Η ποιήτρια Ελένη Παπαλαμπροπούλου μετέγραψε και επιμελήθηκε την ανθολογία σύγχρονης ελληνικής ποίησης με τίτλο «ποίηση σε Braille» στο σύστημα ανάγνωσης και γραφής τυφλών Braille με σκοπό την ευαισθητοποίηση του ευρύτερου κοινού για την προσβασιμότητα των ανθρώπων με προβλήματα όρασης στη λογοτεχνία.
Το ηλεκτρονικό βιβλίο προσφέρεται δωρεάν για ανάγνωση, πρακτική και εκπαιδευτικούς σκοπούς γενικά.
Θυμήσου Μπάρμπαρα Έβρεχε αδιάκοπα στη Βρέστη κείνη τη μέρα Και συ βάδιζες γελαστή Κατάκοπη, μαγεμένη γεμάτη ιδρώτα Μέσα στη βροχή Θυμήσου Μπάρμπαρα Έβρεχε αδιάκοπα στη Βρέστη. …….. Μη ξεχνάς Κάποιος σε μια ξώπορτα στεκότανε Και φώναξε τ’ όνομά σου Μπάρμπαρα Και συ έτρεξες κοντά του μες στη βροχή Ιδρωμένη, μαγεμένη κατάκοπη Και ρίχτηκες στην αγκαλιά του Θυμήσου το Μπάρμπαρα Και δεν με νοιάζει αν σου μιλάω έτσι Λέω πάντα εσύ, σ’ όλους π’ αγαπώ Έστω κι’ αν τους έχω δει μόνο μια φορά Λέω εσύ σ’ αυτούς π’ αγαπιούνται Κι’ ας μην τους ξέρω Θυμήσου Μπάρμπαρα Μη ξεχνάς Αυτή την ήσυχη κι’ ευτυχισμένη βροχή Στο ευτυχισμένο σου πρόσωπο Στην ευτυχισμένη πολιτεία Αυτή τη βροχή πάνω στη θάλασσα Πάνω στο λιμάνι Πάνω στο πλοίο τ’ Ουεσάν Ω! Μπάρμπαρα Τι αθλιότητα ο πόλεμος Τι νάχεις γίνει τώρα Κάτω απ’ αυτή τη σιδερένια βροχή Τη ματωμένη φωτιά του σίδερου Κι’ εκείνος που θα σε κρατούσε μέσα στα [μπράτσα του] Ερωτικά Σκοτώθηκε ή ακόμα ζη Ω! Μπάρμπαρα Βρέχει αδιάκοπα στη Βρέστη Όπως έβρεχε πρώτα Μα δεν είναι το ίδιο, όλα καταστράφηκαν Είναι μια θλιβερή, φρικιαστική βροχή πένθους Δεν είναι ούτε καταιγίδα Από ματωμένα σίδερα Μόνο σύννεφα Που χάνονται σαν τα σκυλιά Σκυλιά που παρασέρνονται Στο ρεύμα του νερού της Βρέστης Και μακρυά σαπίζουν Μακρυά πολύ μακρυά στη Βρέστη Που δε μένει τίποτα.
Οι μαρτυρίες για το περίεργο ον που ονομάζεται Proctor Salte ξεκινούν πολλά χρόνια πριν. Ωστόσο, οι διάφοροι επιστήμονες που προσπάθησαν να εξηγήσουν την ύπαρξή του (ούτε ο πλέον καθιερωμένος τρόπος, η μελέτη δειγμάτων DNA, απέφερε καρπούς), απογοητεύτηκαν και τα παράτησαν.
Είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να πλησιάσει ανθρώπινος οργανισμός εκεί που ζει ο Proctor Salte. Γι’ αυτό όλοι όσοι τόλμησαν να φτάσουν σχετικά κοντά του – με κατάλληλες μάσκες κι εξοπλισμό – δε μπόρεσαν να μας δώσουν μια σαφή περιγραφή της εικόνας του.
