Ξένια Καλαϊτζίδου, Δύο ποιήματα

Αόρατη βία

Οι πόλεις γέμισα αγρίμια.
Η παιδεία στο πνεύμα της εποχής:
Όλοι έμαθαν να ζητιανεύουν,
να σκούζουν
για τα αποφάγια του Άλλου
και αρπάζουν πισώπλατα.
Ψάρια στο απέραντο γαλάζιο της αγάπης,
ψάρια στο πιάτο μου,
όλα λάφυρα στο χαλινάρι του ζητιάνου:
μπουκάλι σπασμένο
η ψυχή του.
Όλα ραγισμένα βαθύ στο χώμα της ερήμου
ποτισμένο
με αλάτι
με φάρμακα
με εφιάλτες το καταμεσήμερο της ζωής.
Ένας ακατάπαυστος
βιασμός
με τα αποφάγια των Άλλων.

Αναθεώρηση της πρωτοπορίας

Πόσο παράξενα ακούγονται
τα βήματα σ’ αυτό το άδειο μέρος:
άσπρο δωμάτιο.
Μαύρο δωμάτιο.
Παιδικά παιδικά βήματα
της ρωσικής πρωτοπορίας
που παίζει κρυφτό με το τέρας.
Μακριά από τα μηχανικά του πόδια
και τα βρωμερά καυσαέρια.
Το τέρας δαγκώνει τη γάγγραινα στα πόδια του
ουρλιάζει και πέφτει.
Κι εμείς ουρλιάζουμε πια.
Αλλά τόσο καιρό
όλα μούδιασαν,
όλα πουλήθηκαν,
όλα βάφτηκαν με νεόπλουτο ροζ,
όλα πνίγηκαν σε νάιλον σακούλες.
Ποιος μας σηκώνει τώρα;!
Σίγουρα
μόνο μια θύελλα απ’ την έρημο
σε κάθε σπίτι,
στο παγκάκι που παίζουν χαρτιά,
στην αλκοολική βιοτεχνία,
στον τεκέ.
Στο κάθε εκεί που μας έφτασαν.

*Aπό την ποιητική συλλογή “Ήρωες άχαρων πόλεων”, Εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2005.

**Εμείς τα πήραμε από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2021/12/09/2-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%be%ce%ad%ce%bd%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%8a%cf%84%ce%b6%ce%af%ce%b4%ce%bf%cf%85/

Κώστας Ρεούσης, Ποιήματα

ΠΡΟΣΧΕΔΙΟ ΜΕ ΜΙΑ ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

Θεόρατα
Αλόγατα
Εκάλπαζαν
Στη
Ράχη
Ενός
Καρόδρομου

*

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

Αόρατοι καταρράκτες
Υγραίνουν
Το σώμα
Σαπίζοντας
Την ύπαρξη

*

ΑΝΑΒΟΛΗ

Έχω το βλέμμα
Πέτρινο
Σφηνωμένο
Στην καρδιά
Της αυτοχειρίας

*

ΟΡΙΟ

Μου αξίζει
Ο θάνατος
Εάν καταφέρω
Ν’ αποδράσω

*Από την ανέκδοτη και σε εξέλιξη ποιητική συλλογή «Σαπάκια».

Hlín-Leifsdóttir, The man without a shadow

Φώτο: Robert Humanick/Twitter

While others sought love, he searched the world for a way to destroy it — until he found a holy man, to forgive him for having loved. 

“My friend,” said the monk. “You have to stop thinking about him. He is tearing you apart from the inside. Let’s make a deal. Give me this man and I will pray for him until the day I die. Instead, you get eternal life.”

He couldn’t refuse such an offer. For the heart of a holy man must be a more befitting place for his friend than the torn heart of a loser such as himself.

He took a look around the monastery. The lights of a multitude of candles danced on the ancient walls. Here he would leave his love.

As he was about to leave, he noticed his shadow on the wall. 
“Don’t go,” he whispered to the shadow. “Stay here so that you can join them when they light the candles to pray for our friend.” 
Then he closed his eyes, and he left the shadow behind. 

Outside the monastery gates lay the long grey road ahead. It seemed to have no end. He wondered if the road was eternity. Perhaps this was all there was. 

