Roberto Garcia de Mesa, Ποιήματα

Θα δεις τα πολιτικά παιχνίδια από την ασφάλεια της υφασμάτινης γωνιάς σου. Θα δεις την παράσταση των καλών τρόπων από έναν τόπο μυστικό, πανευτυχής που είσαι ώριμος και διεστραμμένος ταυτόχρονα. Θα δεις το πτώμα σου να περνά μπροστά απ’ το σπίτι σου. Θα το χαιρετήσει και αύριο θα ‘ναι μια καινούρια μέρα.


*


Ξέρω μια ασθένεια που πιέζει τα μάτια, που ερεθίζει τις κόγχες του νου. Αυτή η ασθένεια λέγεται σιωπή και κρύβει μέσα της την κρίση που τιμά κάθε άνθρωπο.


*


Όποιoς προσπαθεί να ξεφύγει από τον εαυτό του, ψάχνει να βρει απελπισμένα κάτι να τον κρατήσει στη ζωή· μια πνοή, μια εφήμερη δόξα. Αλλά όχι. Η φευγαλέα ανάμνηση παραμένει αήττητη. Η ανάμνηση άπιαστη και το μέλλον αβέβαιο. Έτσι ακριβώς. Η ύπαρξη είναι για τους πττημένους.


*


Όταν αρχίζει μια παρτίδα στο σκάκι, ο στρατιώτης είναι πιο κοντά στο κέντρο· επομένως, έχει περισσότερες πιθανότητες να σπάσει τη σκακιέρα στη μέση.


*


Ο καπνός των τσιγάρων μού φανερώνει τον σωστό τρόπο να πω πως δεν υπάρχει τίποτα να πω. Τα φαντάσματα δεν μιλούν, μονάχα σε κοιτάζουν. Αυτό είν’ όλο.


*


Είναι ωραία να κλείνεις τα μάτια, να μην νιώθεις ότι ο χρόvoς περνά. Είναι ωραία να μην ξέρεις ότι το σώμα σου σού ανήκει. Είναι ωραία να ξεχνάς τα πάντα, ναι. Είναι ωραία να κοιμάσαι, να κοιμάσαι. Πώς θα μπορούσα να κοιμηθώ τέτοιες ώρες; Πώς θα μπορούοα να παραιτηθώ και να μην ξυπνήσω ή να υπάρχω περιορισμένος από τα πιο ευτυχισμένα όνειρα που έκανα όλη μου τη ζωή; Πώς θα μπορούσα να νικήσω αυτή την αναθεματισμένη αϋπνία;


*


Τα πάντα είναι αντιπαράθεση.
Τα πάντα είναι ένας ελαφρύς αναστεναγμός ή αγωνία
ή ψεύτικη δόξα.
Τα πάντα είναι βία.
Τα πάντα είναι λάθος ή λάθος,
μια μάχη ανάμεσα σ’ εκείνα τ’ αστέρια που έπαψαν να
λάμπουν.
Αυτό παθαίνω, κάπως έτσι φαίνομαι ανάμεσα στους
νικητές.
Είμαι αυτός που χάνει,
αυτός που όλη την ώρα πληγώνεται.
Απέχω έτη φωτός από τα πάντα
και, ταυτόχρονα, είμαι ένα κύτταρο επίγνωσης
που μάχεται ακατάπαυστα ενάντια στη φωτεινή ύλη.

*Από το βιβλίο “Απόμακρα σώματα”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2019. Μετάφραση: Ιφιγένεια Ντούμη.

