Francesco Marotta, Αποτυπώματα στο νερό

είναι ο νους που
αριθμεί τη σιωπή
των νεκρών, και το μέτρημα
είναι ένας πόνος που ζει και
διακλαδώνεται σε κηλίδες
σύννεφων πάνω στο δέρμα,
μερικές φορές
είναι άμμος,
ένα ηλιοβασίλεμα
ένα λουλούδι του χιονιού
ν’ απλώνεται μέχρι
τις ίριδες, να
γεμίζει το στόμα
με τη γλώσσα του ξέχειλη
από θύμησες,
με τα περιφερόμενα
αποκαΐδια μιας
πυρκαγιάς, με το
περίβλημά του από ίχνη, φωνές
μαλλιά, με τη
σβολιασμένη, ακάθαρτη
αλήθεια του πάγου

*Από τη συλλογή “Αποτυπώματα στο νερό” (Le Voci de la Luna, 2008). Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Jack Hirschman (1933-2021), Δύο ποιήματα

ΒΛΑΝΤΙΜΙΡ ΜΑΓΙΑΚΟΦΣΚΙ

Εσύ, που άστραφτες, βροντούσες και τη σημαία
από αίμα και τριαντάφυλλα ανέμιζες,
ζυμωτή του ψωμιού του ποιήματος,
απέθαντε σύντροφε του διθυράμβου
και της ελευθερίας,
εσύ που την αυτοκτονημένη σου ζωή
ωσάν σιδηρουργείο κουβαλάω,
που πρώτος δρασκέλισες τον δρόμο
ετούτου του αιώνα,
άντε, ήσουνα ο πρώτος
που τραγούδησες μέσα από τη φτωχογειτονιά των σκουπιδιών
και τα μόρια τα αλυσοδεμένα
με χιλιάδες χθες,
καθαριστή της σάλτσας της ιστορίας
από το στόμα των τετράπαχων ψεμάτων,
υπηρέτη της επανάστασης,
εσύ που, ανάμεσα στους ανθρώπους, με σφοδρότητα επιτέθηκες
στα κάτωχρα χείλη της απάθειας
και της ουδετερότητας,
όχι σαν άντρακλας δειλός,
όχι σαν όμοιος με εμένα
μα σαν νυγμός και ορμή
μάζας και ενέργειας
αναγγέλλοντας τα πανύψηλα της ανθρωπότητας
τοτέμ τα ελευθερωμένα από την καλύβα,
εσύ ρώσε πιο αμερικανός
παρά άγγλος,
εσύ καταστροφέα του σαββάτου
και ισοπεδωτή κάθε λογής ηλιθιοτήτων
και θρησκευτικών αερολογιών,
έχω τραβήξει τη σφαίρα
τόσες φορές από τον εγκέφαλό σου
που θα μπορούσα με το όνειρό σου
να ταΐσω εκατό ένοπλους αγώνες.

*

ΣΠΙΤΙ

Ο χειμώνας ήρθε.
Στα κατώφλια των σπιτιών, στα σοκάκια, τα σκαλιά
των εκκλησιών,
κάτω από χαρτόνια, κάτω από κουρελιασμένες κουβέρτες
ή, αν τυχεροί, σε τσουβάλια πλαστικά,
έπειτα από άλλη μία ημέρα ταπεινώσεων,
κοιμισμένοι,
ξεπαγιάζοντας,
απομονωμένοι, ξεχωρισμένοι, αδέκαροι,
άνεργοι, αγκομαχώντας, βρόμικη
σάρκα γύρω από κόκαλα παγωμένα,
είμαστε εμείς, είμαστε εμείς στις Ηνωμένες Πολιτείες,
τσιμέντο σκληρό, μαξιλάρι παγερό,
πού φωτιά; πού ποτό;
αναθεματισμένα κουφάρια στα αζήτητα
σύντομα και αν, και ποιον τον ενδιαφέρει;
ρίγη τόσο βαθιά,
τα χέρια μας κλεισμένα τελικά σφιχτά
έπειτα από άλλη μία ημέρα επαιτείας, με τις γλώσσες
κρεμασμένες˙
οι σκύλοι έφαγαν περισσότερο σήμερα, στα πόδια κρεβατιών
κουλουριασμένοι, μπορούνε να ρευτούν, να κλάσουν,
υπάρχουνε νοσοκομεία να τους πάνε,
θα βγουν από τα σπίτια και θα μας μυρίσουν
κάποτε νεκρούς,
περιττώματα διασκορπισμένα εδώ
σε μία πόλη Αμερικανική
που φημίζεται για το φαγητό και τον πολιτισμό της.
Το τσιμέντο ο σκληραγωγημένος μας ιδρώτας,
η γέφυρα το αίμα μας το απέθαντο˙
στο κέντρο, τα φώτα από το Τέντερλοϊν και
το Μπρόντγουεϊ─ τα αιμοσφαίριά μας μεταμορφωμένα
σε διαφημίσεις˙
ο σφυγμός μας ο ήχος τενγκτενγκεντένγκ
των νομισμάτων που σωρεύονται σε ταμεία,
θαλάμους τηλεφωνικούς, αυτόματους πωλητές, τενγκτενγκεντένγκ
παρκόμετρα, φλιπεράκια,
δημόσια αποχωρητήρια, διόδια˙
το δέρμα μας μετατρεμμένο σε χαρτονομίσματα,
κάρτες πλαστικές, τραπεζογραμμάτια, αμπαζούρ
για διοικητικά στελέχη, εφημερίδες,
τουαλέτας χαρτί˙
η καρδιά μας─ το ματωμένο όργανο που το Κράτος
καταβροχθίζει σάμπως νούμερο σε ένα θέαμα
που εξελίχθηκε σε εθνικό τσίρκο των καταραμένων.
Ω δολοφονικό σύστημα των πολεμοφοδίων και των απάνθρωπων δικαιωμάτων
που λεηλάτησες τις τσέπες μας και την αξιοπρέπειά μας,
Ω επιχείρηση του εγκλήματος που μας αποκαλείς εγκληματίες,
τρομοκρατία που διαλαλείς ότι φοβόμαστε,
απληστία που μας εκδιώχνεις από τα μέρη που εμείς οι ίδιοι χτίσαμε,
άθλιοι καπηλευτές του πολέμου που μας καταδικάζετε στη δυστυχία και την δημόσια έκθεση σάμπως μάστιγες κοινωνικές προκειμένου να διατηρήσετε μία ρυπαρή δημοκρατία καθαρή─
αυτή τη φορά δεν θα εξαφανιστούμε
στο κέντρο της πόλης σε γκέτο γειτονιές ή σε νεκροτομεία,
αυτή τη φορά οι αριθμοί μας ανέρχονται σε τάγματα ηνωμένων κραυγών:
Θέλουμε τα άδεια γραφεία που γεμίζουνε σκόνη!
Θέλουμε τους κινηματογράφους από τα μεσάνυχτα ως την αυγή!
Θέλουμε τις εκκλησίες ανοιχτές 24 θεούς τη μέρα!
Εμείς τα χτίσαμε. Μας ανήκουνε. Τα θέλουμε!
Όχι άλλα κατώφλια, σοκάκια με σκουπιδοτενεκέδες,
όχι άλλα νεκροταφεία αυτοκινήτων,
υπόγειες φτωχογειτονιές στους υπονόμους.
Θέλουμε δημόσια στέγαση!
Όχι άλλους σωλήνες με ποντίκια, σπηλιές γεμάτες μπάζα,
όχι άλλο νοτισμένο από τη βροχή χώμα στο στόμα,
εφιάλτες άδειων κάδων ότι τους ρίχνουνε απανωτά σπασμένα τούβλα και σκουπίδια,
κραυγές γυναικών με παραισθήσεις στις πόρτες εισόδου του υπόγειου σιδηροδρόμου,
όχι άλλα παιδιά με δόντια που τρίζουνε θανατερά με πεταμένα παλιόρουχα ντυμένα.
Θέλουμε δημόσια στέγαση!
εμείς οι βετεράνοι των παράλογων πολέμων σας,
εργάτες ρημαγμένοι μέσα στην άνεργη λήθη,
οι νεαροί: δάχτυλα λιανισμένα από την ελεημοσύνη στην Οδό των Πενταροδεκάρων,
οι γερασμένοι: φλέμα από το άρρωστο εταιρικό στήθος των Κερδών.
Αντί για βιασμένο σεβασμό, δουλειές
για να ζήσουμε!
Αντί για εξορία και έξωση σε αυτό,
το σπίτι μας, τη γη μας,
Πατρίδα μία για πάντα
για έναν και για όλους
και όχι ετούτη την κουτσή κραυγή που με το δεκανίκι εκλιπαρεί
σε ένα πεζοδρόμιο βροχερό για να της παρασχεθεί βοήθεια.

