Ξένια Καλαϊτζίδου, Latcho drom

Όταν μια απαλά συννεφιασμένη
ίσως λίγο Κυριακή
θα τρεμοπαίζει στα ίδια πράσινα φύλλα,
νωπά ακόμα από το τυπογραφείο της φύσης,
θα ξαναγεννηθούμε κεραυνοβόλα
εγώ και μια στρατιά ψυχές
-όλες οι ψυχές μου, ίδιο χρώμα
με το βάθος του ουρανού-
και θα γίνουμε ένα ηλιοβασίλεμα
χωρίς ανέλπιδες λεπίδες
του παθολογικού πένθους,
πλήρες από νηνεμία,
βαρύ από τα φιλιά,
γεμάτο από ένα αχανές τίποτα κανενός
στρωμένο με παπαρούνες και άψινθο
να κατοικεί το δρόμο
πάνω στη ρόδα του ήλιου.

*”Latcho Drom” (“Ασφαλές Ταξίδι”) (1993): ταινία του Tony Gatlif για την ιστορία και την πορεία των τσιγγάνων.

«H μνήμη ενός ανθρώπου βρίσκεται στα φιλιά του»

Ο μεγαλύτερος υπερρεαλιστής ποιητής της Ισπανίας, ή μήπως όχι; – Για τον Vicente Aleixandre / Βιθέντε Αλεϊξάντρε (1898-1984)

Σύνθεση- μεταφράσεις: Νάνσυ Αγγελή#

Η φωνή μου

Γεννήθηκα μια καλοκαιρινή βραδιά
ανάμεσα σε δύο παύσεις. Μίλα μου: Σ’ ακούω.
Γεννήθηκα. Αν ήξερες τι αγωνία
ενσαρκώνει το φεγγάρι δίχως προσπάθεια.
Γεννήθηκα. Το όνομα σου ήταν η ευτυχία.
Κάτω απ’ τη λάμψη μια ελπίδα, ένα πουλί.
Να φτάσω, να φτάσω. Η θάλασσα ήταν παλμός,
το κοίλωμα ενός χεριού, ένα χλιαρό έπαθλο.
Είναι λοιπόν δυνατά πια τα φώτα, τα χάδια, το δέρμα,
ο ορίζοντας
αυτό το να λες λέξεις δίχως νόημα
που κυλάνε σαν ακοή, κοχλίες,
σαν ένας λοβός ανοιχτός που ξυπνά
(άκου, άκου) μέσα στο πατημένο φως.

*

Σιωπή

Κάτω απ’ το κλάμα ένας κήπος στεγνός.
Ω πουλιά, τα τιτιβίσματα, τα φτερώματα.
Αυτό το λυρικό γαλάζιο χέρι δίχως ύπνο.
Στο μέγεθος ενός πτηνού, δυο χείλη. Δεν ακούω.
Το τοπίο είναι το γέλιο. Δυο κορμοί αγκαλιασμένοι.
Τα δέντρα εν σκιά αναβλύζουν φωνή. Σιωπή.
Έτσι διατρέχω ομίχλη ή ασήμι σκληρό,
φιλώ στο λυρικό μέτωπο μόνο νερό,
νερό χιονιού, καρδιά ή τέφρα,
χρησμός φιλιών, ω επικράτεια,
εκεί που τ’ αφτιά μου δεν άκουσαν πια
τα βήματα στην άμμο, ή φως ή σκιά.

*

Τα φιλιά

Μονάχα εσύ είσαι, αδιάλειπτη,
χαριτωμένη, αυτή που δίνεσαι,
αυτή που σήμερα με φωνάζει. Πάρε,
πάρε τη ζέστη, την ευτυχία, το κλείσιμο σφραγισμένων
στομάτων. Γλυκά
ζούμε. Πέθανε, παραδόσου.
Μονάχα τα φιλιά βασιλεύουν:
Ήλιος χλιαρός και κίτρινος,
γελαστός, εύθραστος,
που πεθαίνει εδώ, στα ευτυχισμένα
στόματα, ανάμεσα σ’ ευλογημένα
γαλάζια, όπου αστράφτουν
τα φιλιά, οι απολαύσεις
του απογεύματος, το αποκορύφωμα
αυτού του τρελού ηλιοβασιλέματος,
σιωπηλότατου, που δονείται
και πεθαίνει. – Πέθανε, πάνω
στη ζωή. – Φίλα.- Φιλί.
Ω, κόσμε έτσι χρυσέ!

