Κατερίνα Φλωρά, Απόσταση

Η κόπωση στου κενού τον χρόνο
θυμίζει τους φρενήρεις ρυθμούς
που παύουν της ζωής μας τον ρου

Παρανόηση η απόσταση μεταξύ μας
ή από πάντα παρούσα,
θα κινούμαστε, θαρρώ παράλληλα, δίχως σύγκλιση

Έπειτα ξεχνιόμαστε, εγγύτητας και ομοιότητας ψευδαίσθηση μας γελά
ώσπου την επανάληψη αντικρύσουμε πάλι

Αγνοώντας αναπόφευκτα τις προβολές
όταν κοιτάμε αντίθετα,
δρόμος ανοιχτός, επιλογή, επίγνωση.

Milica Lilic, Η εφυΐα ενός ποιήματος

Στο ποίημά του Άνθρωπος που μεταφέρει πράγμα
ο Γουάλας Στήβενς βλέπει το ποίημα
σαν μια αντίσταση στην ευφυΐα.

Ναι, θα μπορούσε να είναι έτσι,
ένας ποιητής μπορεί να κάνει ό,τι θέλει με το ποίημα.
να αντισταθεί στη βαρύτητα
(κυρίως έζησα αντιστεκόμενος,
έγραψε ο διάσημος ποιητής της Σερβίας S.R.).
Η ζωή αντιστέκεται στον θάνατο,
η σιωπή αντιστέκεται στην ομιλία,
ένα ποίημα περιφρονεί το μη-είναι,
αρνείται το παράλογο, την ύπαρξη,
που είναι στριμωγμένη ανάμεσα στα δυο αυτά σημεία.

Όχι, το ποίημα δεν αποτελεί αντίσταση
στην ευφυΐα,
αν και τα σοφά συμπεράσματα του Γουάλας Στήβενς
πρέπει να τα σεβόμαστε.
Η μορφή του είναι η ουσία,
γιατί θέλει να υπάρξει,
να μιλήσει μέσα από τη φόρμα,
να την εξηγήσει, να επιβιώσει,
να δώσει νέα ζωή στον συγγραφέα,
Να εξημερώσει τα πάντα.

Ακόμη και οι φριχτές σκέψεις
που γίνονται για λίγο πραγματικές,
καθώς μεταμορφώνονται σε ποίημα
φωτίζονται, ημερεύουν
στοιχισμένες στη σειρά των στίχων.
Όπως το αιώνιο ακίνητο νερό.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Οι στίχοι είναι. Ο χρυσός κανόνας του εφήμερου – Βαλκάνιοι ποιητές”, εκδόσεις Ρώμη 2020. Μετάφραση από τα αγγλικά Κλεοπάτρα Λυμπέρη.

Θεόδωρος Μπασιάκος, Τέσσερα ποιήματα

ΚΟΝΙΑΚ

Στη γνωστή μας υπόγα πάλε τα πίνω
Για το ψεύτη ντουνιά καπίκι δε δίνω

Κι απόψε όπως ψες κι όπως κάθε βράδυ
Γλυκεία γκαρσόνα κερνά με — μπράντυ

Ω Μούσα!
με μάτια τσακπίνικα, σινάμενα οπίσθια
Ποια για χάρη σου ρίμα να παίξω
— τα… λοίσθια; τα… ημερομίσθια;

100 κούπες ήπια κ’ 100 κούπες έχω σπάσει
κ’ 100 σουρωμένα σονέτα έχω γράψει

Ω Μούσα! ρούσα ξανθομαλλούσα
πανώρια ασκημούλα και πεταχτούλα
Για τα σε!
κ’ οι παρόλες μου, και τα λιλιά μου — κι ούλα!