*Από την ανθολογία “Μονοπάτι: Ποιήματα 1952 – 2001”, Εκδόσεις “Απόπειρα”, Αθήνα 2019. Μετάφραση: Χρήστος Αγγελακόπουλος.

Νίκος Σφαμένος, Από τις “Άγιες, Αιματόβρεκτες και Άχρηστες Λέξεις”

XI

ναι ρε
συνεχίζουμε να είμαστε κλεισμένοι
στα ίδια δωμάτια
δε θα μας βρεις πουθενά
εντωμεταξύ
υπάρχουν πολλές αργίες να περάσεις καλά
πολλά σαββατοκύριακα
πολλές εκπομπές να ανακαλύψεις το
ταλέντο σου και να γίνεις φίρμα
-αν είσαι τυχερός εξώφυλλο-
πολλά μαγαζιά που δέχονται πιστωτικές
πολλοί εκδοτικοί οίκοι
ναι ρε
εμείς θα υπάρχουμε
ευτυχισμένοι
οι μέρες άδεια βαγόνια εδώ
θα γράψουμε αυτές τις λέξεις
ένα βράδυ του Οκτώβρη
και θα τις μοιράσουμε σε καναδυό φίλους
κοίτα μας
δεν έχουμε τίποτα και τραγουδάμε τα βράδια
εδώ
στις πολύχρωμες πολιτείες μας
εδώ
η ζωή και ο θάνατος μας
χαμογελούν
και ξέρουμε και οι δύο
πως δεν θα συναντηθούμε
ποτέ

Μιλένα Σπανού, Άστρος

Πέρασαν
Τόσα χρόνια
Αζήτητα
Αφήνοντας πίσω τους
Αμελοποίητες
τις προσταγές τους

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://milenaphotopoetry.wordpress.com/2021/08/21/άστρος/

Μαριάνθη Μαρκοπούλου, Εγώ και ο Χανκ

Ζωγραφιά: “Η αρτίστα” από τα χαμένα του Μπασιάκ

Μπέκρες ήταν οι ηρωίδες του
του δρόμου και του καταγωγίου
μ’ ένα κάρο ιστορίες στη πλάτη
κι εγώ μόλις που ΄χα μπει στο γυμνάσιο
Το μόνο από τότε που ΄χω συγκρατήσει
είναι ο πόθος του για μια γυναίκα
βαθιά πρέπει να την αγάπησε
το διήγημα
είχε ζάρες βαθιές γύρω από τα μάτια, έγραφε
το χαμόγελό της γραμμές εκεί που άπλωνε
κι ήταν τόσο γοητευμένος από τούτα τα στολίδια της
που πήγα στον καθρέφτη
και δίπλωσα το δέρμα μου
εκεί που θα έπρεπε να σπάσει
εκεί που θα έπρεπε να μπουν χαραγματιές
από πόνους, θυμούς και αντηλιά
και από όλα μου τα γέλια
τσαλάκωνα και πάσχιζα να γράψω μια ρυτίδα
να έχει έναν βίο άξιο να διηγηθεί το πρόσωπό μου
μα εκείνο άγραφο χαρτί
λευκό μακό μπλουζάκι
Πώς το φέρανε τα χρόνια
και δεν τον ξαναδιάβασα από τότε
πάει καιρός όμως
που έμαθα πως γεννηθήκαμε την ίδια μέρα
έτσι κάθε που κλείνω χρόνο
και με κοιτάζω
τον θυμάμαι ξανά
Ώστε τα κατάφερα λοιπόν να γίνω
τόσο ελαττωματική
που να χωρώ μες στα γραπτά του.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://akatasta.blogspot.com/2018/08/blog-post.html?spref=fb&fbclid=IwAR2du7XpTSFeoiP2tXr0tdJSf79nNikKGTzlOOtb7B9CUfPXXEp7RHD2eFM

Τα ποιητικά «ξίφη» των γυναικών του Αφγανιστάν

Η ιστορία της 15χρονης Ζαρμίνα ή αυτή της Μ. είναι κάποια από τα δεκάδες δράματα που έβρισκαν διέξοδο στην παράνομη ομάδα γυναικείας ποίησης «Mirman Baheer», η οποία ενέπνευσε και την παράσταση «Ουρλιάζω» του φετινού προγράμματος της Αβινιόν.

«Η Μ. είχε καταφέρει να βγάλει βίζα και έπρεπε να φύγει από την Καμπούλ για το Παρίσι στις 16 Αυγούστου, για να ξεφύγει από τους Ταλιμπάν. Το αεροπλάνο δεν απογειώθηκε. Κατέφυγε στη γαλλική πρεσβεία με την οικογένειά της. Οχι ολόκληρη. Ενας από τους γιους της δεν πρόλαβε να μπει στο κτίριο. Εμεινε έξω από την πόρτα με τα τρία παιδιά του το ένα, μωρό δύο μηνών. Η Μ. πέρασε άλλη μια νύχτα στην πρεσβεία, σε τρομακτική αβεβαιότητα. Το νερό τελειώνει, η αγωνία αυξάνεται καθώς κυκλοφορούν φήμες ότι μόνο το προσωπικό της πρεσβείας θα απομακρυνθεί… Εδώ και αρκετούς μήνες, η Μ. γνώριζε ότι κινδύνευε η ζωή της και της οικογένειάς της. Πρώτα ήταν αυτοί οι άντρες που ήρθαν να την απειλήσουν στο σπίτι της. Και ύστερα, στα μέσα Μαΐου, δολοφονήθηκαν συγγενείς της που ζούσαν σε άλλη επαρχία, επειδή αρνήθηκαν να δώσουν στους Ταλιμπάν τη διεύθυνση της Μ. και της οικογένειάς της στην Καμπούλ. Ταυτόχρονα, οι Ταλιμπάν επέλαυναν, ανακτώντας την εξουσία από χωριό σε χωριό, από επαρχία σε επαρχία, μέχρι την κατάληψη της αφγανικής πρωτεύουσας την Κυριακή 15 Αυγούστου…».

Η ιστορία της Μ. τελειώνει εκεί για το γαλλικό ειδησεογραφικό περιοδικό «Νουβέλ Ομπζερβατέρ» που δεν γνωρίζει την τύχη της από την Κυριακή. Γνωρίζει όμως ποια είναι. Δασκάλα και ποιήτρια και βέβαια γυναίκα, «τριπλός στόχος για τους Ταλιμπάν».