Ανεξακρίβωτες πηγές αναφέρουν μια αόριστη μάζα, κροκάτη και πράσινη, άλλες μια κινούμενη μασέλα με ξεχαρβαλωμένα δόντια που βγάζει παρατεταμένα βογγητά, άλλες μια σκιώδη βουβαμάρα που συσπάται ενώ σέρνεται. Ενδιαφέρον έχει, επίσης, η φήμη πως οι αυτόπτες μάρτυρες δε μπόρεσαν ποτέ να ανασυνθέσουν το γεγονός μετά το σοκ που υπέστησαν. Όλες οι πηγές και οι μαρτυρίες, πάντως, αναφέρουν πως ο Proctor Salte εμφανίζεται μόνο κατά την χώνεψη της Μεγάλης Κοιλιάς.
Αυτές οι μέρες Της ασύδοτης τρυφερότητας Θα ακινητοποιήσουν Τη ζωή σου∙ Θα σταματήσεις για πολύ Καιρό να βλέπεις Τα σύννεφα και τους τυφλούς Που τραγουδούν στο δρόμο∙
Μετά Θα ξαναφύγεις Για τα χιόνια.
*
ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ ΤΟΥ
Το στήθος του Έσπασε Μόλις μιά Πέτρα Τον χτύπησε Ελαφρά.
Κι ώσπου Να καταλάβει Καλά καλά Σκόρπισε Σαν υδράργυρος Γεμίζοντας το δωμάτιο Με οιμωγές.
*
ΚΛΙΝΙΚΗ ΗΣΥΧΙΑ
Αυτές οι μέρες που θα ‘ρθουν Θα ‘ναι ακίνητες Σαν παράλυτες Μέσα σ’ ένα καροτσάκι∙ Θα ‘χουν κέρινα χέρια Μάτια από πλαστικό∙
Μιά καρδιά να χτυπάει Με τονωτικά.
*
ΜΙΑ ΦΟΥΧΤΑ
Έτριβες το δέρμα μου προσεχτικά Όλη τη νύχτα με το δέρμα σου Ώσπου το δωμάτιο φωτίστηκε Πήρε φωτιά η πολυκατοικία Ούρλιαξε από το ξαφνικό κακό∙ Και το πρωί σε πήγαν στους Χωροφύλακες, με μια φούχτα στάχτη Στη φούχτα σου.
*
ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ
Σαν άνεμος βουίζει καθώς τρέχει ο χρόνος Και τα μαλλιά σου κυματίζουν και τυφλώνουν. Κάποια παράσταση θα παίζεται εκεί ψηλά. Με μάσκες και κύμβαλα ουρανομήκη Μιλάνε οι θεοί που παρασταίνουνε σφαγές Σε φωταψίες σκοτεινού φωτός.
Τη μουσική τους δεν μπορείς να την ακούσεις Όμως κάποιες ανταύγειες την ώρα του έρωτα Στο όνειρο Σαν ξεψυχάς Ή όταν φτιάχνεις είδωλα με το χρωστήρα Μπορείς να δεις.
Μια μυρωδιά την ώρα που βραδιάζει Ή άγγιγμα απατηλό στον ώμο Η αλλαγή της θάλασσας καθώς αποτραβιέται Από τα μάτια η σκόνη της ερήμου Του άλλου οι σταλαγματιές μες στο δικό σου δάκρυ. Όλα θυμίζουν το αόρατο μιας θαλπωρής Που κάποτε ξεσπά και μας τυφλώνει.