Αθανασία Δρακοπούλου, Κρατώντας την ανάσα

Μία ξέφρενη νύχτα
Ποδοπάτα ανελέητα τα βήματα.
Συρόμενες αναμνήσεις, απλώνει η σιωπή.
Ή θάλασσα γύρω μας.
Το αίμα μέσα μας.
Χορεύουν ανεξέλεγκτα οι ερωταποκρίσεις.
Σκόρπιες ξερές ιστορίες, τούλια και απόνερα.
Το μυαλό μας απολαμβάνουν.
Τυλίγουν στιγμές αποκεφαλίζοντας τον χρόνο.
Σωπαίνεις. Δραπετεύω.
Αναπολείς. Επιστρέφω στο μέλλον.
Γδύνεις τη βαθειά πληγή.
Αγναντεύει η μνήμη απ’ το παγωμένο τζαμί .
Μην με αγγίζεις, οι νεκροί δεν γνωρίζουν το χάδι.
Οι λέξεις αιμορραγίες ακοής.
Αχνές φιγούρες τα πρόσωπα που ονειρεύτηκα… Το παντοτινό.
Νοσταλγία τραύματος, αφυπνίζει κύκλους θανάτου.
Ή προσευχή της ενοχής μας, χορεύει σαν τραγούδι ερωτικό.
Να κόψω τον ομφάλιο λώρο.
Να μην συναντηθούμε σε επερχόμενο παρελθόν.
Να αλωθεί η Αγάπη, πριν γίνει βίωμα και επιστρέφει
σε ανέραστα σκαλοπάτια.
Να! Το παραμύθι μας, σαν ψόφιο πατημένο σκυλί.
Χαλκομανία σε ασφάλτινους διαδρόμους.
Ουρλιάζει σαν άσμα ηρωικό σε φτηνή πίστα .
Εθνικής οδού μπουζουκομάγαζο.
Προς Θεού Όχι δάκρυα.
Έχω πάρει την λατρεία των θνητών από φόβο.
Κρατάω την ανάσα μου σε θάλαμο

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ανθολογία “Κυνικός Υπερρεαλισμός”, Έκδοση Ανέκδοτον, 2019 (σελίδα 63).

Ρογήρος Δέξτερ, fragmenta noctis

•κορακοσυμβούλιο στη γειτονιά• γυρεύουν ενόχους
Αυτοί που θά ‘πρεπε ήδη
Να έχουν βουλιάξει στην Κόλαση• κι εσύ πάλι
Μισός από δω
Μισός από κει
Όπου ποτέ δε θα μπορούσες
Να φανταστείς ότι υπάρχεις• τώρα
Σούταρε μια δόση
Από λιακάδα στο μέλλον• κι ας είναι
Λυχνάρι στον άνεμο• στο άψε σβήσε
Τού φεγγαριού• κάπως έτσι
Γράφτηκαν τόσα τραγούδια• κάπως έτσι
Σα χρησμοί• από την έκσταση μιας λέξης
Κοφτερής πάνω στη σάρκα• από τη δίψα
Πέρα στο γυάλινο πηγάδι
Που έχει σαν κρύσταλλο νερό• και ύστερα
Να φτάνει η αίσθηση
Ότι μια νύχτα θα μας συντρίψουν•
Όχι τα γεγονότα
Αλλά όσα δε συμβαίνουν
Ενώ τα προσμέναμε χρόνια
Να πέσουν όπως το μάννα εξ ουρανού
Στα χέρια μας• οι αριθμοί
Θα είναι πάντα αμείλικτοι• πόσες
Πληγές θα άνοιξε η σκέψη
Τού “θέλω πολύ να το πιστέψω
Ενώ ξέρω ότι δεν είναι αλήθεια”• γι’ αυτό
Ίσως ζούμε μέρες
Που πρέπει να ξεκοιλιάσουμε• και
Το βάρος είναι αβάσταχτο• ποιος “στούππος
Και μόλυβος”; Ας καθόταν μόνο μια ζαριά
Η μπίλια “όλα τα λεφτά στο μαύρο”• σπόρος
Κακός ανάμεσα σε ζιζάνια• αυτό ήμουν
Τελικά• αλλά πέρασε ο καιρός• δυστυχώς
Όχι τόσο αργά
Όσο στις ταινίες τού Theo
Με τη χελώνα τού Ζήνωνα
Να κόβει το νήμα στη νιοστή• δες
Εδώ το καράβι γέρνει και βουλιάζει
Και τούτοι τσακώνονται για το δοιάκι• δε
Θέλω άλλες φωνές
Μέσα στο κούφιο κεφάλι μου• τουλάχιστον
Να μη φύγουν οι νεκροί από τα όνειρά μας•

Τέος Σαλαπασίδης, Northern Spiritual

Στη Δέσποινα των βρεγμένων
που μας έγραφε τακτικά τις Κυριακές
παρηγορώντας μας για τις βροχές
με γράμματα – ομπρελλίτσες.

