δεύτερη θεωρία των ορμών

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Έπινε κι έπινε από το σκοτάδι της
ενώ τα μάτια της όλο και βούλιαζαν στην άμμο των ελών του
έτρεμε λίγο και μετά ολοκλήρωνε
καθώς στην επέλαση παραμέριζαν
αγριόχορτα υβριδικά που δεν αποφάσιζαν
αν ήταν χωμάτινα ή υδρόβια•
μία θεριζοαλωνιστική με τα μαχαίρια της γυαλισμένα
κοιμόταν στην κοιλιά του σαν σκυλί με τη γλώσσα όξω.

Θυμόταν
όλα τα τοπία που άδειαζαν από αυτήν την άμμο
σε κάθε ταξίδι τους
καθώς οι καθηλωμένες ακρίδες διαχωρίζονταν από το φως χειρουργικά
στα εξ ων συνετέθησαν.

Τον φαγούριζε πάντα
ένα στρατιωτικό μετάλλιο
στη γάμπα του στιγμένο
καθώς και το χέρι της που του ξερίζωνε
τις άσπρες τρίχες στο στήθος
ασυνείδητα•
όμως ήταν ένας ακόμη αγώνας
ώστε να επεκταθεί η παλαιότητά του
και στο δικό της κορμί.

Μετά
γέμιζε ο αγρός τους
αλητήριους σπίνους που κελαηδούσαν
πάνω από σπασμένους καθρέφτες
το τρακτέρ ξεκινούσε
και στην πίσω ρόδα του
ένας εσταυρωμένος μεγάλος όσο η τετράκτινη ζάντα…

View original post 46 more words

Ειρήνη Καραγιαννίδου, Δύο ποιήματα

Φώτο: Σωτηρία Αλωνιστιώτου

Παραλίμνια

Ίσως μία μέρα
να μην είναι ο χρόνος πλέον
μια σημαντική υπόθεση
Να εμπεδώσουμε πόσοι ξοδεύτηκαν αδίκως
σε αναχωρήσεις και επιστροφές
Τι καταδίκη είναι η αιωνιότητα
Γιατί οι κλέφτες οι καλοί
δεν επανέρχονται ποτέ στον τόπο του εγκλήματος
Γιατί στο μεταξύ
η γη κινείται
κάτω από τα πόδια μας
Ώστε είν’ αδύνατον να καταλάβουμε
πώς πέρασε τα σύνορα η ώρα.

*

Απουσιολόγος

Το Φθινόπωρο τελείται υποδειγματικά / Ο κόσμος ένα φύλλο που πέφτει και πέφτει

Αυτοί που αγνοούν τον ίλιγγο της πτώσης
ας μάθουν πόσο κακή μαθήτρια υπήρξα εγώ στην φυσική,
πόσο πολύ παιδεύτηκα να αποφύγω τις συνέπειες μιας όποιας πρόσκρουσης,
τις θεωρίες τις γενικές πως μία κατακόρυφη βολή είν’ όλη κι όλη η ζωή
ίσως κι ένα τελεσίγραφο
πως δεν υπάρχει χρόνος μετά τον χρόνο ενεστώτα
– σαφώς είναι μια έντιμη εκδήλωση
η γνώση των συνεπειών –
όμως ψιλά τα γράμματα
δεν μπλέκω τα φτερά σε συρματόσχοινα
Μου ταχυδρόμησες
– παράπονο δεν έχω –
πάντοτε στον ύπνο.

*Τα ποιήματα πάρθηκαν από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2017/05/28/%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%ae%ce%bd%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%b9%ce%b1%ce%bd%ce%bd%ce%af%ce%b4%ce%bf%cf%85/?fbclid=IwAR0fbo9qAbVEAuxpM_k1pIJRNkRRBSqjXd1fr8qzW6hZwseoi3aGlnG8w3U

Γιώργος Γκανέλης, Ποιήματα

ΦΟΙΤΗΤΙΚΗ ΣΥΝΟΨΗ

Ο στατικός χρόνος που γύρευα μου εμφανίστηκε σε κάτι φοιτητικές φωτογραφίες ξεχασμένες σ’ ένα συρτάρι με βελόνες και κουβαρίστρες:

-Πρωτοετής με τα ψυχολογικά μου τραύματα στο σακίδιο, χωμένος ένα εικοσιτετράωρο στην παραλία του Μυλοπότα. Όταν γύρισα στην Αθήνα, είχα απωλέσει την εφηβεία μου.