Είναι επίσης μία από τις Αφγανές ποιήτριες που δημιούργησαν το 2000 μαζί με την ακτιβίστρια και πολιτικό Σαχίρα Σαρίφ την ομάδα (ή μήπως τον Κύκλο των Χαμένων Ποιητριών;) «Mirman Baheer»: «Αρκετές εκατοντάδες γυναίκες σε όλη τη χώρα, διαφορετικών ηλικιών και γενεών, γυναίκες από τη χειραφετημένη ελίτ ή αναλφάβητες κάτοικοι της υπαίθρου, συμμετείχαν σε αυτή την κρυφή ομάδα. Οποτε μπορούσαν, μαζεύονταν για να διαβάσουν τα ποιήματά τους. Οσες ζούσαν σε πιο μακρινές επαρχίες τηλεφωνούσαν, κρυφά από τις οικογένειές τους, σε άλλα μέλη της ομάδας στην Καμπούλ για να απαγγείλουν βιαστικά στο τηλέφωνο τα “landai” τους».

«Landai», διαβάζουμε, σημαίνει «μικρό δηλητηριώδες φίδι», παραπέμπει όμως και σε μία ποιητική φόρμα στα Παστούν, κάτι σαν αφγανικά χαϊκού, «δηλητηριώδη» στον βαθμό που μεταφέρουν την απογοήτευση, την οργή, τα όνειρα, τις ευχές, τη σιωπηλή αντίσταση των γυναικών που κυρίως εξασκούν αυτή την ποίηση. Τα σύντομα αυτά ποιητικά θραύσματα μπορεί να είναι βίαια, δραματικά, πολιτικά ή και αστεία και ερωτικά, συνήθως αυθόρμητα και αυτοσχέδια και πάντα ανώνυμα. Κυκλοφορούν ως προφορική παράδοση «γιατί οι γυναίκες στο Αφγανιστάν, είτε είναι οι Ταλιμπάν στην εξουσία είτε όχι, ζουν πάντα κάτω από το βάρος των απαγορεύσεων».

«Ποιήματα-ξίφη», τα λέει η Σαρίφ. Ως «σύντομα ποιητικά ξεσπάσματα» τα περιγράφει το «Νουβέλ Ομπζερβατέρ», επισημαίνοντας πως «άνθησαν κατ’ αρχάς στην πρώτη περίοδο διακυβέρνησης των Ταλιμπάν από το 1996 έως το 2001, τότε που Αφγανές είχαν δημιουργήσει πρώτα την ομάδα “Χρυσή Βελόνα”, όταν, με πρόσχημα μαθήματα κεντήματος, μαζεύονταν, κουβέντιαζαν και απήγγελλαν ποιήματα». Μετεξέλιξη της «Χρυσής Βελόνας» ήταν η ομάδα «Mirman Baheer» που έχει ήδη καταγράψει, εκτός από εκατοντάδες «landai», και πολλές τραγικές ιστορίες, όπως την αυτοπυρπόληση και τον θάνατο τελικά της 15χρονης Ζαρμίνα.

Αυτό το νεαρό κορίτσι από το Γκερέσκ, της επαρχίας Χελμάντ, τηλεφωνούσε τακτικά στην ομάδα «Mirman Baheer» για να πει τα «landai» της, «εκφράζοντας αισθήματα απομόνωσης σε στίχους για “το σκοτεινό κλουβί του χωριού της” και την απορία της μπροστά στους νόμους της απόλυτης πατριαρχίας: “Στο Ισλάμ, ο Θεός αγάπησε τον Προφήτη Μωάμεθ. Ζω σε μια κοινωνία όπου η αγάπη είναι έγκλημα. Αν είμαστε μουσουλμάνοι, γιατί είμαστε εχθροί της αγάπης;”»

Μια μέρα, το 2010, η κουνιάδα της την συνέλαβε να ψιθυρίζει στο τηλέφωνο ερωτικούς στίχους. Βέβαιη ότι η Ζαρμίνα μιλούσε με τον εραστή της, την κατέδωσε στα αδέρφια της που την χτύπησαν ανελέητα και της έσκισαν τα τετράδια με τους στίχους. Δύο εβδομάδες αργότερα, η Ζαρμίνα αυτοπυρπολήθηκε. Τα εγκαύματα κάλυπταν κατά 75% το σώμα της, τα αδέρφια της όμως αρνήθηκαν να τη μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Η 15χρονη κοπέλα πέθανε μετά από λίγες μέρες.

Η ιστορία της Ζαρμίνα συγκλόνισε τη Δύση όταν το 2012 την αφηγήθηκε λεπτομερώς στους «New York Times» η Αμερικανίδα ποιήτρια και δημοσιογράφος Eliza Griswold. Η ιστορία συγκλόνισε τον Γάλλο σκηνοθέτη Eric Domenicone και την ηθοποιό και κουκλοπαίκτρια Yseult Welschinger που, συγκλονισμένοι επίσης με τον ρόλο που παίζει η ποίηση για αυτές τις γυναίκες, αποφάσισαν να ανεβάσουν μία σχετική παράσταση με τη θεατρική ομάδα «La Soupe». Αρχισαν να συλλέγουν πληροφορίες και έτσι στο πλαίσιο της έρευνάς τους συνάντησαν την Αφγανή πολιτικό και δημοσιογράφο Najiba Sharif, η οποία έχει καταφύγει στη Γαλλία από το 2012. Χάρη σε εκείνη, ήρθαν σε επαφή με ποιήτριες της ομάδας «Mirman Baheer» ‒ και με τη Μ.

«Μιλούσαμε», εξηγεί ο σκηνοθέτης, «μέσω τηλεφώνου: είχαν ένα κινητό τηλέφωνο και μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν κρυφά για να μας υπαγορεύσουν τα ποιήματά τους. Καταγράψαμε αυτές τις συναντήσεις, τα ποιήματά τους και όλα τα ενσωματώσαμε στην παράστασή μας».

Το έργο ανέβηκε το 2019, συνδυάζοντας κείμενα, μουσική και μαριονέτες, με τίτλο «Je hurle» («Ουρλιάζω»), εμπνευσμένο από ένα ποίημα της Ζαρμίνα: «Ούρλιαζα αλλά δεν απαντάς / Μια μέρα θα με ψάξεις και δεν θα είμαι πια σ’ αυτόν τον κόσμο»… Για την πρεμιέρα η θεατρική ομάδα προσκάλεσε τότε στη Γαλλία δύο από τις ποιήτριες της ομάδας «Mirman Baheer» που μπόρεσαν να παραστούν. Η μία ήταν η Μ. που είχε περπατήσει στο Παρίσι χωρίς μαντίλα, για «να νιώσει τον άνεμο στα μαλλιά» της, όπως είχε πει.

Φέτος, το «Je hurle» παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ της Αβινιόν, ελαφρώς παραλλαγμένο για να συμπεριλάβει τη συμφωνία στην Ντόχα μεταξύ Τραμπ και Ταλιμπάν. «Ημασταν στην Αβινιόν ακόμα όταν μάθαμε ότι οι Ταλιμπάν επελαύνουν», λέει στο «Ομπζερβατέρ» ο σκηνοθέτης. Και προσθέτει:
«Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη μέρα που ρώτησα μία από αυτές τις ποιήτριες πώς μπορεί να ονειρεύεται την αγάπη όταν είναι τόσο απαγορευμένη. Η απάντησή της ήρθε άμεση και καυστική: “Μα είμαστε άνθρωποι, τι νομίζετε;”».