*

ALLEGRO CON FALSO

Είμαι Βαλκάνιος
Άγριος
Τυραννοανασκολοπιστής
άναντάν παπαντάν
Για αίμα ψοφάω’ και σεξ
(ψοφάω σου λέω
γι’ αυτό ζω)

Εγώ — κόκκορας!
μέσ’ στ’ άγρια χαράματα
ξυπνάω, να τραγουδήσω

Εγώ — κόκκορας!
τη μέρα 2, 3 βολές
το χαρέμι μου κανονίζω

Άμα πίνω πίνω
για να μεθύσω μόνο

Στο λαιμό μου
το ξουράφι του βάνει ό μπαρμπέρης
Χ ρ ρ ρ ά τ ς ! καί μου την ανάβει
Πεθαίνω! όμως πεθαίνω γελώντας

(Σκουλίκια — τα τρώγω!
δε με τρώνε… )

*

Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Α΄
Ησυχία παρακαλώ
Ό μακαρίτης απεχθανότανε το θόρυβο

Όσοι θέτε να λέγεστε φίλοι μου
το μνημούρι ποτίστε ρακί / ή κονιάκ
και καθίστε ‘δώ μαζί μου λιγάκι
να πιούμε και να κλάψουμε παρέα.

Β΄
«Δε χρειάζομαι ταφόπετρα…»
Μπ. Μπρεχτ

ούτε ‘γώ…
αλλά αν χρειάζεστε εσείς για μένα
μου φτάνει έμένανε τούτ’ ή γραφή:

*

«ΕΝΘΑΔΕ ΣΑΠΙΖΕΙ ΕΝ ΕΙΡΗΝΗ Ο ΜΑΕΣΤΡΟΣ»

στο νεκροταφείο
πιο καλά στην άκρη θάφτε με
έτσι όπως έζησα
κι ακόμα
πιο καλά στην άκρη εδώ του δρόμου
σ’ ένα σταυροδρόμι
σ’ ένα τρίστρατο

έξω από ‘να γύφτικο σκυλάδικο
του διεθνούς

(μεθυσμένοι οι γύφτοι όντας βγαίνουν
το μνημείο να ποτίζουν)

τέτοιο μνημούρι, μάλιστα, θα μας τιμούσε όλους.

Λεονάρδος Π. Χατζηανδρέου, Πέντε ποιήματα

ΑΝ Η ΑΓΑΠΗ

Αν η αγάπη
συνώνυμη δεν είναι
με τη συγχώρεση
ο εγωισμός
φορά τα καλά του.

*

ΤΟ ΚΟΣΜΙΚΟ ΑΥΓΟ

Αμυδρό μειδίαμα
στο μισόφωτο
χαράζει γλυκά
το κέλυφος της νύχτας
στο τέλειο σχήμα
του αυγού της ζωής

αχνά τα χρώματα
και η φωνή
νότα χαμηλή
της πρώτης αχτίδας·
αργόσυρτο
ξεμούδιασμα πρωινού.

Ας περιμένουν λίγο
η εγερτήρια σάλπιγγα
και τ’ άλογα
ανυπόμονα στον στάβλο
με τα καινούργια πέταλα
και τη χαίτη χτενισμένη.

Αποζητά τις στιγμές της
η γέννηση
πριν τον αγώνα.

*

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΝΩΕ

Οι ιδέες ριπές
μαστιγώνουν τον νου.
Οι λέξεις χαλάζι.
Πλημμυρίδα
οι νεόφερτες προσδοκίες.

Πνίγεται η σκέψη
στα κύματα των λογισμών
και εσύ
ακόμη αναζητάς
την κιβωτό σου.

*

Η ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΕΡΩΤΩΝ ΣΟΥ

Πολιορκημένος
αμήχανα αντικρίζεις
την πύλη της εξόδου.
Αναποφάσιστος
δίχως επίγνωση
πως οι περιπλανήσεις
μέσα στα τείχη
θα αναλώνουν την ορμή
και των ερώτων οι κορφές
τα οχυρά θα έχουν για σκιά τους.

*

ΤΟ ΑΚΗΡΥΧΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ

Στους μοντέρνους καιρούς
ακόμη και στον πόλεμο
τα πρότυπα αλλάζουν.

Πράξεις ηρωικές
μάταια επιζητούν δικαίωση
εντός πεδίου μάχης φονικού.