*

Αλήθεια πάντα

Στον [ποιητή] Manuel Altolaguirre

Ναι, ναι, είναι αλήθεια, είναι η μόνη αλήθεια.
Βλέφαρα μισάνοιχτα, φως που γεννιέται,
σκέψη ή αναφιλητό, κλειδί ή ψυχή,
αυτή η αγρύπνια, αυτή η μάθηση της ευτυχίας,
αυτή η γνώση πως η μέρα δεν είναι αγκάθι,
παρά αλήθεια, ω απαλότητα. Σ’ αγαπώ.
Άκου με. Όταν η σιωπή δεν υπήρχε,
όταν εσύ ήσουν πια σάρκα και γω ο θάνατος,
κάποτε, όταν η μέρα.

Νύχτα, αρετή, ω πάλη, νύχτα, νύχτα.
Υπό κραυγή ή στέρνο, υπό τη γλύκα,
ανάμεσα στον πόνο ή μόνο στο σάλιο,
εκεί ανάμεσα στο ψέμα, ναι πολυπόθητο,
νύχτα, νύχτα, το φλεγόμενο ή η έρημος.

*

Όπως η θάλασσα, τα φιλιά
Δεν έχουν σημασία τα εμβλήματα
ούτε οι ματαιόδοξες λέξεις που είναι μονάχα ένα φύσημα.
Σημασία έχει η ηχώ αυτού που άκουσα κι ακούω.
Η φωνή σου, που νεκρή ζει, όπως εγώ που περπατώντας
εδώ ακόμα σου μιλάω.

Ήσουν πιο συνεκτική,
πιο ανθεκτική, όχι γιατί σε φίλησα,
ούτε γιατί σ’ εσένα ριζώνει ακλόνητη η ύπαρξη,
αλλά γιατί όπως η θάλασσα
αφού στην άμμο εισβάλλει φοβισμένη πισωγυρίζει.
Σε πράσινα ή σε αφρούς η θάλασσα, χαρούμενη, απομακρύνεται.
Όπως εκείνη πήγε κι επέστρεψε εσύ ποτέ δεν επιστρέφεις.
Ίσως γιατί, κατρακυλώντας
πάνω σε απέραντη αμμουδιά, δεν μπόρεσα να σε βρω.
Το ίχνος του αφρού σου,
όταν το νερό φεύγει, μένει στο χείλος.

Μονάχα χείλος βρίσκω. Μονάχα η άκρη της φωνής σου
σαν να ‘μενε μέσα μου.
Τα φιλιά σου σαν φύκι.
Μαγικά κάτω απ’ το φως, γιατί νεκρά αποβαίνουν.

Αλλά όλα βαδίζουν αργά, σιωπηλά.
Όλοι μιλούν και λένε με ατόφια σιωπή.
Οι εραστές, οι μάνες, οι κοιμισμένοι, οι σκληροί:
Όλοι μιλούν και ουρλιάζουν πάνω σ’ ένα βουητό ονείρου.

Τι σιωπή του τίποτα επάνω σ’ ένα τίποτα!
Τι χειρονομίες, τι φιλιά, τι πόνοι, τι πληγές.
Όλα ένα ποτάμι που κυλά σιωπώντας μες στις σκιές.

Άνθρωποι, παιδιά, τρόμοι, στη μικρή πόλη,
στην απέραντη πόλη, ξυπνάνε, συναθροίζονται,
γεννιούνται ή κοιμούνται, ορθώνονται, πλησιάζονται, αποχαιρετιούνται.
Όλοι πληγώνουν ή φιλούν, ή χυπιούνται φιλικά ή αγκαλιάζονται.
Ή άξαφνα απόλυτα βουβοί αγνοούνται, περνούν αδιάφορα.