Το μεγάλο ταξίδι είναι ο άνεμος
Το μεγάλο ταξίδι είναι από δω ως τα μάτια της;
Από δω ως τα μάτια της έχει βροχή
Και μεγάλο ταξίδι

Από δω ως τα μάτια της είναι θάλασσα
Πνέει ο κακός αέρας
Το ταξίδι και ο θάνατος κουράστηκαν
Λίγα μίλια έξω από τη Σκιάθο

Από δω ως τη Σκιάθο έχει σύννεφα
Από δω ως τη Σαλονίκη είναι Κυριακή
Τις Κυριακές είναι όλο σύννεφα
Είναι όλα κλειστά και δε σου ανοίγουν.

Τώρα ως την άλλη βδομάδα θα πέσει φθινόπωρο
Το φθινόπωρο ρίχνει τα φύλλα
Και επειδή μέσα στις βροχές τα φύλλα είναι άρωτας
Γι’ αυτό βρέχει

Από δω ως τα μάτια της

Φθινόπωρο 1957

Μαρία Πανούτσου, Είμαι ο απαγορευμένος καρπός

ερχόμουν και σε έβλεπα/ κοιμόσουν βαθειά/

δεν ήθελα να ξεβολέψω/το κορμάκι σου μαζεμένο

σε ένα σημείο ακραίο του κρεβατιού/ τα σεντόνια όχι κάτω από το σώμα σου/ αλλά γύρω / και ένα μαξιλάρι που δεν έμεινε στο κεφάλι σου ούτε στιγμή/

σ’ όλη την διάρκεια του ύπνου σου ερχόμουν και ξαναερχόμουν/ μήπως μπορέσω και φτιάξω το κρεβάτι καλύτερα/ αλλά  εσύ κοιμόσουν βαθειά /το άφησα έτσι/χθές ανακάλυψα και ένα σημάδι που μου ζωγράφισες με το στόμα σου / σαν βεντάλια/  λίγο κάτω από τον ομφαλό/ ένοιωσα εκείνη την νύχτα ένα λεπτό σαν κλωστή πόνο/ από τα δόντια σου στην σάρκα μου/ και δεν περίμενα πως θα άφηνε ένα σημάδι απλωμένο/ μια καρδία; με βεντάλια; δώσε εσύ το όνομα / θα μου  πεις γιατί παίρνω τον κόπο και τα γραφώ όλα αυτά/ γιατί όλα γίνονται / εργαλείο χαράς/ όταν γινόμαστε ένα  και το δέρμα μου χάνεται μέσα στο δικό σου/ είναι τόσο ξεκάθαρα όλα/ και το ξέρω/γιατί την ώρα που γίνονται όλα αυτά / είμαι  εκεί και μόνο εκεί/και εσύ/ τι άραγε  να νοιώθεις; πως είσαι μετά; αναγνωρίζεις κάτι από αυτά που σου γράφω; το σπίτι μου ταράχτηκε που ήρθες/  ένοιωσε απειλή για την ιερή μοναξιάς μας/  και μετά και μετά  και μετά /και μετά/  και τώρα σε θέλει πάλι/ να έρθεις ακούς;

Είμαι ο απαγορευμένος καρπός

Ο όμηρος των ασελγειών σου

μέσα μου ανθίζεις και γεννιέσαι

να λες καλημέρες και να χάνεσαι

κράτησε με, φύλαξε με

είμαι αυτό που παράγγειλες

The brain, the brain, my brain

*https://eyelands.gr/2016/10/08/η-ποίηση-της-μαρίας-πανούτσου/

Θωμάς Γκόρπας, Βροχή εικόνων

Στον Ζακ Πρεβέρ

Μου φεύγουν οι λέξεις σαν πρωινά πουλιά ξαναγυρίζουν το βράδι
κατεβαίνουν την πλαγιά αρνιά το βέλασμά τους γίνεται χάδι για
την καρδιά. Πουλιόνται φτερά στην αγορά μα εγώ μαραζώνω δεν
έχω λεφτά ούτε για τα τσιγάρα μου που λέμε ούτε ψεύτικα κατοχικά
Που τα έδιναν τότε στα παιδιά να παίζουν για να μην κλαίνε.

Παλιώνουν οι φίλοι παλιώνουν οι καημοί της μάνας μου τα μαγαζιά
όλα παλιώνουν σ’ αυτόν τον ψεύτη ντουνιά εξόν απ’ τα τραγούδια και
Μερικές γυναίκες γυμνές μέσα τους.