-Σε μια συναυλία των Κατσιμίχα στα Γιάννενα, την ώρα που κατέβαζα αλκοολικά φεγγάρια κι η φίλη μου με ξενέρωνε πίνοντας «Ζεστά ποτά».

-Ανασκαλεύοντας παλιές μνήμες μια Κυριακή πρωί στο Μοναστηράκι, μέσα σε παλιατζίδικα και ακούγοντας Καζαντζίδη από έναν πειρατικό σταθμό.

-Ένα απόγευμα του Γενάρη στην προβλήτα του λιμανιού, μετρώντας τα πλοία που αναχωρούσαν για τα νησιά, γεμάτα φορτηγά και φαντάρους. Πάνω μου ο ουρανός έτοιμος να εκσπερματώσει χιόνι και στο βάθος ένας μικροπωλητής που τουρτούριζε.

Τώρα ο χρόνος που μου απομένει δεν αποτυπώνεται σε χαρτί, παρά μόνο στους γκρίζους κροτάφους και στους σοβάδες του δωματίου.

#Από την ενότητα “Αποδόμηση του περιττού’’.

*

ΔΩΜΑΤΙΟ 303

«ἐὰν μὴ ἔλπηται ἀνλπιστον οὐκ ἐξευρήσει»
Ηράκλειτος

Έτοιμο να εκραγεί το σύννεφο. Και μετά η φθορά θα εγκατασταθεί στο σώμα. Τρίζουν τα κύματα και τα μαλλιά σου μονίμως ανακατεμένα. Τα πεύκα με συντριπτικά κατάγματα οδηγούνται στο χειρουργείο. Ο μικρός Ιούνης τουφεκίζεται στον κήπο με τις κιμωλίες. Δεν σημειώνεται καμιά απροσδόκητη αντίδραση. Μονάχα μερικά δάχτυλα ψαύουν τον ουρανό. Ο καιρός αίθριος με μικροσκοπικούς ανέμους. Η εξουσία υπερμεγέθης, όπως πάντα. Αν είσαι και λίγο τυχερός θα παρευρεθείς στην κηδεία σου. Ειδάλλως θα σε αποχαιρετίσουν τα δέντρα. Παράγωγο της μοναξιάς ο σπασμένος ορίζοντας.

Πάντως τα ρολόγια διατελούν εν εγρηγόρσει, χαμογελώντας πού και πού. Κι είναι αλήθεια πως τίποτα δεν τελειώνει. Εξακολουθητικά θα φύεται μέσα από τη μήτρα του σύμπαντος. Αρκεί βέβαια να έχει προϋπάρξει.

#Από την ενότητα “Δωμάτιο ξενοδοχείου’’.

*Από τη συλλογή “Ιχνηλάτηση του τέλους”, Εκδόσεις “Στίξις”, 2021.

Γωγώ Λιανού, Τρία ποιήματα

1

Αγαπημένος ήχος είναι ο θόρυβος της σιδερένιας πόρτας,
στο τελευταίο κελί του διαδρόμου
και η κραυγή του φυλακισμένου που απεγνωσμένα
ζητά ένα παράθυρο ελευθερίας.
Η μιζέρια αυτής της στιγμής μου προσφέρει την
ανάγκη να φύγω μακριά από τις σκέψεις μου.
Όμως πώς ένας φυλακισμένος να φύγει απ’ το κελί του;

2

-Και έφυγα. Ίσως όχι για να ξεφύγω από εκείνον,
αλλά για να τον φτάσω όταν είχε ήδη εξαφανιστεί.