*Επιμέλεια | Ναταλί Χατζηαντωνίου | Η Εφημερίδα των Συντακτών.

Charles Baudelaire, Δύο μικρά ποιήματα σε πεζό

I

Ο ΞΕΝΟΣ

  • Ποιον αγαπάς, αλήθεια, περισσότερο, μυστηριώδη άνδρα; Πες. Τον πατέρα σου, τη μητέρα σου, την αδελφή ή τον αδελφό σου;
  • Δεν έχω πατέρα, ούτε μητέρα, ούτε αδελφή, ούτε αδελφό.
  • Τους φίλους σου;
  • Τώρα χρησιμοποιείτε μια λέξη της οποίας το νόημα μου είναι άγνωστο μέχρι αυτήν τη μέρα.
  • Την πατρίδα σου;
  • Δεν ξέρω καν σε ποιο γεωγραφικό πλάτος πέφτει.
  • Την ομορφιά;
  • Θέαινα κι αθάνατη, μετά χαράς θα την αγαπούσα.
  • Το χρυσάφι;
  • Το μισώ όσο εσείς μισείτε τον Θεό.
  • Μα τότε, τι, λοιπόν, αγαπάς, παράξενε ξένε;
  • Αγαπάω τα σύννεφα… τα σύννεφα που περνούν… εκεί… εκεί… τα εξαίσια σύννεφα!

*

IV

ΕΝΑΣ ΓΕΛΟΙΟΣ


Ήταν κατά την έκρηξη του νέου έτους: χαος λάσπης και χιονιού, τροχήλατου από μυριάδες άμαξες, στίλβοντας απο πολύχρωμα παιχνίδια και ζαχαρωτά, ξεχειλίζοντας απληστία κι απελπισία, το επίσημο παραλήρημα μιας μητρόπολης σχεδιασμένο για να βασανίζει πρόστυχα τον εγκέφαλο του μοναχικού όσο το δυνατόν περισσότερο. Εν τω μέσω όλης αυτής της χάβρας και της οχλαγωγίας ένας γάιδαρος βιαστικός, στενάζοντας κάτω απο το καμουτσίκι ενός αγροίκου. , ,
Καθώς ο γάιδαρος ετοιμαζόταν να στρίψει στη γωνία ενός δρόμου, ένας γαντοφορεμένος κύριος, λουστραρισμένος, απάνθρωπα γραβατωμένος και φυλακισμένος μέσα στα ολοκαίνουργιά του ρούχα, ξεπετάχτηκε απο το πουθενά, υποκλίθηκς τελετουργικά μπροστά στο ταλαίπωρο ζωντανό και, βγάζοντας το καπέλο του, λέει: «Σας εύχομαι ένα ευτυχισμένο νεο έτος!», εν συνεχεία στράφηκε χαμογελαστός προς το μέρος κι εγώ δεν ξέρω ποιων συντρόφων μ’ έναν αέρα αυταρέσκειας, σαν να τους παρακαλούσε να προσθέσουν κι αυτοί την έγκρισή τους στη δική του ικανοποίηση.
Ο γάιδαρος βέβαια δεν αντιλήφθηκε πού βρισκόταν το αστείο και συνέχισε να τρέχει με ζήλο κατά κει που το καθήκον τον καλούσε. ,
Όσο για μένα, με κατέλαβε ξάφνου ένα κύμα απροσμέτρητης οργής ενάντια σ’ αυτόν τον μνημειώδη ηλίθιο, που μου φάνηκε πως συνόψιζε εντός του το πνεύμα όλης της Γαλλίας.

*Από το βιβλίο “Μικρά ποιήματα σε πεζό”, Εκδόσεις oposito, Αθήνα, Νοέμβρης 2018. Μετάφραση: Ζ.Δ. Αϊναλής.

«Υπερεαλισμός Α΄» [Φεβρουάριος 1938]

«Υπερεαλισμός Α΄» (Εκδόσεις «Γκοβόστης», Αθήνα, χ.χ. [Φεβρουάριος 1938]).
Κείμενα και ποιήματα των André Breton σε απόδοση Ανδρέα Εμπειρίκου, René Crevel σε απόδοση Ορέστη Κανέλλη, Salvador Dalí σε απόδοση Δημήτρη Καραπάνου, Paul Éluard σε απόδοση Οδυσσέα Ελύτη, Georges Hugnet και Guy Rosey σε απόδοση Θαλή Ρητορίδη, Benjamin Péret και Gisèle Prassinos σε απόδοση Νίκου Καλαμάρη και Tristan Tzara σε απόδοση Νίκου Εγγονόπουλου. Η πρώτη συλλογική υπερρεαλιστική έκδοση στα ελληνικά.

“Surrealism I” (“Govostis” Editions, Athens, n.d. [February 1938]).

Texts and poems by André Breton in rendition by Andreas Embirikos, René Crevel in rendition by Orestis Kanellis, Salvador Dalí in rendition by Dimitris Karapanos, Paul Éluard in rendition by Odysseas Elytis, Georges Hugnet and Guy Rosey in rendition by Thalis Retoridis, Benjamin Péret and Gisèle Prassinos in rendition by Nikos Kalamaris (Nicolas Calas) and Tristan Tzara in rendition by Nikos Engonopoulos. The first collective surrealist publication in Greek.

Guillaume Apollinaire, Πάντα

Πάντα .
θα προχωράμε δίχως να φτάνουμε πουθενά
Κι από πλανήτη σε πλανήτη

Από νεφέλωμα σε νεφέλωμα
Δον Ζουάν των χιλίων και τριών κομητών
Ακόμη και στη γη προσκολλημένοι
Αναζητώντας μια νέα ισχύ
Παίρνοντας στα σοβαρά όλα τα φαντάσματα.

Και πόσοι κόσμοι χάνονται
Ειδήμονες στη λήθη
Που μας κάνουν να λησμονούμε κάποιο
Απ’ αυτού του κόσμου τα μέρη
Πού είναι ο Χριστόφορος Κολόμβος στον οποίο όλοι χρωστάμε
Πως μία ήπειρο λησμονήσαμε
Χαμένη
Μα χαμένη στ’ αλήθεια
Ώστε να υπάρξει xcbpos για μία ανακάλυψη
Χαμένη
Η ζωή για την ανεύρεση της Νίκης.

*Από το βιβλίο “Παρασπουδές στη γαλλική ποίηση”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2018.
**Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Δανάη Σιώζιου: «Οι γυναίκες έχουν δικαίωμα στο συναίσθημα, να αγαπήσουν και να το εκφράσουν»

Η βραβευμένη νεαρή ποιήτρια, λίγο καιρό αφότου κυκλοφόρησε η δεύτερη ποιητική της συλλογή «Ενδεχόμενα Τοπία», σε μια αναλυτική συνέντευξη στη Μαρία Λούκα για το φύλο, τα προνόμια, τους φραγμούς αλλά και τη χαρά της λογοτεχνίας.