Yet he felt relieved for he had been set free from darkness. 
And now he could travel the world as a man without a shadow. 
For he had become a shadow himself.

Ο άνδρας χωρίς σκιά

Ενώ άλλοι αναζητούσαν την αγάπη, εκείνος έψαχνε τον κόσμο να βρει έναν τρόπο να την καταστρέψει – ώσπου βρήκε έναν άγιο άνθρωπο να τον συγχωρήσει επειδή αγάπησε.

«Φίλε μου», είπε ο μοναχός, «πρέπει να σταματήσεις να τον σκέφτεσαι. Σε ξεσκίζει από μέσα. Ας κάνουμε μια συμφωνία. Δώσε μου αυτόν τον άνδρα και θα προσεύχομαι γι’ αυτόν ως τη μέρα που θα πεθάνω. Σε αντάλλαγμα, θα έχεις την αιώνια ζωή».

Δεν θα μπορούσε να αρνηθεί μια τέτοια προσφορά. Η καρδιά ενός άγιου ανθρώπου θα πρέπει να είναι πιο κατάλληλο μέρος για τον φίλο του από τη ραγισμένη καρδιά ενός αποτυχημένου όπως εκείνος.

Έριξε μια ματιά γύρω γύρω στο μοναστήρι. Το φως που ανέδιδε ένα πλήθος κεριά χόρευε στους παμπάλαιους τοίχους. Εδώ θα άφηνε την αγάπη του.

Καθώς ήταν έτοιμος να φύγει, παρατήρησε τη σκιά του στον τοίχο.
«Μην φύγεις», ψιθύρισε στη σκιά. «Μείνε εδώ για να είσαι μαζί τους όταν ανάβουν τα κεριά για να προσευχηθούν για τον φίλο μας».
Μετά έκλεισε τα μάτια και άφησε τη σκιά του πίσω.

Έξω από τις πύλες του μοναστηριού απλωνόταν μπροστά του ο μακρύς γκρίζος δρόμος. Φαινόταν σαν να μην έχει τέλος. Αναρωτήθηκε αν ο δρόμος ήταν η αιωνιότητα. Ίσως αυτό να ήταν το μόνο που υπήρχε. 

Ωστόσο, ένιωθε ανακουφισμένος γιατί είχε απελευθερωθεί από το σκοτάδι.
Και τώρα θα μπορούσε να ταξιδέψει τον κόσμο ως άνθρωπος χωρίς σκιά.
Γιατί είχε γίνει ο ίδιος σκιά.

Μετάφραση: Χαρίτα Μήνη.

Steve Dalachinsky (1946-2019), james dean

Ο Steve Dalachinsky στο Knitting Factory, 4 Οκτώβρη 1999. Photo © Alan Nahigian

they talk about work
the men who have jobs
they discuss some aspect of
work
some gossip
some inside joke
some technical tour de
force.

james dean
in a gallery window
we talk about sleep

james dean

μιλούν για δουλειά
οι άντρες που έχουν δουλειά
συζητούν κάποια πτυχή της
εργασίας
μερικά κουτσομπολιά
κάποιο εσωτερικό αστείο
κάποια τεχνική αναγκαστική ξενάγηση.

james dean
σε ένα παράθυρο γκαλερί
μιλούν για ύπνο

*Από το Free Poetry Series, ragged Lion Press, London, UK, 2019 – No 4. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Πουπερμίνα, Υποψίες

Φώτο: Astir Lato by Vassilis Mathioudakis

Προ πάντων όχι άλλα νοήματα
όχι άλλα συμπεράσματα και θεωρίες,
ανέκαθεν όλα σαθρά αποδεδειγμένα
Ούτε να το σκεφτεί, να εξηγήσει το παράλογο
ας πούμε, το πως η απουσία έμαθε άραγε
να ξεκουρδίζει τα ρολόγια ή τάχα
πως η ωραία υψικάμινος Λατώ
από την Κρήτη αφού κολύμπησε διαγώνια
πάνω μέχρι το Λιβάδι των Θεών
γλίστρησε η άτιμη έπειτα 
κατά του Φιλοπάππου
Περιδιαβαίνοντας
μπαινόβγαινε λοιπόν σε χώρους να
βρίσκει τρόπους να ξεχνά
μπαινόβγαινε σε χρόνους να
βρίσκει τόπους να θυμάται 
Άλλοτε πάλι σε ρόλους μπαινόβγαινε,
σε σελίδες, σε γυμνά γιαπιά
και  όλοι οι κόσμοι μοιάζανε 
από πάντα στοιχειωμένοι·
πλεχτά κορδόνια, πετονιές, ιστοί και νήματα 
της εμποδίζανε το βλέμμα και το βήμα – κι όχι,
δεν επρόκειτο, υποπτεύονταν, για απλή 
αποκόλληση υαλοειδούς 
και …μυιοψίες