-Δεν χρειάστηκες τη βοήθειά τους. Οι φίλοι έγιναν
εχθροί, και το μίσος υποκατάστατο του έρωτα.
-Τα αστέρια όμως πάντα ήταν εκεί.

-Μόνο αυτά πλέον κοιτάζεις εκεί χαμηλά που έχεις
πέσει. Δύσκολα θα καταφέρεις να τα αγγίξεις.
Όμως εσύ είπες πως έφυγες. Και για να φτάσεις εκείνον
έπεσες τόσο χαμηλά.

-Τότε που δεν υπήρχε θεός για να φωνάξεις. Δεν
φοβάμαι τη μοναξιά, γιατί είναι ένας δρόμος
για τη συντροφικότητα.

-Κοίτα για μια τελευταία φορά τα μάτια του, και με
μεγάλη δύναμη κάνε το δικό σου άλμα και ανέβα πάλι
ψηλά.
Εκεί απ’ όπου ήρθες.
Και όταν όλα αυτά γίνουν πραγματικότητα, γύρισε
πίσω σε αυτό το ξεθωριασμένο χαρτί και γράψε τη συνέχεια.

3

Κρατούσα, που λες, τότε -και για αρκετό καιρό- ένα
μεγάλο χαλί.
Να το στρώνω μου λέγανε, σε όποιον σπουδαίο περάσει.
Αλλά απ’ τα χέρια μου δεν μπορούσα να το διώξω.
Ξέρεις εγώ, δεν είδα ποτέ κάποιον σπουδαίο.
Και όλοι φωνάζανε συνεχώς πως έπρεπε να το κάνω.
Έτσι και εγώ θεώρησα σημαντικό να πετάξω το
αναθεματισμένο το χαλί σ’ εκείνους.
Εκείνους που δεν γνωρίζουν τη λέξη «σπουδαίος».

*Από τη συλλογή “κάτι κόκκινο”, Εκδόσεις Ars Poetica, 2015.

E. Pauline Johnson (Tekahionwake), Και εκείνος είπε, «Αγωνίσου» (Tennyson)

Ο Χρόνος και ο Σκοτεινός Αφοπλισμός,
Συμμάχησαν εναντίον μου,
Ενώσαν τις στρατιές τους σε μάχη εμπρός,
Για να λυγίσουν τις δυνάμεις μου·
Κι αν μόνη πολεμώ, ηττηθώ, και σκοτωθώ,
Ανακωχή να διαπραγματευθώ; Όχι εγώ.

Το κάστρο μου πολιορκούν, χτυπούν,
Οι τοίχοι του συντετριμμένοι·
Οι στρατιώτες μου δειλοί, αυτομολούν,
Από μυριάδες βόλια χτυπημένοι·
Ζητούν να υποχωρήσω. Εγώ απαντώ,
«Ελεημοσύνη να δεχτώ; Όχι εγώ.»

Κουρέλια η σημαία μου, μα ξεσχισμένη
Από ψηλά θα κυματίζει εδώ·
Ποτέ απ’ τα λάβαρά τους ηττημένη
Όσο όρθια στέκομαι και πολεμώ.
Φωνάζοντας με μια κραυγή τούς αψηφώ,
«Να παραδοθώ; Όχι εγώ.»

1912

And He Said, «Fight On»

(Tennyson)

Time and its ally, Dark Disarmament,
Have compassed me about,
Have massed their armies, and on battle bent
My forces put to rout;
But though I fight alone, and fall, and die,
Talk terms of Peace? Not I.

They war upon my fortress, and their guns
Are shattering its walls;
My army plays the cowards’ part, and runs,
Pierced by a thousand balls;
They call for my surrender. I reply,
«Give quarter now? Not I.»

They’ve shot my flag to ribbons, but in rents
It floats above the height;
Their ensign shall not crown my battlements
While I can stand and fight.
I fling defiance at them as I cry,
«Capitulate? Not I.»