Κι αυτή η πολύβουη πόλη
σιωπά
μπροστά στο ακήρυχτο άγνωστο.

*Από τη συλλογή “Το κοσμικό αυγό”, Εκδόσεις Στοχαστής, Φθινόπωρο 2021.

Τάσος Ρούσσος, Τώρα μπορώ να υποθέσω…

Ν’ύχτα γεμάτη ραβδώσεις
τα δέντρα που λάμπουν απ’ τις επιθυμίες
με τις ρίζες αγγίζοντας την αυγή
καθώς την ταξιδεύουν
από τη δροσερή καρδιά των βουνών
τα υπόγεια νερά.
Ό’νειρα πλαγιασμένα στο ένα πλευρό
κι ο αγέρας περπατώντας
στα αιωνόβια χρώματα.
Το βαθύ πράσινο
το βαθύ γαλανό
το βαθύτερο πέλαγο.

Τώρα μπορώ να υποθέσω
πως ξεκίνησες απ’ τη μνήμη
ένα θολό μωβ κάποτε.

*Από τη συλλογή «Ο Ξεναγός και η Νύχτα», Έκδοση Κείμενα, Αθήνα, Νοέμβρης 1981.

Ευριπίδης Δρατσέλος, Η αδικία

Υπάρχει κάτι
που μοιάζει με πηγή,
σαν άλυκο, βαθύ,
σκούρο πολύ, ποτάμι,
που δε το μπορείς
μέσα ΄κει να ξεπλυθείς,
να κάνεις ευχή
και να του ρίξεις κέρμα.
Ή να το προσπεράσεις…”
Λένε πως είναι
σα μια ανοιχτή πληγή,
που τρέχει, νύχτα,
νύχτα πίσσα, κατράμι,
και δε το μπορείς
από αυτή να γιατρευτείς,
με μια ραφή
και μπάλωμα στο δέρμα.
Ή να την ξεγελάσεις…”

Θέλει να φτύσεις αίμα.

*Από τη συλλογή “το 18”, Εκδόσεις Κύμα, 2018.

Έφη Καλογεροπούλου, Καρτ-ποστάλ

Aπό θάλασσα σε θάλασσα
με παρασύρει ο καιρός
να ξέρεις
Mονάχα
για έρωτα ή θάνατο
η επιθυμία αλητεύει

Picture Postcard

From sea to sea
the weather entices me
you should know
Only
for love or death
desire bums around

*Από τη συλλογή “Στην εξορία του βλέμματος”, Εκδόσεις “Κουκκίδα “, 2019.
Μετάφραση: Γιάννης Γκούμας.

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Τραγούδι της βροχής, γαλήνη στον βράχο

«Στην τροχιά του φθινοπώρου,
με την ανάσα του ακίνητου ελέφαντα
Στο ταξίδι της άσπρης φάλαινας
Στην παραφορά της αδιαφορίας των θηρίων της Αρένας
που λαίμαργα εξακολουθούν το Μεγάλο Φαγοπότι,
εκεί,
ο άνεμος τραβά χαμηλά,
όπου ξυπνάει τη θάλασσα
κύματα μικρά ξεκινούνε
απαλά να χαϊδέψουν τον ακοίμητο βράχο
σμιλεμένο στο Χρόνο

Καλπάζει μακριά το άγριο άλογο.
Ατίθασα τινάζει τη χαίτη του.
Εμείς, στα βαθύσκια δάση,
στην ατράνταχτη σιγή,
τη λες και βαθιά ανάσα στην γαλήνη που σφυρίζει
το τραγούδι της βροχής»…

Σεπτέμβριος 2021

*

Μια φορά ακόμα στη λίμνη (ΙΙ)

Στη λίμνη με τις αυταπάτες,
ραμφίζουν oι δρυοκολάπτες
Τα κολιμπρί αδιάκοπα πετούνε,
οι χαμαιλέοντες τα έντομα αρπάζουν,
των θεατών το βλέμμα διασκεδάζουν

Με υπομονή ραμφίζουν οι δρυοκολάπτες.
Στα δέντρα ισορροπούν με μαεστρία.
Με δυνατό κεφάλι ταχύτατα σκαλίζουν,
τη φλούδα της ουσίας

Το πλήθος ξένοιαστο χορεύει,
στις όχθες με τ’ αμίλητο νερό

Κώστας Κοκόσης, Στάση αναμονής

Περίμενε.
Όχι ν΄ ακούσει αναλύσεις κι επιχειρήματα επαϊόντων,
αλλά ν’ αφουγκραστεί
το βουητό που επλησίαζε και απειλούσε.