Πέταλα καρδιές πουλιών ούζα και πρώτα φώτα με το σούρουπο τα τελευταία
λόγια στην αγάπη το μαχαίρι τα γειαχαρά κ’ η μαχαιριά.
Ένας χαμάλης κάνει το τελευταίο του θέλημα εσύ χτυπάς το στήθος σου και εγώ
καπνίζω…

*Από τη συλλογή “Πανόραμα”.

Nicolas Calas, Από τα Έντεκα και δύο ποιήματα

2

Αραχνοΰφαντο λόγο πλέκουν στον ουρανό

τ΄ ανεμοδαρμένα κλωνάρια της Πενσυλβανίας

στο σχεδιάγραμμά τους διαβάζω το άγνωστον.

Νησιώτης ποτισμένος στο σεληνόφως λιόδεντρων

επαναστάτης, μετανάστης, επαγγέλλομαι

τον ονειροκρίτη. Μελετώ Μάγους

τον  Van Eyck και τον Bosch, τον Breton

και τον Duchamp. Χαιρετώ άθεους Βουδιστές

του Colorado, αναρχικούς κι αιρετικούς.

Γιορτάζω το ηλιοστάσιον και την επέτειο

κάθε Κομμούνας. Σέβομαι την σκιά του Άθωνα

τις πυραμίδες, την Αφροδίτη.

Χάνομαι στο πλήθος, ξαναβρίσκω τον εαυτό μου

στις αρτηρίες της Βαβυλώνας

στην παλάμη του μέλλοντος

Μανχάτταν 1977

Νικόλαος Ζαννής, Συνένοχοι στ’ όνειρο

(Για τα συντρόφια του Κ.Υπ)

Αναπνέουμε βυθισμένοι στους ήχους του ουρανού
γνωρίζοντας ότι ματώνουμε διαρκώς
στην κραυγή της κάθε ανάσας
στον μακρύ δρόμο για την ουτοπία
Μόνο κοιτάζοντας κατάματα το σκοτάδι
μπορούμε να κερδίσουμε μια θέση στο φως
κόντρα στ’ αερικά της επιστροφής
στον φαύλο κύκλο της πικρής γεύσης
μιας εξαθλιωμένης ύπαρξης
στα λευκά κελιά του χτες
Τίποτα δεν διαρκεί για πάντα
κι όταν η αιωνιότητα θα ξεθωριάζει
ξαπλωμένη στις εικόνες
ενός άδειου συνθήματος στον τοίχο
η σκιά μας θα περιπλανηθεί
στον πάτο ενός ποτηριού
οδηγώντας την καρδιά μας
ως την τελική πτώση
ή την οριστική πτήση
προς την απροσδιόριστη όφη της φαντασίας
Απομακρύνουμε τον πόνο
περιπλανώμενοι στην άλλη πλευρά της βροχής
γεμίζοντας με χρώματα τις νύχτες μας
καθώς πολεμάμε τη θλίψη
και την ελεεινότητα της άπορης σκέψης
συνένοχοι στο ταξίδι προς το όνειρο.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ανθολογία “Κυνικός Υπερρεαλισμός”, Έκδοση Ανέκδοτον, 2019 (σελίδα 52).

ένα έτσι, Η επανάσταση αρχίζει

Η επανάσταση αρχίζει
με μια καλημέρα.
Αρκεί να σαι σίγουρος
πως αν την πεις
θα ανεβείς το Έβερεστ
αν χρειαστεί.
Ακόμα και δίχως λόγο.
Μα πρέπει να ξέρεις πάλι
πως αν δεν την πεις
και γυρίσεις το κεφάλι
θα πρέπει να κατέβεις
την κορφή μονάχος
μόνο και μόνο
για να την ξανανέβεις μόνος.
Κι ίσως φτάνοντας εκεί
να χεις ένα καλό λόγο
για να μείνεις.

*Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2021/07/16/5550/

Λίνα Βαταντζή, Μικρή Εκδοχή

Στέκομαι 

στο κέντρο του κήπου

πρωτόπλαστη και ασεβής

πλάθω

αναμνήσεις και στόχους –

πριν αποδιωχτώ

Με ένα ροδάκινο στο χέρι

Ναι!

Ζουμερό φρούτο 

και ώριμο 

σε ιδρώτα κοπιαστικό.

Ορέγομαι και οργή.