Λίλλυ Ιουνίου, Δύο ποιήματα

Erich Hartmann – Woman looking out of hotel bedroom window. Pau, France, 1979

Ωδή στο θαυμαστό
το ξεχασμένο
την πρώτη σιωπή
την ύστατη παρουσία
στην άκρη ενός δρόμου
ζει
χάνεται
σε κάποιων ματιών τις κόγχες
ένα χαμόγελο
πυροτέχνημα
που έσκασε στα χέρια μας
ακόμα μια σπονδή στο άγνωστο
μήπως περάσουν ανώδυνα οι απανωτοί χειμώνες

*

Τώρα μιλάω μόνο με ποιήματα
μήπως σωθεί η αγάπη
ο ερωτευμένος απέναντί μου
ένα δύσκολο παιδί
τα σώματά μας που αιωρήθηκαν μαζί
η αυταπάτη του αιώνιου
μια άνοιξη σιωπηλή
με κατατρέχουν
Τώρα πιο ήρεμη από ποτέ

Vladimir Mayakovsky, Ο δειλός 

Προσεκτικά
μαύροι και ξανθοί,
κρύβοντας τη ματιά τους,
κρύβοντας τα γούστα τους,
όλο στο πλάι,
στον ίσκιο,
παράμερα,
κυκλοφορούν οι δειλοί
στη δοξασμένη
από ήρωες
χώρα.

Κάθε διευθυντής
για το δειλό
είναι κανόνι,
Ακόμα κι εμπρός σε πρόσωπα συγγενικά του
τα ματάκια ο δειλός χαμηλώνει
και τρυπώνει
στο γιακά του.

Κολλάει
στα χαρτάκια το μάτι,
με των ποδιών
σφιγμένους τους διαβήτες:
«Να μπορούσα να καταχωνιαστώ
πίσω από τη διαταγή…
Να μπορούσα να κρυφτώ
πίσω από την εντολή…»
Δεν μπορείς να καταλάβεις,
αν είναι άντρας
ή ψάρι–
λέξη τζάμπα
κανείς δεν μπορεί

Που να βάλει
σφραγίδα και υπογραφή!
«Μόνο να μη
μ’ εκλέξουν,
μόνο να μην
έχω την ευθύνη…».
Αυτί ένα μέτρο
-καθόλου πιο λίγο–
στους διευθυντές
ξωπίσω τρέχει,
τη γνώμη
τη δική τους
ν’ ακούσει,
και αύριο
πρώτος να την έχει.
Αν όμως
ο ανώτερος
γνώμη αλλάξει,
εκείνος
θ’ αφομοιώσει
τη γνώμη του ανωτέρου;
-Γνώμη είναι
δεν είναι γνώμη,
και δεν είναι φοβερό,
να τη χάσεις–

Κλέψτε,
σφάξτε κοντά του,
δε θ’ ακούσει μήτε κλάμα,
μήτε θρήνο.
«Η δική μας δουλειά
είναι μικρή–
εγώ αυτός καθεαυτός
δεν είμαι και μεγάλος βουβός,
μα το στόμα μου είναι
γεμάτο
νερό,
σαν
νεροχύτης είμ’ εγώ».

Ο δειλός
τυλίγεται
με χαρτόνια
και χαρτιά.
«Πώς να το λύσω;!
Ας το κάνουν άλλοι.
Κι αν ξάφνου
κάνω γκάφα
μεγάλη;».