Ω, η σκιά της ευσπλαχνικής νύχτας που μας σιωπά,
που αληθινά βουβή καλύπτει τον κόσμο ̶ καπνός ̶ ,
που έτσι τον ενoποιεί μ’ ένα φιλί στο μέτωπο
και τα παιδιά σκεπάζει. Και, «τα λέμε αύριο». Και ποτέ.

*

Ύστατες σκέψεις

Γεννήθηκε και δεν έμαθε. Απάντησε και δεν μίλησε.
Οι έκπληκτες ψυχές σε κοιτούν
καθώς περνάς. Ο άνεμος ποτέ δεν σταματά.
Η σκέψη σου μόνη πέφτει αργά.
Σαν τα νεκρά φύλλα που πέφτουν και ξανά
πέφτουν όταν ο άνεμος τα σκορπά.
Εν τω μεταξύ, η γη βαρύθυμη τα περιμένει
ανοιχτή. Σιωπηλή η καρδιά, βουβά τα μάτια,
η σκέψη σου αργή διαλύεται μέσα
στον άνεμο. Κουνημένος ελαφρώς. Ένας ήχος ύστατων
κλαδιών, ένα αμυδρό όνειρο με ζωντανά χρυσά
περιδινίζεται… Τα φύλλα πέφτουν.

*Ο Vicente Aleixandre γεννήθηκε στη Σεβίλλη το 1898 και πέθανε στη Μαδρίτη το 1984. Έζησε μια ζωή γεμάτη ένταση και πάθος, παρά το γεγονός πως αρρώστησε σε νεαρή ηλικία από φυματίωση και πέρασε στο κρεβάτι σχεδόν όλα του τα χρόνια. Ο λυρισμός και η εκφραστική δύναμη χαρακτηρίζουν το έργο του, αλλά και η αντίφαση‒ το πέρασμα από το φως στη σκιά, από τον υπερρεαλισμό στην κοινωνική ποίηση, από την σωματική αδράνεια στην υπερδιέγερση του πνεύματος, αναδεικνύοντας τον ως έναν από τους μεγαλύτερους ισπανούς ποιητές του 20ου αιώνα, πατέρα, μεταξύ άλλων, της σύγχρονης ποίησης της χώρας του.
Ο Vicente Aleixandre κέρδισε το Βραβείο Νόμπελ το 1977.

**Τα ποιήματα της συλλογής «Φως- έρωτας- θάνατος» κυκλοφορούν για πρώτη φορά στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Παράξενες Μέρες»

***Αναδημοσίευση από εδώ: https://1-2.gr/2020/10/23/h-mnhmh-enos-anthropoy-vrisketai-sta-filia-toy/?fbclid=IwAR34cF5c1uC2Il8YB_50SGc63uRrGtDFo_Sj9nPq32QbDEbmYZzVDYH08Ko

#H Νάνσυ Αγγελή συχνάζει στο διαδίκτυο. Διαβάζει, γράφει και μεταφράζει από τα αγγλικά, τα ελληνικά και τα ισπανικά. Έχει εκδόσει δυο συλλογές διηγημάτων και έχει συμμετάσχει σε ανθολογίες για το μικρό διήγημα. Στον ελεύθερο χρόνο της, διαβάζει, γράφει και μεταφράζει. Contact info: nancyangeli1@hotmail.com

Hlín Leifsdóttir, Regaining a voice / Ανακτώντας μια φωνή

And when the harp strings,
made from severed vocal chords,
sound through the auditorium
the silencing of the ages breaks.

A woman stands up from the audience
holding a sign, with the words:
“This is my voice. I want it back.”

The startled concert guests whisper:
“Is that not the roma woman
who used to sing outside the train station?”

She walks up on the stage,
pushes the harpist away,
and tries to play the strings of her own voice.

The audience burst into laughter
for she never learned to play the harp.

And with tears rolling down her cheeks
she carries the harp away on her back
like a cross.