Ως φανατική αναγνώστρια που έχει πλατσουρίσει σε διάφορα είδη λόγου, μ’ έχει ταλανίσει μια βροντερή αντίθεση της λογοτεχνίας, ότι ενώ είναι στην ουσία της μαγική και εν δυνάμει χειραφετητική, δεν παύει να φυλάσσεται από βαριές θύρες με ταξικές, εθνοτικές, φυλετικές και έμφυλες κλειδαριές. Ενίοτε οι λέξεις των καταπιεσμένων υποκειμένων διαχέονται από μικρές χαραμάδες. Αναντίρρητα, όμως, δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι τις υλικές και κοινωνικές δυνατότητες να γράψουν παρά μόνο να βλέπουν τους εαυτούς τους όχι σπανίως ως στερεότυπες, μυθοπλαστικές, χαλκευμένες ή εξωτικές αναπαραστάσεις στη λογοτεχνία αυτών που έχουν το προνόμιο της πρόσβασης. Πολλώ δε μάλλον σε μια χώρα που το να γράφεις λογοτεχνία δε λογίζεται ακριβώς ως κόπος, εργασία, πολιτιστική δραστηριότητα αλλά ως χόμπι, χασομέρι ή κάποιου τύπου εστέτ εμμονή. Δεν υπάρχει κανένας επίσημος φορέας που να προτρέπει και να υποστηρίζει τη συγγραφή. Έτσι, εκ των πραγμάτων χάνουμε οπτικές και φωνές που θα έκαναν τη σκέψη μας πάνω στη ζωή πιο πολύπλευρη και διεισδυτική. Κι ανάμεσα στις φωνές που χάνουμε είναι και οι γυναικείες. Όλο το φάσμα της πραγματικότητας διέπεται από τις έμφυλες σχέσεις εξουσίας. Μαζί και η λογοτεχνία. Η Βιρτζίνια Γουλφ σχεδόν έναν αιώνα πριν είχε υπογραμμίσει τις μειωμένες ευκαιρίες των γυναικών στην τέχνη. Κι όταν γράφουν, συχνά το έργο τους υποτιμάται και παραμερίζεται. Γι’ αυτό εξάλλου μάθαμε τη Μαρία Πολυδούρη ως ερωτευμένη με τον Καρυωτάκη και τη Μάτση Χατζηλαζάρου ως σύντροφο του Εμπειρίκου, παρότι και οι δύο ήταν εξαίσιες ποιήτριες και πολλά περισσότερα πράγματα. Κάτι αλλάζει αλλά με ρυθμούς βραδύτερους από τη διάρκεια των στιγμών μας και από την ένταση των επιθυμιών μας.

Μ’ αυτούς τους συλλογισμούς συνάντησα τη Δανάη Σιώζιου ένα μεσημέρι στο πάντα φιλόξενο red n’ noir στον τροπικό της Κυψέλης. Με τη Δανάη αν και δε γνωριζόμασταν προσωπικά, ένιωθα μια εγγύτητα με όρους φύλου και γενιάς αλλά κυρίως την εγγύτητα που διαμόρφωσε η ίδια μέσα από την ποίηση της. Η πρώτη της ποιητική συλλογή «Χρήσιμα παιδικά παιχνίδια» τιμήθηκε με το βραβείο «Γιάννης Βαρβέρης» της Εταιρείας Συγγραφέων και με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα. Η δεύτερη συλλογή της «Ενδεχόμενα Τοπία» κυκλοφόρησε τον Μάρτιο από τις εκδόσεις Αντίποδες κι απηχεί το δικό της παίδεμα, τη δική της αναζήτηση που διασταυρώνεται απαλά με δικές μας αναταράξεις στις ψυχικές συστάδες.

Η Αχμάτοβα κάποτε ρωτήθηκε πόσο εύκολο είναι να γράψεις ένα ποίημα. Απάντησε πως«αν στο υπαγορεύει κάποιος είναι εύκολο, αν δε στο υπαγορεύει κανείς είναι αδύνατο». Δανάη, είναι δύσκολο να γράψεις ένα ποίημα;

Η αλήθεια είναι ότι οι Ρώσοι και οι Γερμανοί εκείνης της εποχής είχαν πολύ έντονη την αίσθηση του κανόνα στη λογοτεχνία. Καταλαβαίνω αυτό που λέει η Αχμάτοβα και γιατί το λέει. Η ίδια καλλιέργησε πολύ τη γλώσσα, τα ποιήματα της είναι ξεχωριστά. Για μένα το να γράφεις ένα ποίημα είναι σα να φτιάχνεις ένα φαγητό, σα να φτιάχνεις κάτι με τα χέρια σου, δηλαδή μια ολόκληρη διαδικασία που προϋποθέτει γνώσεις. Εγώ παλιότερα δεν είχα συνείδηση συγγραφέα, άργησα και το πρώτο μου βιβλίο να το εκδώσω. Δεν περίμενα κιόλας ότι θα διαβαστεί ιδιαίτερα. Όταν το έβγαλα και συνειδητοποίησα ότι διαβάστηκε, αποφάσισα να δουλέψω πιο πολύ για τα επόμενα. Βέβαια πλέον είχα μεγαλώσει κι είχα πολύ υλικό ούτως ή άλλως. Είχα στο μεταξύ αναπτύξει κάποιους προβληματισμούς σε σχέση με τη γλώσσα και το πώς μπορείς να συνομιλήσεις με την εποχή σου, με παραδόσεις που έχουν προηγηθεί, πώς γράφεται μια ποίηση η οποία προσπαθεί να είναι πρωτογενής ούσα όμως και τεχνική, πως τα συνταιριάζεις όλα αυτά με την φαντασία, την δημιουργία, το ρυθμό της δικής σου φωνής. Κάθε φορά έπιανα μια θεματική και τη δούλευα. Κατέληξα να γράψω δύο βιβλία ενδιαμέσως πριν φτάσω στα Ενδεχόμενα Τοπία. Δεν το λέω για να εξάρω τη σοβαρότητα της ενασχόλησης. Για μένα σε μεγάλο βαθμό είναι κάτι που απολαμβάνω, γιατί με βάζει σε μια δημιουργική διαδικασία αφενός, και συνήθως προηγείται μία αναγνωστικά και πνευματικά πολύ έντονη διεργασία, γράφω εξίσου στο κεφάλι μου, όσο και στο χαρτί, η ποίηση δεν γράφεται μόνο με τη σκέψη, γράφεται και με το σώμα. Διαβάζω πολύ και μέχρι σήμερα αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου κυρίως ως αναγνώστρια. Βέβαια, είναι εξουθενωτικό γιατί δουλεύω από μικρή και πρέπει να βρίσκω χρόνο εκεί που δεν υπάρχει. Ο,τι και να φτιάξεις είναι δύσκολο πάντως, πρέπει να κουραστείς.

Γίνεται ακόμα δυσκολότερο από το γεγονός ότι δε στηρίζεται θεσμικά; Όχι μόνο η ποίηση, γενικότερα η λογοτεχνία, το να κάτσεις να γράψεις ένα βιβλίο είναι ένα εγχείρημα που δεν ενισχύεται από την Πολιτεία.

Αναμφισβήτητα. Όλες οι υπόλοιπες τέχνες ανήκουν σε κάποιου τύπου οικονομία. Παλιότερα και η λογοτεχνία άνηκε, με την έννοια ότι έγραφαν βιβλία κυρίως άνθρωποι από ανώτερα κοινωνικά στρώματα που είχαν λεφτά και μόρφωση. Συζητάμε για τη λογοτεχνία σα να είναι μια δραστηριότητα που μπορείς να την κάνεις χωρίς κόστος στην καθημερινότητα σου. Ωστόσο, είναι δουλειά, είναι χρόνος από τη ζωή σου. Έχει στάδια έρευνας, εκπαίδευσης, ανάγνωσης, γραφής. Θα έπρεπε να υπάρχουν δυνατότητες να υποστηριχθούν οι συγγραφείς, να πληρώνονται, να υπάρχουν υποτροφίες και χρηματοδοτήσεις – ούτε τα ιδρύματα έχουν τέτοια προγράμματα. Υπάρχουν παραδείγματα ακόμα και μικρών κρατών που έχουν κάποιες παροχές. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει απολύτως τίποτα και υποτιμάται σαν αίτημα. Η τέχνη τους χρειάζεται όλους, όχι μόνο τους υπερταλαντούχους που θα αντέξουν, θα είναι τυχεροί και θα τα καταφέρουν.