Μέρα τη μέρα
δένει λεπτά
τα δεσμά
των πιο παράξενων γάμων –
δένει
το λιοντάρι με τα’ αρνί
με τη γάτα
το ποντίκι συμφιλιώνει.
Όλη μέρα
την καρδούλα
ο τρόμος σκεπάζει,
αφορμές για πετάρισμα –
άπειρες.

Των λεωφορείων ο τροχός
τον τρομάζει
και οι ανώτεροι,
και η γυναίκα του,
και η γρίπη.
Το συνδικάτο,
Ο δήμος,
όσοι ζητούν δανεικά,
το νεκροταφείο,
η αστυνομία,
τα δάση,
τα σκυλιά,
ο καιρός,
το κουτσομπολιό,
ο χειμώνας
και οι πρότυπες δίκες.

Τρέμει
και ξαπλώνει ο πολίτης,
το τρέμουλο
τη νύχτα
τον τσακίζει…
Σύντροφε,
τι τρέμεις;
Τι,
συμβαίνει,
λοιπόν;
Στο ενυδρείο,
θέλεις,
να σε βάλω;
Η επανάσταση απαιτεί,
να υπάρχει
θάρρος,
θάρρος,
και άλλη μια φορά –
θ-ά-ρ-ρ-ο-ς.

*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός.

Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα

Φώτο: Κυριάκος Σιφιλτζόγλου

Hotel de la Gloria

Ελάτε… Δεν είναι μακριά!
Ελάτε πιο γυμνοί στο Τίποτε
με την ομορφιά
ελάτε, νύμφες και νυμφίοι
από την ξεχασμένη Ταρούσα
όρθιοι σαν λεύκες, σαν αέρινες σημύδες
Τα λάγνα μάτια, τα χάδια
τα ερωτικά καλέσματα
της ηδονής τα ανεξίτηλα σημάδια
Ελάτε σ’ αυτό το ταπεινό ξενοδοχείο
έξω από τα πέτρινα τείχη
«GLORIA, μακρινή και μόνη»
στην πρόσοψη θα γράφει
Ελάτε περήφανα τα φύλα
μισό αγόρι, μισό κορίτσι της αγάπης
κι η Φύση αν γελάσει
μην ρωτήσετε την καμαριέρα
Σιωπή: Τι θα πει HOTEL Νεκρών;
Κανείς δεν θα απαντήσει
Σφιχτά αγκαλιαστείτε στο βραδινό κενό
Ελάτε πιο κοντά στο Τρυφερόν και φιληθείτε.

*

Στον Καύκασο το Φως

Ποιος θα με άκουγε αν ούρλιαζα
στο φτερούγισμα των αγγέλων;
Κανένας δεν ακούει μήτε ο Ζούκερμπεργκ
ο μέγας προσωπάρχης.
Τις μέρες που φυσάει παραφροσύνη
κανένας θεός στη μάχη
κανένας ήρωας στον θρίαμβο
και κραταιός τραγουδιστής πάλι κανένας
Οι μούσες βουβές, οι χορευτές νεκροί
Ω, δεν αλλάζει ο ρυθμός
αυτού του κούφιου κόσμου
Πού πας, ψυχή μου, με τέτοια ανθρωπότητα;
Ψάξε πουλάκι σε κλαρί
βρες μιαν αγάπη δροσερή
μίλα τη γλώσσα των βουνών
Στον Καύκασο του τρελο-Χαίλντερλιν το Φως.

*Από τηγ συλλογή «Εξάγγελος», Εκδόσεις Περισπωμένη, 2021.

Τάσος Π. Καραντής, Η ζωή μας

Χτισμένοι
ο ένας πάνω στον άλλον
προσπαθούμε
ν’ ανέβουμε
όλο και ψηλότερα
να ξύσουμε
τον ουρανό!
Όμως η κορυφή
είναι μια αυταπάτη
και τα όνειρά μας
εργοστασιακά.
Κι έτσι
η ζωή μας
η μικρή ζωή μας
κυλάει γρήγορα
από κουτάκι σε κουτάκι.
Μόνο τα ονόματα
αλλάζουνε,
το ‘να το λέμε διαμέρισμα
και τ’ άλλο φέρετρο.

*Από τη συλλογή «Υπήκοοι», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούλιος 2008.