In her absence,
the flutes of the orchestra
remember birds
that used to sing in them
when they were still branches

And lost in remembrance
the flutes go out of tune.
For they have gone off to sing their old song.

Outside the auditorium
the woman hears the flutes
sounding like birds.

It gives her hope.

And she promises herself
to practice very hard
until the chords become a part of her again.

Ανακτώντας μια φωνή

Και όταν η άρπα χτυπά,
φτιαγμένη από κομμένες φωνητικές χορδές,
ακούγεται μέσα από το αμφιθέατρο
η σιωπή κάθε ηλικίας να σπάει.

Μια γυναίκα σηκώνεται από το κοινό
κρατώντας μια πινακίδα, με τις λέξεις:
«Αυτή είναι η φωνή μου. Τη θέλω πίσω. “

Οι τρομαγμένοι επισκέπτες της συναυλίας ψιθυρίζουν:
«Δεν είναι αυτή η γυναίκα της Ρώμης
που τραγουδούσε έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό; “

Περνάει πάνω στη σκηνή,
σπρώχνει τον αρπιστή μακριά,
και προσπαθεί να παίξει τις χορδές της δικής της φωνής.

Το κοινό γέλασε γιατί ποτέ δεν έμαθε να παίζει άρπα.

Και με δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της
μεταφέρει την άρπα στην πλάτη της σαν σταυρό.

Στην απουσία της,
τα φλάουτα της ορχήστρας θυμηθήκανε τα πουλιά
που συνήθιζαν να τραγουδούν όταν ήταν ακόμη στα κλαδιά.

Και χάθηκε στη μνήμη
τα φλάουτα βγήκανε συντονισμένα.
Ξεκίνησαν για να τραγουδήσουν το παλιό τους τραγούδι.

Έξω από το αμφιθέατρο
η γυναίκα ακούει τα φλάουτα
που ακούγονται σαν πουλιά.

Της δίνει ελπίδα.

Και υπόσχεται στον εαυτό της
να εξασκηθεί πολύ σκληρά
έως ότου οι χορδές να γίνουν μέρος της ξανά.

*Μετάφραση στα ελληνικά: Ανδριάνα Μπιρμπίλη / Translated in Greek by Adriana Birbili.

Ρωξάνη Νικολάου, Οκτώ ποιήματα


Photo: WonderMilkyGirl, Deviant Art

-Λίγο γλυκό για τα πικρά σου δάκρυα
-Είσαι βέβαιος πώς πέθανε;

-Ηταν θνητός, δεν του φαινόταν.

Ένα σαμιαμίδι πέφτει στον ώμο μου
κατεβαίνει αργά

στοακίνητομουπόδι
περπατά μικρή αράχνη

κατεβαίνει στην κοιλιά
στο μηρό, στη γάμπα

τρώειτημικρήαράχνη.

Σκοτεινά νερά
παφλάζουν στην εξώπορτα
γυαλιά καρφιά

το λιγοστό μου
πάτωμα

Κάποιος τα σπρώχνει
-ας τον πούμε άνεμο –
ολοένα πιο μπροστά·
στην όραση.

*

Επειδή λυπάσαι τους αφήνεις
να σε σέρνουν στις πέτρες
πάνω σε σπασμένα γυαλιά
να σε πατούν στο πρόσωπο
να σου κόβουν τη γλώσσα
τα δέντρα
τον ύπνο
το νερό
τον ίσκιο

επειδή λυπάσαι
τους αφήνεις.

Στο κιούπι του λαιμού
στις κόχες των ματιών
η νύχτα σου σε ξενυχτά
επειδή λυπάσαι.

Mα όταν θα ‘ρθει η ώρα
που θα ‘ρθει
τη θερμοκρασία του ονόματός σου
το σώμα σου με ακέραια τα στοιχεία
τα σαλά σου δέντρα, τα τρυφερά
το αίμα σου, την ιστορία του
θα τα πάρεις πίσω

και θα κόψεις τα καλώδια της εξουσίας τους
και θα τους στείλεις στο διάολο
δίχως να λυπάσαι πια.