Πιστεύεις ότι εξαιτίας της κατάστασης που περιγράφεις η λογοτεχνία γίνεται προνόμιο; Ότι ενδεχομένως να υπάρχουν ολόκληρες κοινωνικές ομάδες που είναι αποκομμένες από τη δυνατότητα να γράψουν;

Ζούμε σε μια σκληρή κοινωνία, υπάρχουν έμφυλες, εθνοτικές και ταξικές ιεραρχήσεις. Στην Ελλάδα για παράδειγμα τα παιδιά που ανήκουν στη δεύτερη γενιά μεταναστών δε γράφουν καθόλου λογοτεχνία. Εκεί βλέπεις τα φράγματα. Χάνουμε από αυτό, είναι τεράστιο κεφάλαιο. Κυκλοφορούν διάφοροι αστικοί μύθοι και εύκολες ισοπεδώσεις. Λένε π.χ., στην Ελλάδα δεν έχουμε μυθιστόρημα, μια χαρά μυθιστόρημα έχουμε. Δεν έχεις τόσους πολλούς κι αυτό ναι είναι ταξικό. Δε μπορεί ένας άνθρωπος να κάτσει να γράψει 500 σελίδες χωρίς στήριξη. Κι εγώ μερικές φορές νιώθω εξαντλημένη. Η Ελλάδα έχει πολύ ωραία λογοτεχνία αλλά δε μεταφράζεται, δεν την αγαπάμε αρκετά, ξεκινώντας από το θεσμικό.

Μίλησες για έμφυλες ιεραρχήσεις που προφανώς διαπερνούν και τη λογοτεχνία. Τις έχεις βιώσει;

Δεδομένα υπάρχουν έμφυλες ιεραρχήσεις, δεν είναι για να το διαπραγματευτούμε. Το τελευταίο διάστημα έχουν αναδειχθεί αυτά τα ζητήματα αλλά επικρατεί ακόμα υποκρισία, είναι και επώδυνες αυτές οι συνειδητοποιήσεις και οι διαδικασίες. Ακόμα κι εγώ ως λευκή γυναίκα είμαι προνομιούχα σε σχέση με άλλες, οι οποίες δεν έχουν καμία πρόσβαση. Ξέρω ότι είμαι αναγκασμένη να προσέχω στην καθημερινότητα μου π.χ. στην Ελβετία που έμενα σε ένα χωριό μου λέγανε μη γυρνάς μόνη σου στο σπίτι, τα ίδια παντού. Τι να συζητήσουμε; Η λογοτεχνία ως τέχνη είναι σε μεγάλο βαθμό στην υπηρεσία του ανθρώπου και της ελευθερίας του. Όμως εντάσσεται και αυτή σε ένα σύστημα. Έτσι λοιπόν μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι κλασσικά έργα αντρών συγγραφέων τυπώνονται και ξανατυπώνονται, συζητιούνται και ξανασυζητιούνται, όμως πολλών γυναικών με εξίσου σημαντικό έργο όχι. Συχνά επίσης υποτιμούνται στην πράξη. Η αγάπη για την λογοτεχνία μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα ώστε να δημιουργηθεί ο χώρος να ξαναδιαβάσουμε από την αρχή όλα αυτά τα έργα, να αναζητήσουμε όσα δεν διαβάστηκαν επαρκώς και να δούμε πώς συνομιλούν ή και όχι με την σημερινή λογοτεχνία. Χαίρομαι που στην Ελλάδα παρατηρώ ένα διευρυμένο αναγνωστικό ενδιαφέρον παρά τα θεσμικά κενά και τα κενά στην βιβλιογραφία και την έρευνα. Χαίρομαι που υπάρχουν νέες φωνές φεμινιστικές, ΛΟΑΤΚΙ κλπ και εντός του λογοτεχνικού πεδίου. Φαντάζομαι ότι μελλοντικές λογοτεχνικές γλώσσες θα προκύψουν και μέσα από αυτές τις αναγνώσεις, τους διαλόγους, τις συνηχήσεις. Το τι άλλο μπορούμε να κάνουμε εμείς γι αυτό, είναι σύνθετο, δεν έχουμε όλες τις ιδιότητες του κόσμου, κάτι κινείται κι είναι αισιόδοξο. Φταίει και ότι το θεσμικό ενδιαφέρον για την λογοτεχνία είναι περιορισμένο συνολικά και δεν καλλιεργούνται γενιές αναγνωστών. Αυτό που αχνοφαίνεται επίσης πίσω από τέτοιες συζητήσεις είναι ότι όταν μπαίνεις σε ένα σύστημα πολύ σκληρό και περιορισμένο, υπάρχουν αντιδράσεις για να μη μοιραστούν τα προνόμια. Το σύστημα έχει όρια και δεν δημιουργείται εντός του εύκολα νέος κοινωνικός χώρος, γιατί αυτό θα χρειαζόταν και μία σειρά από συστημικές αλλαγές. Η τέχνη και η λειτουργία της δεν εξαντλούνται ούτε μπορούν να χωρέσουν σε ένα τόσο περιοριστικό πλαίσιο.

Διανύουμε όμως μια περίοδο αφύπνισης και συνειδητότητας…

Ισχύει, ειδικά οι νεότερες γενιές έχουν αυξημένη πρόσβαση στη γνώση και τις τέχνες που είναι σημαντικό. Αυτό δεν τις κάνει de facto λιγότερο συντηρητικές αλλά τουλάχιστον είναι πιο έτοιμες να ακούσουν. Άνοιξαν συζητήσεις στο δημόσιο λόγο. Είναι πάντα δύσκολο όταν συμβαίνει, γιατί η βία έχει κοινωνικές καταβολές και κοινωνική νομιμοποίηση. Τα κινήματα προσφέρουν αυτό που μπορούν να προσφέρουν αλλά, στο πλαίσιο στο οποίο συζητάμε, χρειάζεται και θεσμική ενεργοποίηση. Σίγουρα, όμως, είναι θετικό ότι συμβαίνει. Όταν κάτι λέγεται μαζικά, δε μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι δεν έχει λεχθεί ή ότι δεν έχει συμβεί. Στην Ελλάδα έχουμε ελλείμματα. Συζητάμε για το πιο απλό, για παράδειγμα να ενταχθεί το μάθημα σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα σχολεία.