μεσημέρι τσικνοπέμπτης τα παιδιά διασκεδάζουν στην αυλή ο δάσκαλος διαβάζει την επικαιρότητα «ποια λέξη άραγε να περιγράφει τους αιώνες;» αναρωτιέται έπειτα βγαίνει έξω σκύβει και λίγο λίγο μαζεύει μικρά μαύρα χαρτιά που πέφτουν σαν βροχή απ’ τον ουρανό:
Στην απέναντι νεόδμητη πολυκατοικία ένας Άγγελος μαζεύει τα πιάτα απ’ το τραπέζι του πέμπτου ορόφου Μια σκιά στο υπνοδωμάτιο γυμνάζεται εκτελεί αερόβιες ασκήσεις Πενήντα μοίρες αριστερότερα στην ταράτσα μιας άλλης πολυκατοικίας ένας Ρωμαίος με μαύρη χλαμύδα μαζεύει την μπουγάδα που αιωρείται πάνω από ένα αυτοσχέδιο υπαίθριο σαλόνι που έχει στηθεί, νομίζω, από το Μουντιάλ του ‘14
Θέλω να του φωνάξω. Δεν το κάνω
Επιστρέφω στο ψάξιμο Στα χρόνια που δεν βρισκω
Τότε που έκανα τρύπες στο νερό
*
Η ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΟ ΤΖΑΜΙ ΤΗΣ ΜΠΑΛΚΟΝΟΠΟΡΤΑΣ
Στον δρόμο κόκκινα φώτα και σειρήνες με φλας
Ένας πίνακας ζωγραφικής αντανακλάται στο τζάμι της μπαλκονόπορτας Στην αρχή νομίζεις ότι είναι Edward Hopper Ξέρεις, μικρές φιγούρες με τον κατάλληλο φωτισμό Η πρόσοψη μιας πολυκατοικίας, με μερικώς φωτισμένα παράθυρα
Βγάζεις τα γυαλιά Τα φοράς πάλι Η εικόνα αλλάζει Τώρα ένας πίνακας του Γκόγια Υποφωτισμένος Στα παράθυρα, κεφάλια σκύλων που αγωνίζονται ν’ αναπνεύσουν καθώς τα πνίγει Η μοναξιά: (η ερωμένη του καλλιτέχνη)
Τα φώτα σβήνουν και μένεις να κοιτάς τα σκοτάδια του Ρόθκο
*
Η ΗΜΙΤΕΛΗΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑ
Στον πεζόδρομο της οδού Ερνέστο Εμπράρ στην Αθήνα, τέσσερα γατάκια νεογέννητα διαφημίζουν το κάθε ένα τις ιδιαίτερες ικανότητές του Από τα τέσσερα θα ζήσει το ένα
Εμείς οικογενειακώς συγκινημένοι στον πεζόδρομο της οδού Ερνέστο Εμπράρ στην Αθήνα, επιλέγουμε αυτό που θα ζήσει Ύστερα επιστρέφουμε στο σπίτι συγκλονισμένοι από την κακή μας πράξη
*Από τη συλλογή «Οι ψιθυρισμοί του πένθους πάνω από την πόλη», Εκδόσεις Οδός Πανός, Φεβρουάριος 2022.
Κάθε μέρα τα πρόσωπα στο δρόμο γίνονται πιο λίγα. Ένα ένα εξαφανίζονται. Κάποια χάνονται μέσα στα σπίτια τους, άλλα πίσω από μια μάσκα, μέχρι που λίγα μόνο απομένουν. Πλάι στον δρόμο υπάρχει ένα εγκαταλελειμμένο περίπτερο. Οι παλιές εφημερίδες βρίσκονται ακόμα στα ράφια. Ξαπλωμένος μπροστά απ’ το περίπτερο είναι ο γερο-Δημήτρης, αυτός με το καμένο πρόσωπο. Καθώς σιγοπίνει το κρασί του, φωνάζει στους μασκοφορεμένους ανθρώπους που τρέχουν μακριά ο ένας απ’ τον άλλο: «Δεν είμαι ο μόνος που έχασε το πρόσωπό του, ε;» Γελάει. Οι άνθρωποι απομακρύνονται βιαστικά. Ένας αστυνομικός σταματάει μπροστά του και ρωτάει: «Πού είναι η μάσκα σου;» «Τι;» «Πρέπει να καλύψεις το πρόσωπό σου, όπως όλος ο κόσμος.» «Ποιο πρόσωπο; Στραβός εείσαι; Η μύτη μου κάηκε, τ’ αυτιά μου, τα χείλια μου… Δεν έμειναν και πολλά, δεν βλέπεις;» «Έτσι κι αλλιώς», λέει ο αστυνομικός, «πρέπει να καλύψεις το πρόσωπό σου, όπως όλος ο κόσμος. Έχεις άδεια για την παρουσία σου εδώ;» «Τι;» «Αφού είσαι έξω, πρέπει να δω την άδειά σου.» «Εδώ μένω. Εδώ έξω είναι το σπίτι μου.» «Ακόμα κι έτσι, πρέπει να δω την άδειά σου.» Ο Δημήτρης γελάει. Ο αστυνομικός συνεχίζει σαν ρομπότ: «Χρειάζεσαι άδεια για όλες τις εξωτερικές μικροδουλειές, όπως το να πας στο σουπερμάρκετ ή στο φαρμακείο. Αρκεί να κατεβάσεις από το Ίντερνετ ένα έγγραφο. Έχε υπόψιν πως μόνο ένα άτομο ανά οικογένεια μπορεί να βγει έξω.»