*

Για τον Φ. Γκ. Λόρκα

Κοιμήθηκε το καϋμένο
στα πόδια μου
του θανατά θλιμμένο
το ‘νιωθα που ονειρευόταν
κατάχαμα λέει καθόταν
κι έγραφε
μέσα στα ερείπια τ’ ουρανού
κι από τις άκριες των ματιών του
έτρεχε κόκκινη
έσταζε πάνω
στο κέλυφος του θανάτου
και πάνω στα χέρια τους
κόκκινη άμμος

αυτών που έξω απ’ τ’ αμάξι τον σύρανε
κι εκείνου που είπε
“αφήστε τον σ’ εμένα”

Γίναν κλεψύδρα
στης κόλασης τον χρόνο

*

Στο βάθρο ανέβηκε
κι επωάζει τις φράσεις του
αίμα δεν τρέχει
μόνο γυάλινες, χρωματιστές χάντρες

κλείνει τ’ αφτιά του ο αέρας
κλείνει τ’ αφτιά της η νεραντζιά
κλείνει τ’ αφτιά της η βροχούλα

απλώνουν το χέρι οι ιθαγενείς
με τ’ άλλο προσφέρουν
τα χρυσά τους νομίσματα
κλεμμένα απ’ την καλή τους ώρα

ένα τραυλό παιδί κλωτσάει
την πέτρα της γλώσσας του:

“η έρημος που μας ενώνει
η έρημος που μας χωρίζει
η έρημος που μας καταπίνει”

*

Προϊστορία ή Ανάγνωσμα νυχτός

Ήταν οι άνθρωποι τότε λίγοι, ίσως μόνο εσύ κι εγώ, τ’ άγρια ζώα και τα αρπαχτικά πουλιά πλησίαζαν στη φωτιά μας χωρίς να φοβούνται ή εμείς να τα φοβόμαστε μονάχα που καμιά φορά μας κοιτούσανε ώρα πολλή ακίνητα κι η σκοτεινιά λίμναζε μέσα στο νου·

με είχα μόλις μαζέψει από τα δόντια του παραθυριού, μεσάνυχτα όπως πάντα όταν φάνηκες ακολουθούμενος από το δρόμο που θα ‘φευγες

ίχνη πυκνών φιλημάτων αναπηδούσαν μέσα απ’ τα φωτίσματά σου, χειλιών που ήπιαν το ξύδι και τη χολή του κόσμου προτού να χαλαστούν, προτού γίνουν ίχνη αχνά, δυσδιάκριτα σε σκόνη παλαιού ίσως ανύπαρχτου εικονίσματος.

*

Πρέπει να πηδήξει από την ταράτσα της πολυκατοικίας στην απέναντι που είναι όλοι μαζεμένοι. Είναι μεγάλη η απόσταση μα θα πρέπει να τα καταφέρει. Για να τον δεχτούν. Αλλά δεν θα τον δεχτούν. Θα πρέπει να πέσει στο κενό. Μπροστά στα μάτια τους να γίνει κομμάτια. Για να τον αγαπήσουν. Αλλά δεν θα τον αγαπήσουν. Θα πρέπει στη νεκροψία να βρεθεί ένα χαρτάκι σφηνωμένο στο στέρνο του με τα λόγια: “πέθανα για την αγάπη σας”. Για να τον δεχτούν. Αλλά δεν θα τον δεχτούν. Θα πρέπει να λάβουν την είδηση ότι τα οστά του ευωδίασαν. Για να τον αγαπήσουν. Αλλά δεν θα τον αγαπήσουν· αδιάφορα θα πουν: “φαινόταν πως δεν θα γινόταν ποτέ ένας από ‘μας”.

Παιδάκι μου μη βρεθείς ποτέ στη γειτονιά τους. Για κανένα λόγο.