Πάει καιρός απ’ την απόφαση να αποβάλει την εξάρτηση της Λογικής,
να αψηφά τους μύδρους της δοκησισοφίας τους.
Μόνον η παρατήρηση των άλλων,
των παρακατιανών τον ενδιέφερε σε τούτο το μεϊντάνι.
Όχι πια η απόπειρα για εξήγηση των συμβαινόντων,
μα κείνο το ανεπαίσθητο παιχνίδι των βλεφάρων,
η απορία που καθότανε στην άκρη του ματιού
ή το σαρδόνιο σπάσιμο του χείλους.

Αυτά μονάχα θα κατέγραψε από εδώ και μπρος.
Την καθημερινότητα
ενός συνηθισμένου και χωρίς εξάρσεις βίου.

*Από τη συλλογή «12 Μικρά Ποιήματα απαντοχής σε μικρόψυχους καιρούς», Εκδόσεις ΑΩ, Απρίλιος 2013.

Ξένια Καλαϊτζίδου, Δύο ποιήματα

Αόρατη βία

Οι πόλεις γέμισα αγρίμια.
Η παιδεία στο πνεύμα της εποχής:
Όλοι έμαθαν να ζητιανεύουν,
να σκούζουν
για τα αποφάγια του Άλλου
και αρπάζουν πισώπλατα.
Ψάρια στο απέραντο γαλάζιο της αγάπης,
ψάρια στο πιάτο μου,
όλα λάφυρα στο χαλινάρι του ζητιάνου:
μπουκάλι σπασμένο
η ψυχή του.
Όλα ραγισμένα βαθύ στο χώμα της ερήμου
ποτισμένο
με αλάτι
με φάρμακα
με εφιάλτες το καταμεσήμερο της ζωής.
Ένας ακατάπαυστος
βιασμός
με τα αποφάγια των Άλλων.

Αναθεώρηση της πρωτοπορίας

Πόσο παράξενα ακούγονται
τα βήματα σ’ αυτό το άδειο μέρος:
άσπρο δωμάτιο.
Μαύρο δωμάτιο.
Παιδικά παιδικά βήματα
της ρωσικής πρωτοπορίας
που παίζει κρυφτό με το τέρας.
Μακριά από τα μηχανικά του πόδια
και τα βρωμερά καυσαέρια.
Το τέρας δαγκώνει τη γάγγραινα στα πόδια του
ουρλιάζει και πέφτει.
Κι εμείς ουρλιάζουμε πια.
Αλλά τόσο καιρό
όλα μούδιασαν,
όλα πουλήθηκαν,
όλα βάφτηκαν με νεόπλουτο ροζ,
όλα πνίγηκαν σε νάιλον σακούλες.
Ποιος μας σηκώνει τώρα;!
Σίγουρα
μόνο μια θύελλα απ’ την έρημο
σε κάθε σπίτι,
στο παγκάκι που παίζουν χαρτιά,
στην αλκοολική βιοτεχνία,
στον τεκέ.
Στο κάθε εκεί που μας έφτασαν.

*Aπό την ποιητική συλλογή “Ήρωες άχαρων πόλεων”, Εκδόσεις Ένεκεν, Θεσσαλονίκη 2005.

**Εμείς τα πήραμε από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2021/12/09/2-%cf%80%ce%bf%ce%b9%ce%ae%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%b1-%ce%be%ce%ad%ce%bd%ce%b9%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%bb%ce%b1%cf%8a%cf%84%ce%b6%ce%af%ce%b4%ce%bf%cf%85/