεκτίβα

Soon the hangman’s noose will coil
around your slender throat

Das Kabinette, The evil of his kiss

πρέπει να αγαπήσω
για να μην πεθάνω
ή αν πεθάνω
να πεθάνω λίγο
ή έστω πολύ
πολύ πολύ
έναν τεράστιο φοβερό θάνατο
που ουδεμία σχέση θα έχει
με τη φύση του θανάτου
που δεν είναι φύση μα ένα απλό
κομπολόι ή μια σφυρίχτρα
πράγματα χωρίς ιδιαίτερο νόημα δηλαδή
που από το βάρος της ευθύνης
που τα καλεί να υπάρξουν δίνοντας
νόημα στο τέλος της ύπαρξής τους
μετατρέπονται σε αμόνι
που πέφτει απ’ τον ουρανό στο κεφάλι μας
σε μηχανοδηγό που παράτησε
εν κινήσει το τρένο
ενώ εγώ σ’ έναν απλό
θεατή απελπισμένο

για να λυθεί το θέμα με τον θάνατο
πρέπει να αγαπήσω

για να ζήσω;
τι να κάνω για να ζήσω;

*Από τη συλλογή “μισέρημος”, εκδόσεις Μανδραγόρας, Οκτώβριος 2018.

Λεωνίδας Καζάσης, H Χαρά

Καθώς στο καφενείο καθόμουν και αγνάντευα τον Θερμαϊκό, εισέρχεται της νιότης πρόσωπο που εκόντευε τα τριάντα, με κοντά αγορίστικα, μαύρα μαλλιά, με μάτια μαύρα, σώμα λιγνό, ασκημένο. Έμεινα άναυδος από την θέλξη και από την δυσκολία προσδιορισμού του γένους! Κατόπιν διεπίστωσα ότι επρόκειτο για κοπέλα, με ύφος αγορίστικο, που καταργεί τα φύλα, αφού εκ πρώτης παρέπεμπε σε έφηβο, αλλά έναν έφηβο άχνουδο χωρίς καμιά τραχύτητα, με κινήσεις που επρόδιδαν ευκαμψία ανεπιτήδευτη, με δέρμα βελούδο. Την προσπέλασα.

Χαρά ήταν το όνομα της, και σαν χαρά ήταν ευπροσήγορη.

Επέρασαν μήνες με συζητήσεις ατέρμονες και προσεγγίσεις δελεαστικές, οι οποίες εβεβαίωναν την ερωτικήν δια την κοινωνίαν παρέκκλισίν της, την σαπφικήν.

Ένα απόγευμα, του Μάη, σε γιαλό απόμακρο, τα μαλλιά της άγγιξα, το μέτωπό της, απαγγέλλοντας:

“Κι ήταν τα μάτια σου ερημιά,

σβηστά τα χείλη,

κι είχες σκιρτήματα αριά,

βήματα οι θύμησες θολά

σιγότρεμε το ιδρωμένο δείλι”.

Τα μάτια της, πιο στιλπνά κι απ’ τον γιαλό, έχυσαν καυτά, όταν μου απεκάλυψε, πως είχε πεθάνει. Την εσκότωσε του περιβάλλοντος “αγαπητός” υπεράνω πάσης υποψίας, βιάζοντάς την. Της είπα ότι συντετριμμένος ένοιωσα, όχι όμως κατάπληκτος, γνωρίζοντας, πως η στέρηση, που επιβάλλει η κυρίαρχη του πολιτισμού μας ηθική στο σώμα και στον έρωτα, αρρώστους εκτρέφει.

Στον έρωτα ηθική δεν υπάρχει· την τοποθέτησαν με επακόλουθα, την εξιδανίκευση των υλικών αγαθών, την απληστία, την αλληλοεξόντωση, την γέννηση της πορνείας, των βιαστών και των παιδεραστών. Στον έρωτα υγιεινή χωρεί!

Στην αγκαλιά μου εξέσπασε, ποθώντας, τον βιαστή της να φονεύσει. Κατενόησα την οργή της πληγωμένης αξιοπρέπειας που, εάν στον φόνο αναλωνόταν, ίσως να ελυτρωνόταν.

Όμως στην υποτιθέμενη παρέκκλιση, δεν οδηγήθη από τον ηδονικό εντοπισμό μιας έκφανσης ερωτικής, που σε όλους ενυπάρχει, και, η παίδευση της ομοφοβικής κοινωνίας καταπνίγει ως παρά φύσιν, αλλά από την αναγκαιότητα τραύματος ανεπούλωτου, το οποίο απέκλεισε δια παντός την καθεστηκυία έκφανση έρωτος.

Θα μπορούσε παντελώς τον έρωτα να μισήσει η Χαρά, που φορτίο εσήκωνε αντίθετο, από αυτό που το όνομά της είχε ορίσει.

Red in Black, poetry by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ

Τελευταίο αντιφέγγισμα των ηλιακτίνων

στα φύλλα της λυγιάς ο ήλιος

και πάνω στον υγρό βράχο που στέκεται

φρουρός στης θάλασσας τη στερνή κίνηση

σαν η ζωή δηλώνει την ύπαρξή της

φύση φλεγόμενη, τραγουδιστή

προτού η νύχτα κατακτήσει

τις χαραμάδες των ωρών

κι η πόρτα κλείσει ως το πρωί

μην κοιμηθείς, τότε θα πω

την άνθιση των αισθήσεων σου

να γευτείς

στιγμές αιωνιότητας

μόνο για λίγο που διαρκούν.

SUNDOWN

Last reflection of the sunrays

on the leaves of the oleander

and onto the moist rock that stands

guard opposite the sea’s slow movement

life declares its benevolence

transcending earth with its songs

before the night conquers

the cracks of hours

and the door shuts till morning

stay up, I’ll tell you

taste the bloom of your emotions

eternal moments

that only last a short while

View original post