*

Αυτός που φτιάχνει το σκοινί κι αυτός που το ρίχνει κι αυτός που το γραπώνει για να βγει έξω κι αυτός που τον σπρώχνει για να πέσει κι αυτός που πέφτει κι αυτός που σκάβει στα τοιχώματα γυρεύοντας τ’ όνομά του κι αυτός που το θάβει κι αυτός που ο ρόγχος του καθώς σβήνει αντιφεγγίζει στο σώμα του διπλανού κι αυτός που ονειρεύεται ότι μακριά, πέρα από το λάκκο, υπάρχει η φαντασμαγορία της μέρας και της νύχτας.

*

Είμαι ένα πηγάδι
με λιγοστό νερό

καμιά φορά στερεύω
και μονάχα κοιτάζω

το ανάπτυγμα του ειδώλου μου
στο θόλο

καθώς πέφτει

τον ίλιγγο του στα τοιχώματα
τον ξερό του κρότο.

Αντιστροφή της μοίρας
επαναληπτική·
πασατέμπος της όρασης.

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://trenopoiisis.blogspot.com/2020/10/roxani-nikolaou-8-unpublished-poems.html?m=1&fbclid=IwAR33jJoESuGZoABApn252V2TSf3VvW0nsBeywaoV8QHg35eKMpVmldHxHZ8

Sine Lege, θα ‘ρθει η μέρα

θα ‘ρθει η μέρα
θα ξημερώσει εκείνο το πρωί
με έναν ουρανό κατακόκκινο από θυμό
θα ‘ρθει εκείνη η μέρα σου λέω
θα γραπώσουμε την τυχαία μας ύπαρξη από το
μπράτσο
και θα τη στείλουμε να αναμετρηθεί με ύαινες δίποδες
θα ‘ρθει εκείνη η μέρα
που θα πιούμε εκδίκηση για τους που δεν πρόλαβαν να ζήσουνε
θα ξημερώσει εκείνο το δειλινό
με έναν ουρανό κατάμαυρο από σύννεφα ορμής
και κανένας πια δεν θα μπορεί να μπει ανάμεσα μας
ανάμεσα σε σένα και το νεκρό μωρό
σε μένα και τον καμένο ζωντανό αδελφό
σε σένα και την πνιγμένη φιλενάδα
θα ‘ρθει εκείνη η μέρα που θα βρέξει συνθήματα στην
πράξη
τα γήπεδα θα γεμίσουν εγκλωβισμένους εξουσιαστές
πεταμένους σαν τους πρώτους χριστιανούς μες στις αρένες
χωρίς διέξοδο
και περιφρούρηση θα κάνουν
κείνα τα κουρασμένα κοριτσόπουλα ταμίες με τους
κιρσούς στις όμορφές τους γάμπες
θα ξημερώσει εκείνο το πρωί
που κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσι πάσης μορφής
δογματισμούς θα ισοπεδώσουμε
acimz acimizdir θα μας φωνάζουν τα αδέρφια μας
και καταργημένα πια τα σύνορα περίλυπα στις
αποθήκες θα καίγονται
θα ‘ρθει η στιγμή αδελφέ μου
που το τυχαίο της ύπαρξής μας θα αρπάξουμε από το
λαιμό
για να έστω για μια στιγμή τα δάκρυα των νεκρών μας
δικαιώσουμε
καμαρωτοί θα πέφτουμε στις μάχες υπέρ ανθρώπων
και αξιών
και ολόγυρά μας θα στήνονται χοροί στα οδοφράγματα
θα ‘ρθει η μέρα σύντροφε
που την οργή μας παιδιά αγέννητα θα δικαιώσουν
και τότε ούτε πόνος ούτε χάρος ούτε θάνατος ούτε χαμός
δεν θα χωράνε να λερώσουν την ωραία την αληθινή τη μέρα
την άνοιξη της άγριάς μας επανάστασης

*Από τη συλλογή “Π”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2021.