*Από το E. Pauline Johnson (Tekahionwake), Flint and Feather: The Complete Poems, 7th edn. (1912: Toronto and London: The Musson Book Co., Ltd., 1921)

**Πηγή: Public Domain Poetry – And He Said, «Fight On» by Emily Pauline Johnson.

***Απόδοση: Μαργαρίτα Παπαγεωργίου

****Η E. Pauline Johnson/ Πολίν Τζόνσον (Tekahionwake; 1861–1913) ήταν δημοφιλής ποιήτρια και περφόρμερ. Ο πατέρας της ήταν φύλαρχος Mohawk, ενός από τα έξι Πρώτα Έθνη των Αυτόχθονων φυλών στον Καναδά, που είχε εκπαιδευτεί ως μεταφραστής από τους ιεραπόστολους και η μητέρα της Αγγλίδα έποικος. Κατά τον εποικισμό Άγγλων και Γάλλων στον Καναδά εφαρμοζόταν υποχρεωτικά η αφομοίωση των Αυτοχθόνων και η άρνηση των εγγενών τους δικαιωμάτων. Η Τζόνσον παρότι έζησε σε μια εποχή θεσμικού ρατσισμού, αγκάλιασε δημόσια τη μεικτή κληρονομιά της σε αναγνώσεις ποίησης και παραστάσεις, φορώντας ινδιάνικη τοπική φορεσιά και μετά βικτοριανά ρούχα. Υιοθέτησε θαρραλέες πολιτικές στάσεις διερευνώντας θέματα αποικιακού στίγματος, στερεοτύπων και ρατσισμού, καθώς και τα δικαιώματα των γυναικών και τις οικονομικές ανισότητες. Ταυτόχρονα έγραψε με πάθος για το περιβάλλον, τις σχέσεις, τις κοινότητες και μια σειρά από άλλα θέματα. Οι παραστάσεις, η ποίηση και η πεζογραφία της Τζόνσον αντιστέκονται στην αφομοίωση και ενθαρρύνουν τη διαπολιτισμική κατανόηση και την αποδοχή της διαφορετικότητας και ισονομίας. Έχει καταχωρηθεί ως Πρόσωπο Εθνικής Ιστορικής Σημασίας στον Καναδά και το πατρικό της σπίτι είναι Εθνικός Ιστορικός Χώρος και μουσείο.
Ποιητικές της συλλογές: The White Wampum (1895), Canadian Born (1903), Flint and Feather (1912), και πεζά: Legends of Vancouver (1911), The Shagganappi (1913), The Moccasin Maker (1913).
Η E. Pauline Johnson πέθανε στις 7 Μαρτίου 1913. Λίγο αφότου της είπαν οι γιατροί ότι η ασθένειά της θα ήταν το τέλος της (καρκίνος του μαστού), έγραψε το παραπάνω ποίημα, με τίτλο ένα στίχο από το ποίημα του Alfred Tennyson “The Revenge: A Ballad of the Fleet” (1880).

*****Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://exitirion.wordpress.com/2021/04/08/e-pauline-johnson/?fbclid=IwAR3N7hqKpGB4h40yYRl4k1hh3pgZteMU1-BSNqhJDmDezBLAYl9BMXmisa4

Θόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα

ΑΓΙΑ ΤΡΙΑΣ

Οι γυναίκες,
η μουσική
και το άγιο οινόπνευμα.

*

ΟΜΗΡΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΑΡ. 11

Η γραβάτα του Γιεσένιν στο λαιμό μιανού σκύλου
Η σκιά των παιδιών π’ αγαπιούνται μπρος στίς πόρτες
της νύχτας

Ένα φάλτσο ρεφρέν μιας μπάντας αόμματων κουρελήδων
στο σταυροδρόμι
— τζουμ πατρακ μπουμ (ί ι ι ι ί) μπουμ —

Ό κηλεπίδεσμος του φορτοεκφορτωτή
Μια λεκάνη ζεστό νερό για το ποδόλουτρο της πωλήτριας

Ένα φάλτσο ρεφρέν…

Το καλάσνικωφ του μαχητή της αντίστασης στη Φαλούτζα
Η πέτρα που πετάει στα ελικόπτερα ο 8χρονος παλαιστίνιος

Ένα φάλτσο ρεφρέν…

*Από τη συλλογή “Μαύρα μάτια”, εκδ. Πλανόδιον, Ιούνιος 2006.