Διάβαζα το ποίημα για την «καλύτερη μου φίλη» και σκεφτόμουν ότι αφενός υπάρχουν ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ των γυναικών ως απόρροια της πατριαρχίας κι αυτές σ’ ένα βαθμό στερεοτυποποιούνται, αφετέρου υπάρχουν και σχέσεις τρυφερότητας που δε φωτίζονται ιδιαίτερα. Η φεμινιστική γραφή μπορεί να τις φέρει στο φως αυτές τις σχέσεις και να τις αποκαταστήσει;

Κοίτα, έχω μια μια συνολική έμφαση στο φύλο, όπως στα ποιήματα για την καλύτερη μου φίλη, στα μυθολογικά και σε ορισμένα άλλα ποιήματα στο τελευταίο μου βιβλίο. Την καλλιέργησα αυτή την έμφαση και δεν ήταν απλό. Η γλώσσα σε καθορίζει από την στιγμή της γέννησης σου, πολύ πριν αποφασίσεις εσύ να αναμετρηθείς μαζί της. Πολύ συχνά χρειάζεται, ας πούμε, να την προδώσεις, να στραφείς στον ήχο τον λέξεων και όχι στο νόημα τους ή να επιτρέψεις στο χέρι σου να γράψει, παρά στο μυαλό σου. Ναι, ήθελα αυτά τα ποιήματα να φωτίζουν αυτή την τρυφερότητα που αναφέρεις, να σε ξαναβάζουν στη ζωή με τον τρόπο που οι λέξεις μπορούν να φωτίσουν τα πράγματα, έξω από στερεότυπα και ιδέες. Ήθελα έναν ρυθμό και μια απλότητα, όχι με την έννοια της ευκολίας, αλλά με την έννοια της αναπνοής, του τραγουδιού, της ποίησης. Μαζί με άλλα ποιήματα όπως το ποίημα για τα γενέθλιά μου ή η διάρρηξη, καθώς και με άλλα διαφορετικών θεματικών ποιήματα του ίδιου βιβλίου, προσπάθησα να εκπληρώσω τους στόχους που είχα θέσει για αυτό το βιβλίο, για τους οποίους μίλησα λίγο στην αρχή. Είμαι χαρούμενη, γιατί έχω επηρεαστεί κυρίως από γυναίκες ποιήτριες, οπότε υπάρχουν γέφυρες, στο παρελθόν και στο παρόν. Και τα λογοτεχνικά ρίσκα που βλέπει κανείς ότι παίρνουν είναι μεγάλα, η γλώσσα καλλιεργείται και μέσα από αυτό. Οι γυναίκες παίζουν πρωταγωνιστικό ρόλο στη δική μου ζωή από διάφορες οπτικές και σχέσεις. Ζούμε σε μια κοινωνία που είναι ανταγωνιστική η ίδια, οι μηχανισμοί που σου παρέχει για να επιβιώσεις είναι ανταγωνιστικοί, αυτό περνάει και από το φίλτρο του φύλου. Ενδεχομένως πολλές γυναίκες να συμμετέχουν σε ανταγωνιστικές διαδικασίες που έχουν συχνά ως έπαθλο την αποδοχή. Υπάρχουν, όμως, δίκτυα αγάπης και αλληλεγγύης. Προσωπικά, ήμουν τυχερή με τις φιλίες μου. Αυτά τα ποιήματα, όπως το ποίημα για την καλύτερή μου φίλη, δεν έχουν ειδικό χαρακτήρα, μπορεί να το πάρει ένα κορίτσι και να το διαβάσει για τη δική της καλύτερη φίλη. Εγώ είχα ένα συγκεκριμένο πρόσωπο στο μυαλό μου που έχουμε κάνει πολλά πράγματα μαζί, είναι ένα αρχέτυπο όμως, είναι αυτή και πολλές άλλες. Ήθελα έτσι να εξάρω ότι οι γυναίκες έχουν το δικαίωμα στο συναίσθημα, μπορούν να αγαπήσουν και να το εκφράσουν. Και ήθελα να το καλλιεργήσω αυτό και λογοτεχνικά, να το ζυμώσω δηλαδή μαζί με την γλώσσα μου.

Φέρνω συχνά στο μυαλό μου έναν μνημειώδη στίχο που νομίζω ότι αντικατοπτρίζει το βίωμα πολλών. «Όλες οι γυναίκες μέσα μου είναι κουρασμένες». Εσύ νιώθεις κουρασμένη;

Ναι, έγραφα κι ένα ποίημα για τρεις γυναίκες μέσα μου πρόσφατα. Κάποιες φορές νιώθω ότι η ζωή είναι πολύ μεγάλη κι έχεις πολύ χρόνο, άλλες φορές ότι πρακτικά και συναισθηματικά δεν προλαβαίνω τίποτα απ’ ότι θα ήθελα, να ηρεμήσω, να χαρώ, να βοηθήσω, να συναντήσω άλλες γυναίκες. Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση. Οι γυναίκες δέχονται πολλά πράγματα με έναν τρόπο φυσικοποιημένο που υπάρχει στα σχολεία μας, στα σπίτια, στις κοινότητες. Σου μεταφέρονται από άλλες γυναίκες μεγαλύτερες κι αν είσαι τυχερή αναρωτιέσαι. Ευτυχώς ο φεμινισμός είναι για όλες μας.

Ο δυτικός πολιτισμός είναι ηγεμονικός, καθώς έχει ενσωματωμένο το χνάρι της αποικιοκρατίας. Πιστεύεις ότι αυτό στενεύει τους ορίζοντες μας; Έχεις ανάγκη να διαβάσεις και μη δυτικούς λόγους;

Η αποικιοκρατία είναι η βάση δόμησης των κοινωνιών μας. Ανάλογα με το από που είσαι και που βρίσκεσαι αυτό παίρνει κάποια χαρακτηριστικά, π.χ. στην Ελλάδα το ποσοστό αναλφαβητισμού μέχρι το 70 ήταν τεράστιο. Σήμερα η λογοτεχνία έχει περισσότερους αναγνώστες στην Ελλάδα από ποτέ. Είναι και λίγο αντικειμενικό, γιατί παλιότερα δεν ήξεραν να γράφουν και να διαβάζουν. Η θέση της Ελλάδας σε σχέση με τις γεωγραφίες και τις γενεαλογίες της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας έχει επίσης ξεχωριστό ενδιαφέρον. Είναι επίσης ένα θέμα που ξανανοίγει στην Δύση. Οι κοινωνίες μας είναι δυτικές, υπάρχει το ηγεμονικό πρότυπο, είμαστε οι κακοί γενικά. Εννοείται ότι ψάχνω άλλα πράγματα. Ήμουν τυχερή γιατί σπούδασα αγγλική φιλολογία, σε ένα πολύ καλό τμήμα με γυναίκες κυρίως διδάσκουσες και ένα πρόγραμμα σπουδών πολύ ενημερωμένο, είχε δηλαδή μετααποικιακή θεωρία, φεμινισμό κλπ. Εγώ δεν τα ήξερα αυτά. Τότε είχα τη δυνατότητα και την τύχη να έρθω σε επαφή με άλλα πράγματα, γνώρισα την Παυλίνα, το Τεφλόν που κάναμε τέτοιες δουλειές, μεταφράζαμε ας πούμε ποίηση από Αβορίγινες. Έχω τέτοιες αναφορές. Στο σήμερα επιδιώκω τόσο να διαβάζω μη δυτικούς λόγους όσο και να έρχομαι σε επαφή με καλλιτέχνες μη δυτικούς κλπ. Πρόσφατα διάβαζα το βιβλίο Postcolonial Love Poem της Natalie Diaz. Διαβάζω ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης παραγωγής στην Ελλάδα ασφαλώς. Διαβάζω ποιήματα ποιητών που είτε γνωριζόμαστε, είτε μέσω των κοινοτήτων έχουμε έρθει σε επαφή, ποιητριών και ποιητών από την Πολωνία, τη Χαβάη, τη Βουλγαρία, τη Βόρεια Μακεδονία, την Κίνα, από Αφρικανικές χώρες. Είναι απίστευτο ότι αν θες να διαβάσεις κάτι, πατάς ένα κουμπί και είναι την άλλη μέρα στην πόρτα σου. Με τροφοδοτεί, είναι κομμάτι της προσωπικότητάς μου. Δε μπορώ να μη διαβάζω και να μη χαίρομαι.