Λεωνίδας Καζάσης, Δύο ποιήματα

Γδάρματος γραφή

Της εγκαρτέρησης κρηπίδωμα διάτρητο,
ξίφη διαπερνούν την σπλήνα,
άπνοια διασκορπάται.
Ο ήλιος την βροχή εστίλβωνε
στα μονοπάτια του άστεως τα αισχρά
όπου ουδένα φίλον έχετε, ουδενός φίλοι είσθε.
Φαντασμάτων αρμονίες φενακίζουν το κελλί μου.
Εκφεύγοντας θυμάμαι,
όταν τα ακρωτηριασμένα θηλυκά με προπηλάκιζαν
με πείνα και δίψα,
αρσενοκοίτες μού φεραν κανάτια ξέχειλα
και ζεστό ψωμί.

*

Καταγγελία

Εκ των Μετεώρων τα βράχη! Δια λόγου παρέμβαση,

εξακτίνωση στις φίλιες του σύμπαντος ενέργειες.

Των πεποιθήσεών μου δραττόμενος ο ανταγωνιστής,
στην σύζυγό του Φωτεινή,
ότι μαζί του ερωτοτρόπησα ισχυρίσθη.
Νικήτρια πλάνη απεχθής,
της δολιότητος η ευτελής επιβολή.
Να εμπνέω προσδοκώ.
Όταν η συγκυρία καρπίζει,
καιροί ευοίωνοι σπεύδουν.

Μαρία Γερογιάννη, Έξι ποιήματα

ΑΧ! EGDAR LEE MASTERS

Τι έγινε και μίλησες
για ποιητές ελάσσονες;
Όμηρο και Ουίτμαν.
Είμαι σίγουρη
είχες την αιτία σου κι ακόμη
πως αυτοσαρκάζεσαι.
Σ’ αρέσουν
όσα οι άνθρωποι αφήνουν να πετάξουν,
όμως δεν μαστιγώνουν.

*

OLD TOWN – OLD LIFE

Η old lady
με το φίλτατο ζωάκι
στην αγκαλιά της.
Υπερχείλισαν τα χαμόγελα των περαστικών
Το ζωάκι
ανταπέδωσε τα χαμόγελα.

*

VIRGINIA AND PLATH

Το επόμενο βήμα

-Λύθηκαν τα μαλλιά στο κύμα
-Πνίγηκαν οι καπνοί στην τέχνη του θανάτου

*

ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ

Κρυώνουν κρυώνουν
Φόρεσαν τα ευσυγκίνητα παλτά τους.
Τα χέρια
στις ανήμπορες τσέπες.

*

ΣΤΗ ΣΚΙΑ

Το δέντρο
γράφει για σένα ποίημα,
Μού είχες αόμματα εκμυστηρευτεί.

-Όταν καθίσεις στη σκιά του

*

Η ΣΤΙΓΜΗ

Οκτώ χιλιάδες χορωδοί
Ελάχιστοι!
φωνάζει η Στιγμή

Στο σύμπαν
δεν ακούστηκε

*Από τη συλλογή “Οι κούκλες σου δεν είχαν ψυχή”, Εκδόσεις “Περισπωμένη”, 2021.

SYLVIE, Δύο ποιήματα

Henri Cartier-Bresson, Downtown (1947)

Είδα ένα όνειρο
Ότι δεν είχες δει ποτέ
Κάποιο όνειρο
Στο όνειρο
Το όνειρο ήταν
Ότι κάποια
Ένα πρωινό
Ξύπνησε και είδε ένα όνειρο
Ότι ποτέ ως τώρα δεν την είδες

*

ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ ΚΑΙ ΔΩΔΕΚΑ

Στη δουλειά
Που θα μπορούσαν να γίνουν ποιήματα
Εκείνη την ώρα όμως όλα θα μπορούσαν να γίνουν ποιήματα
Εκτός απ’ τη δουλειά
Κάθομαι έξω να κάνω ένα τσιγάρο
Κι έχω διάφορες απορίες
Για τους ανθρώπους
Τη ζωή
Τον θάνατο
Κάπου κάπου αναρωτιέμαι
Αν τ’ αντικείμενα ήταν άνθρωποι
Τι δουλειά θα έκαναν;
Είμαι σίγουρη ότι η τηλεόραση
Θα ήταν κάποιος
Αχώνευτος οδηγός του Β5
Που με πάει κάθε μέρα στη δουλειά
Εκεί όπου
Ξεκινώ να κάνω αυτές τις σκέψεις
Για τ’ αντικείμενα και τις εργασιακές τους ιδιότητες
Ενώ στην πραγματικότητα
Θα προτιμούσα
Να γυρνάω με τα πόδια
Ή όπου

*Από το περιοδικό «Τεφλόν», Τεύχος 25, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2021. Σελ. 74.