Δημήτρης Γκιούλος, Δύο ποιήματα

Ήρωες

Κάποια στιγμή θα ανοίξω τ’
αγαπημένα μου βιβλία

θα τραβήξω με βία ολους τους
ήρωές μου

θα τους βάλω σ’ ένα καρυδότσουφλο
Γενάρη μήνα στο Αιγαίο

μέχρι το κόκκαλο μουλιασμένους
στον Έβρο

στους 50 °C στα σύνορα του Μεξικού
να τους κυνηγάει η πολιτοφυλακή

να καρβουνιάζονται σε ηλεκτρικούς
φράκτες στην Ισπανία

να τους βυθίζει τις σχεδίες η
ιταλική ακτοφυλακή

Θα τους βάλω να ψάξουν για τον
πολιτισμό σας

Να δω μετά τι θα σας πουν

Να δω πώς μετριέται ο ηρωισμός

*

Πρόσοψη

Παίρνω τη σιωπή σου αγκαλιά

κι εκείνο από την άκρη των χειλιών σου

που χαμόγελο ήθελε να γίνει

αλλά το άφησες μισό

Πηγαίνω πίσω στο δωμάτιο

μπρος στα μάτια μου την ανακατεύω με

τον πόθο

κι αν άνοιγα το παράθυρο

μια χαραμάδα τόση δα

όλη η πόλη θα πλημμύριζε άνοιξη

Μα εσύ δεν πιστεύεις σε θεούς

και εγώ δεν πιστεύω σε μένα

κι η πόλη παραμένει γκρίζα

και οι άνθρωποι πια

γκρίζοι κι αυτοί

σαν μισοτελειωμένες πολυκατοικίες

σαν κι εκείνο

που χαμόγελο δεν έγινε

*Από τη συλλογή “Αστικά Δύστυχα”, Εκδόσεις Θίνες, δεύτερη έκδοση, Φεβρουάριος 2021.

Εκκεντρική αρτηρία

ΤΑΜΠΕΛΕΣ

Ρατσιστές σεξιστές, φασίστες, μισογύνηδες.

Κατηγοριοποιούμε τους μαλάκες μπας και καταφέρουμε να τους νικήσουμε.

ΣΟΥΚΟΥ

Τα Σαββατοκύριακα έχουν προκύψει από εξαντλητικούς μαθηματικούς υπολογισμούς, έτσι ώστε να έρχονται τότε και να διαρκούν τόσο, που για λίγο καταφέρνεις να μη σκοτώσεις το αφεντικό σου.

ΜΙΚΡΟ ΑΤΙΤΛΟ ΜΕ ΔΑΚΡΥ

Παράγουμε περισσότερα δάκρυα από όσα μπορούμε να καταναλώσουμε.

Μεγάλη σπατάλη.

ΜΑΜΑ;

Μεγάλωσε τρεις κόρες

και γύρισε μετά από λίγο και μου είπε:

«Και πού χρειάζεται σήμερα ο φεμινισμός;»

ΒΑΤΡΑΧΙΑ ΜΕ ΕΠΙΚΑΛΥΨΗ ΣΟΚΟΛΑΤΑΣ

Αν θίξεις πολλά μπουένο πάνω από τα βατράχια που έχεις μέσα σου,

δύο είναι οι πιθανότητες: ή πou θα ξεράσεις ή που -άμα το κάνεις πολύ

προσεκτικά- θα καταφέρεις με τη σοκολάτα να καλύψεις τα βατράχια και

 η πληγή θα επουλωθεί.                            

 Έφαγα πολύ προσεκτικά ένα στικ μπουένο και περιμένω λίγο.

IL Υ A UN TRUC

Ας μη σταθούμε σαν ηλίθιοι απέναντι στις περιστάσεις.

*Από το περιοδικό «Τεφλόν», Τεύχος 25, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2021. Σελ. 50.