«Οικογένεια;» Ο Δημήτρης πίνει μεγάλες γουλιές κρασί. Οι αναμνήσεις πλημμυρίζουν το μυαλό του. Θυμάται τη στιγμή που αγκάλιασε τη μικρή του κόρη για τελευταία φορά. Τότε αποφάσισε ν’ αφήσει τον εαυτό του πίσω, εκεί στο διάδρομο, ώστε να μη χρειαστεί να την εγκαταλείψει ποτέ. «Φύγε από ’δώ, μέθυσε, προτού καλέσω την αστυνομία!» φώναξε η γυναίκα του. «Ξέρεις ότι έχουμε βγάλει περιοριστικά μέτρα εναντίον σου!» Αγκάλιασε την κόρη του για τελευταία φορά, αφήνοντας τα χέρια του τυλιγμένα γύρω της, έτσι ώστε να μην χρειαστεί να φύγει από το σπίτι με άδεια χέρια. «Οικογένεια μου λες, ε;»
«Λυπάμαι αλλά θα πρέπει να σου βάλω πρόστιμο 150 ευρώ», λέει ο αστυνομικός. «Τι πράγμα; ΕΣΥ μου ζητάς λεφτά ΕΜΕΝΑ;» «Ναι, ναι. Γιατί είσαι εδώ χωρίς άδεια.» «Α, χρειάζεσαι χαρτιά. Χαρτιά, ε; Θα σου δείξω μερικά κωλόχαρτα!» Ο Δημήτρης αρχίζει να σκίζει τις παλιές εφημερίδες από τα ράφια του εγκαταλελειμμένου περιπτέρου. Τις πετάει στον νεαρό μία μία. «Χαρτιά, είπες. Ορίστε τα χαρτιά σου, παλιοκάθαρμα! Είναι αρκετά για σένα; Άδεια για να είμαι έξω, λες. Οικογένεια, ε; Οικογένεια! Οικογένεια είπε το κάθαρμα!» Ο Δημήτρης συνεχίζει να σκίζει τις εφημερίδες από τα ράφια. Ο νεαρός ρίχνει μια γρήγορη ματιά γύρω του προτού το βάλει στα πόδια, καθώς ένας καταιγισμός εφημερίδων εκσφενδονίζεται προς το μέρος του.