Δανάη Σιώζιου, Δύο ποιήματα

ΤΟΠΙΟ

Λέω τ’ όνομά του
και μια κορυφογραμμή σχηματίζεται
ένα χωριό βγαίνει από την ομίχλη
και επιστρέφει στην ιστορία.
Φιλάει τη νύφη την ημέρα του γάμου του
και ο εμφύλιος σταματά.
Τα πρόβατα πολλαπλασιάζονται σαν σύννεφα
δεν υπάρχει ανοιχτός ορίζοντας, μόνο βουνά και γη
λίγο παρακάτω στη μικρή πόλη ένα σινεμά
το λιμάνι με τα καράβια και το λιμάνι με τα αεροπλάνα.

Πατέρα, λέω, όπως λέω Μινώταυρε
Μινώταυρε, λέω, όπως λέω έθνος

Ξαναλέω τ’ όνομά του
και η πόλη καίγεται.

Μένει μονάχα μια γραμμή αίματος.

*

ΑΝΑΧΩΡΗΣΗ

Το δάσος με τις σκιές μας πελεκημένες
το ποτάμι με τους κύκνους που πετούσαν

η πόλη πλωτή μέσα στη νύχτα
η μηχανή του αεροπλάνου
πιο δυνατή από κάθε φωνή
που μας έλεγε να επιστρέφουμε

ακόμα και τώρα όταν φαντάζομαι ένα σπίτι
το φαντάζομαι άδειο

μια επιφάνεια από μελανιές
ποδοβολητά σε κλιμακοστάσιο
τοπία που αποχωρούν από το φως

ο πόνος σαν καρυοθραύστης
ξεχωρίζει τον καρπό από το τσόφλι του.

*Από τη συλλογή “Ενδεχόμενα τοπία”, Εκδόσεις “Αντίποδες”, Μάρτιος 2021.

Ο Μονόλογος

nefelor's avatarnefelor

Βρήκα έναν μονόλογο γυναίκας στην λεωφόρο.

Τον διάβασα και άκουσα μια χούφτα μεταλλικές σφαίρες να χτυπούν μεταξύ τους.

Νομίζω ότι αφομοίωσα τον ρυθμό του κοιλιακού της άλγους.

Γεύτηκα την Όστια απ’το στόμα της.

Βρήκα έναν μονόλογο γυναίκας έξω από ένα κτίριο με την πινακίδα “ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΠΟΘΗΚΑΙ “.

Και έγινε η καρδιά μου μελόντικα στα χέρια της.

Η ώρα εκείνη ήταν ασύνταχτη

δοσμένη με ημίφως από άλλα μάτια.

Με τσίμπησαν τα μπρούτζινα μαλλιά της

και από τους πομφούς του σώματός μου

έσταξε κερί.

Μέσα στα λόγια της βρήκα τα δικά μου

χρυσά ειπωμένα μήλα που καταβρόχθησα

περιπλάνηση λυπημένου αγοριού στ’αμάραντα πεδία της.

Βρήκα αυτόν τον μονόλογο γυναίκας στην λεωφόρο

στο πεζοδρόμιο

σ’αυτόν τον κόσμο τιμοκατάλογο

και κατάλαβα πως να ζω με τ’απαραίτητα

συμπόνια, μουσική υπογείου και ένα περίστροφο γεμάτο κάτω απ’τη γλώσσα.

Βρήκα ένα μονόλογο γυναίκας

και έγινα και ‘γώ γυναίκα.

Υ.Γ.1

Δεν υπάρχουν Γλυκά νερά.Μόνο αθάνατα.

View original post