Στο μότο του βιβλίου σου έχεις επιλέξει μια φράση της Agnes Varda: «Αν άνοιγε κανείς τους ανθρώπους, θα έβρισκε μέσα τοπία». Ποια τοπία έχεις μέσα σου;

Μ’ αρέσει η Agnes Varda και το έργο της πολύ. Ταίριαξε αυτή η φράση, είναι ενδεικτική γιατί οι άνθρωποι επηρεάζονται από τους τόπους από τους οποίους διέρχονται. Εγώ είμαι συνδεδεμένη με τα μέρη που μεγάλωσα, σε μια μικρή πόλη στον βιομηχανικό Νότο της Γερμανίας και μετά στην Καρδίτσα. Ως ενήλικας έχω ζήσει ξανά στη Γερμανία με μικρό διάστημα στην Αγγλία και την Ισπανία, έχω ταξιδέψει λίγο τα τελευταία χρόνια που κι αυτό με επηρεάζει. Οι γονείς μου κατάγονται από ορεινά χωριά της Ελλάδας, έζησαν σε προβιομηχανικές συνθήκες, άλλαξαν περιβάλλον, μετά ήρθε η αστικοποίηση, οι διώξεις από Γερμανούς, μετά το μετεμφυλιακό κράτος, μετά η μετανάστευση στη Γερμανία. Έχω ακούσει πολλές διηγήσεις και τις κουβαλάω. Πηγαίναμε από τη Γερμανία τα καλοκαίρια στο χωριό της μαμάς μου, από το μονοπάτι στη βρύση για νερό, μαγειρεύαμε όπως να ναι, μετά ήρθε το ηλεκτρικό. Θυμάμαι τα μεταναστευτικά κύματα από την Αλβανία. Όλα αυτά σε σημαδεύουν, σε οδηγούν κάπου. Υπάρχουν γενιές επί γενεών χαμένες στα βουνά μας, άνθρωποι αναλφάβητοι, φτωχοί, εκτεθειμένοι στις κακουχίες που πέθαιναν εύκολα. Δεν έχουμε την ιστορία τους.

«Αν πιστεύω στα σύνορα τότε πως μπορώ να πιστέψω στη θάλασσα», είναι από τους στίχους σου που προσωπικά ξεχώρισα. Τα σύνορα είναι μια βαθιά οντολογική αντίφαση, στην εποχή μας ίσως πιο βάναυση από ποτέ, σε σχέση με τη ροή της ιστορίας που ήταν πάντα και μια ροή πληθυσμών;

Αν έχεις μεγαλώσει σε διάφορα μέρη, όπως εγώ, τα σύνορα είναι αναπόφευκτα κομμάτι του προβληματισμού σου. Η περιοχή που ζούσαμε στη Γερμανία ήταν δίπλα στα γαλλικά σύνορα και θυμάμαι τον παππού μου να πηγαινοέρχεται στα γαλλικά χωριά για δουλειές και ψώνια. Στο σχολείο υπήρχαν πολλοί μετανάστες. Μετά θυμάμαι εικόνες από τους βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία. Τους μετανάστες από την Αλβανία στον θεσσαλικό κάμπο. Όλα αυτά επιδρούν πάνω σου. Καμιά φορά είναι εύκολο να θεωρήσουμε ότι τα έχουμε λύσει όλα, αλλά δεν υπάρχει αυτό, είναι μια συνεχής προσπάθεια και με την ίδια σου τη γλώσσα. Οι ροές δε σταματάνε ποτέ. Τα τελευταία χρόνια είχαν μια πρωτόγνωρη ένταση κι έτυχαν συντηρητικής έως και εγκληματικής αντιμετώπισης. Η συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με την Τουρκία είναι όνειδος, όπως και το γεγονός ότι χιλιάδες άνθρωποι στην Ελλάδα ζουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πριν λίγες μέρες απαγορεύτηκε στην χώρα μας η έξοδος των προσφυγισσών/ προσφύγων από τα στρατόπεδα ως μέτρο για την πανδημία. Τα επισκεπτήρια στις φυλακές. Επίσης, ας δούμε ως κράτος πως έχουμε φερθεί σε αυτούς και αυτές που ζουν χρόνια εδώ. Τα θέματα των εξετάσεων για την ιθαγένεια ήταν ανεκδιήγητα. Τα σύνορα έχει ενδιαφέρον να τα σκεφτούμε και μεταξύ πεδίων, όχι μόνο γεωγραφικά.

Υπάρχουν πράγματα που έχεις διαβάσει και λειτούργησαν αποκαλυπτικά για σένα; Σαν μικρές επανεπινοήσεις του κόσμου;

Το παθαίνω συνέχεια. Η ανάγνωση είναι ο κόσμος όπου εγώ είμαι λιγότερο αμυντική. Μου αρέσει πολύ το διάβασμα. Αφήνομαι σε αυτό. Αν διατηρήσεις αυτή την ανοιχτότητα μπορείς να βρεις τα πάντα, γράφονται τα πάντα, υπάρχει φανταστική λογοτεχνία και στην Ελλάδα και διεθνώς. Έχω την τύχη μέσα από τις ομάδες που λειτουργώ να διαβάζω και μεταφρασμένα πράγματα κι έχω πιο εύκολη πρόσβαση σε πολύ σύγχρονη λογοτεχνία, διαβάζω δηλαδή πολλά ποιήματα από ποιήτριες και ποιητές στη δική μου ευρύτερη ηλικιακή ομάδα και λειτουργούν πολύ αποκαλυπτικά για εμένα. Από εκεί και πέρα το βιβλίο μου πχ είχε, μεταξύ άλλων, αναφορές στην Αλεξάνδρα Πλαστήρα, στην Hera Lindsay Bird. Στο προηγούμενο βιβλίο έχω επίσης κάποιες αναφορές. Άλλες απουσιάζουν, γιατί δεν σχετίζονται π.χ. άμεσα με το βιβλίο. Διάβασα πολύ την Justyna Bargielska, τον Ocean Vuong. Το σύγχρονα έργα με βοηθούν να συνδεθώ καλύτερα και με έργα παλαιότερων εποχών. Όλα αυτά σημαίνουν μικρές επανεπινοήσεις του κόσμου. Στο πανεπιστήμιο είχα αγαπήσει την Mary Oliver, την Bishop, και είχαν λειτουργήσει αποκαλυπτικά μέσα μου αγγλόφωνες Αμερικανίδες ποιήτριες, οι οποίες συνήθως είχαν και μεταναστευτικό background, μεικτές καταγωγές κλπ., οπότε έβρισκα κοινούς προβληματισμούς ή μου φώτιζαν πράγματα άγνωστα ή συσκοτισμένα, σε μία γλώσσα στην οποία είχα πρόσβαση. Στο σχολείο την Πολυδούρη κυρίως, αλλά και την Δημουλά, διάφοροι γερμανόφωνοι τότε κλασσικοί, όπως η Μπάχμαν, ο Τσελάν. Δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω τα πιο σημαντικά, γιατί σε κάθε περίοδο της ζωής μου, πολλά και διαφορετικά βιβλία άλλαξαν τον κόσμο και την ζωή μου.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://popaganda.gr/people/danai-sioziou-i-ginekes-echoun-dikeoma-sto-sinesthima-na-agapisoun-ke-na-to-ekfrasoun/?fbclid=IwAR0-wQMgJPQxUWgyxG1jr4MR70x60nz5wEevwcUs8JZxxKdC0K2-pSIjWIU