Τα περιστέρια σπεύδουν προς τον σωρό των σκισμένων εφημερίδων. «Λυπάμαι αλλά δεν υπάρχει τίποτα φαγώσιμο σ’ αυτά τα σκουπίδια, φιλαράκια», λέει ο Δημήτρης. «Αλλά ευτυχώς αυτό το κάθαρμα έφυγε –κάτι είναι κι αυτό, ε;»
A license to exist
Each day the faces on the street become fewer. One by one they vanish. Some disappear into their houses, others behind a mask, until only a few remain. The doves are still waiting by the glass door outside their friend’s bakery. Every day they return, not knowing that no one will open the door for the next few months. As the days pass the doves become fewer. There is no food on the ground anymore. The bird corpses lie scattered in the streets. By the street there is an abandoned newspaper kiosk. The old papers still sit on the shelves. Lying in front of the kiosk is old Dimitri, the one with the burnt face. As he sips his vodka, he yells at the masked people who seem to be running away from each other. “So, I am not the only one who lost my face, eh?” Dimitri laughs. The people hurry away from him. A young policeman stops in front of him asking: “Where is your mask?” “What?” “You have to cover your face like everyone else.” “What face? Are you blind? My nose burned off, my ears, my lips…There isn’t much left is there?” “Nevertheless,” says the police, “you still have to cover your face like everyone else. Do you have a license to be here?” “What?” “I need to see your permission for being outside.” “I live here. The outside is my home.” “Even so, I still need to see your license.” Dimitri laughs. The policeman carries on robotically: “You need a license for all minor errands such as trips to the grocery store or to the pharmacy. It’s enough to download a document. Keep in mind that only one per family can go outside per day.” “Family?” As Dimitri takes big sips of vodka, memories flood his mind. As he is leaving his house for the last time, his tiny daughter runs towards the front door, grabbing his leg. “Daddy, please don’t leave, please.” He looks into the mirror, and decides to leave himself behind, right there in the hall, so that he never has to abandon his child. He smiles at the man in the mirror, thinking that he will be a much better father. He will always be young, always be healthy, always be there for her. His face will always remain the same. “No, my love, I will never leave you.” “Get out of here, you drunkard, before I call the police!” his wife yells from inside the living room. “You know that we have a restraining order on you!” He goes down on his knees and hugs the girl one last time, leaving his hands wrapped around her so that he wouldn’t have to leave the house empty-handed. “Family you say, eh?” “Well, I am sorry, but I am going to have to fine you 150 euros,” the policeman says. “What? Are YOU asking ME for money?” “Yes. Because you are here without a license.” “Oh, you need papers. Papers, eh? I’ll show you some bloody papers!” Dimitri begins to tear down the old papers from the shelves of the abandoned kiosk. One by one he throws them at the policeman. “Papers, you say. Here are your papers you bloody bastard! Are these good enough for you? License to be outside, you say. Family, eh? Family! Family he said, the bastard!” Dimitri continues to tear the papers from the shelves. The policeman takes quick look around him before running away from the flood of papers hurled his way. The doves hurry towards the pile of torn newspapers. “I am sorry but there is no food in this garbage, my friends,” Dimitri says. “But it’s a good thing that bastard is gone, right?”
Πετσέτες, μπλουζάκια, σορτς μαζεύτηκαν πάλι ποτισμένα αρμύρα. Δεν προλαβαίνεις τη μια στοίβα κι έρχεται νέα, επίμονη να σου ζητά φρεσκάρισμα επειγόντως. Σαν να μην άδειασε στιγμή η λεκάνη με τα άπλυτα. Σαν μαγεμένα ν’ απαντήθηκαν μέλλον, παρόν και παρελθόν μπροστά σ’ ένα πλυντήριο
στου χρόνου την προβαρισμένη περιδίνηση
*
ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΣΥΝΟΔΗΓΟΥ
Απολαμβάνει τα τοπία κι άλλοτε στου σκίαστρου τον καθρέφτη το ρουζ απλώνει ή χρωματίζει βλέφαρα και χείλη.
Συνοδηγός. Ο απόλυτος ευφημισμός πλάι στη Συμπρωτεύουσα
*
ΜΥΔΙ
Μαύρο σκληρό περίβλημα μου κρύβεις την τρυφερή μου λιχουδιά. Αξιόπιστη η ασπίδα σου μα η ουσία σου στο Βάθος. Όχι σαν εμένα που ‘χω έξω την τρυφερή μου σάρκα και στο βάθος μόνο κόκκαλα. Σκέτη Επιφάνεια είμαι ανούσια και πληκτική. Αν κι ίσως κάποτε Αποκαλύψεως.