Χρίστος Κασσιανής, Το βιβλίο του Ανέμου

Τον άνεμο στο βιβλίο του ανέμου έβαλαν
κι ο άνεμος μπήκε στην αίθουσα, φύσηξε όλες τις σκόνες
φύσηξε μέσα του να φτιάξει τη δίνη της νύστας,
εκεί που χαμογελούνε χωρίς λόγο

Τον άνεμο καβάλησε το γεράκι,
απλώθηκε στα πέρα βουνά,
η θάλασσα χορεύει στο τραγούδι του,
το γεράκι κατεβαίνει με ταχύτητα ανέμου

Θροΐζουν οι φυλλωσιές στα δάση
στήνουν τον χορό τους κι αυτές.

Δεν θα τον πιάσεις,
το μόνο βέβαιο γι’ αυτόν στην απεραντοσύνη
απ’ του ήλιου τον πυρήνα στους πέρα γαλαξίες
ένας παλμός μέσα στο κύμα

Τι είναι και πού βρίσκεται;
σαν γέρνει της νύχτας το φεγγάρι
μας φέρνει νοσταλγία
κι ήσυχα τα φύλλα τώρα πως κουνιούνται
ήσυχα πως φεύγει και γυρνά
γαληνεύει τα σκοτεινά
με την ανήσυχη φλογέρα του

Ιούνιος 2021

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Τεχνητοί άνθρωποι

Απ’ αυτούς –
και τους καλούς,
και τους από κόμπρες πιο φαρμακερούς –
Η Σοβιετία
Είναι πλημμυρισμένη.
Ποιος κάνει
τους ανθρώπους
τους τεχνητούς;
Ποια Γκουζόν φορτωμένη;
Για συντομία
αυτό το θέμα δε θα πιπιλίσω
(χωρίς κακία,
χωρίς χαρά),
αντικειμενικά
τον άνθρωπο του συστήματος –
το «γραφειοκράτη»
θα ζωγραφίσω.
Οι φτέρνες – κάτω,
πάνω – φαλακρός,
οργανισμός, σαν οργανισμός.
Αλλά μέσα
Αντί για φωνή –
Συσκευή για παραγωγή
τυποποιημένων εκφράσεων.
Ακαταστασία στην επιχείρηση –
σαν άδης βροντάει,
φασαρία και φωνή.
Κι εκείνος, σαν κούκος,
Δυο λέξεις ξερνά:Όσον αφοράει
να συμφωνηθεί!
Τα ιδρύματα βυθισμένα στην τεμπελιά.
Προωθούν με μακρόχρονες αναβολές τη δουλειά.
Κι αυτός
σε κάθε αίτηση
απαντάει

Δε βαριέσαι,
θα ευθυγραμμιστούμε όσον αφοράει. –
Χρειάζεται ικανότητα,
χρειάζεται αυτοθυσία,
για να επιπλεύσεις
στο βούρκο του γραφείου,
κι εκείνος
ανασηκώνει τους ώμους με απορία:

Μπερδεμένα! –
Από τη διεύθυνση
κατευθείαν σαν κλέφτης
τρυπώνει
ο τυχοδιώκτης κι εγκληματίας,
κι αυτός
δηλώνει
με των ψαριών την ηρεμία:

Προωθημένα! –
Διαλύονται όλα,
ο μηχανισμός – σκορπάει,
κι αυτός,
καπνίζοντας και μασουλώντας,
με κύρος
κι ολάνοιχτο στόμα
μιλάει:

Χρησιμοποιημένα! –
Εδώ πρέπει
να βλέπεις
φουσάτα εχθρικά,
πρέπει
το στόχαστρο να οδηγείς, –
κι αυτός
συνέχεια
επαναλαμβάνει από ψηλά:

Γενικά και συνολικά!
Εδώ δεν πρέπει να δαγκώνεις τη γροθιά, –
καθώς γράφουν
στις εφημερίδες του τοίχου:
«Να το εξοντώσουμε τούτο, –
αν όχι παντού,
τουλάχιστον σε όλα τα μέρη».