Θεοδώρα Βαγιώτη, Ποιήματα

– I –

Στέκουν τα στήθη

μόνα τους στον αέρα

τα ψηλαφεί το οξυγόνο

που σώθηκε για σένα

μα και για μένα είναι αβέβαιο

πόσο θα κρατήσει,

και μάταιο,

μάταιο να το φυλώ

στο σεντούκι με τα προικιά μου

– II –

[Το ταξίδι]

Με τα πόδια της απλωμένα στο τραπέζι της γιαγιάς

πάνω στο φλοράλ τραπεζομάντιλο

και το χαρακωμένο νάιλον της λαϊκής

βουτάει το παγωτό ξυλάκι

μέσα στο πλαστικό μπολ

και το λιώνει τυρβάζοντας αθώες σκέψεις

πώς να ταΐσει μια μπάλα από αλουμινόχαρτο

που ονόμασε ηλιόσφαιρα·

στο άλλο δωμάτιο η τηλεόραση παίζει δυνατά

μια Κατερίνα Αποστόλου

με ακλόνητα ξανθά μαλλιά

που ετοιμάζει ένα μεγάλο ταξίδι

Εμπρός, φάε να δυναμώσεις, μη σε ταλανίζει

πια η ηλιόπαυση και το νέφος του Όορτ

θα το χωνέψεις του κόσμου το σύνορο

με λίγο παγωτό φιστίκι

/ Στα μισά της ζωής του παντός

σε ένα τρένο που διασχίζει την Τοσκάνη

μοιράζουν φυλλάδια διαφημιστικά

διαγαλαξιακά ταξίδια για τους τολμηρούς

και καθώς η ηλιόσφαιρα κατευθύνεται στον Βέγα

η ταχεία σταματάει μπροστά στα ηλιοτρόπια

απεργία! φωνάζουν οι Ιταλοί

και την ξυπνούν οι φωνές

μα καθώς σηκώνει το κεφάλι της από το μισάνοιχτο παράθυρο μαθεύτηκε·

κάποιος που δεν άντεξε

τη συμπαντική του μοναξιά

έπεσε νεκρός μπροστά στον σιδηρόδρομο

/ Δύο ώρες μετά γέρασε·

τα χέρια της περνούσαν

από τα άσπρα μαλλιά και

τα μάτια της κλείσαν να σκεφτούν

Ετοιμάζω μεγάλο ταξίδι. Με τις ίδιες κινήσεις

που κάνει κανείς όταν μένει*

Λίγο πριν φύγει ζήτησε ένα παγωτό φιστίκι

κανείς δεν ήξερε γιατί

έπειτα προσδέθηκε

χωρίς αποσκευές

για ένα ταξίδι, το μοναδικό

που σε πηγαίνει

σε όλες τις ηλιόσφαιρες

σε όλα τα νέφη του Όορτ

– Ill –

[Λουμίνια]

Οι νεκροί δεν έρχονται τις νύχτες

δε στοιχειώνουν το σπίτι δε μιλούν

ούτε ψιθυρίζουν στιχάκια

στ’ αυτιά των ζωντανών

δε γίνονται σκιές

μήτε σκοντάφτουν πάνω στις κορνίζες και στα φωτιστικά

δε λικνίζονται σε κουνιστές καρέκλες

ούτε κοιμούνται στα παλιά τους κρεβάτια

Οι νεκροί δεν έρχονται τις νύχτες

για να ζωντανέψουν τα εικονίσματα

και να ταράξουν τις φλόγες

των καντηλιών

που εύχονται επίμονα την ανάπαυσή τους

δε ζηλεύουν, δε γελούν, δε λυπούνται, δεν ερωτεύονται δεν πιστεύουν

Μόνο που

αυτά και άλλα τόσα

που κάποτε τα γεύονταν

σαν ώριμες ρώγες σταφυλιών

μπροστά σε καλοκαιρινό δειλινό

μέσα στο στομάχι μου απλώθηκαν

σαν πλέγμα που με γράπωσε

και τώρα δε μ’ αφήνει

για να ανασαίνουν τη μνήμη τους

και να μη με αφήνουν να ησυχάσω

όταν φτιάχνω καλύβες και ανθρωπάκια

με τα λουμίνια και τις καντηλήθρες

– IV –

Μια ιδιότητα είναι κάτι

ένα κάποιο κατηγόρημα,

κατηγόρημα επαχθές

προσεχές γένος κατά τη συνήθεια

—0 Πέτρος είναι νεκρός—

Δε στέκει

– V –

Η νεκρότητα είναι ο βαθμός

επιστέγασης υλικού

κάτω από πρόσφορο και στάρι

Τα κουφέτα πονάνε·

όσους χορεύουν και όσους τρυγάνε

το καστανόχωμα

κάτω απ’ τη γαριφαλιά

* Από το ποίημα της Κικής Δημουλά «Παν-κλάμα», Το τελευταίο σώμα μου. Στιγμή, 1989.

**Από τη συλλογή «Μαρμαρογλυφείο [Shine], Εκδόσεις στίξις, Ιανουάριος 2022.

Ειρηναίος Μαράκης, Ο πόλεμος

[…] It’s been a long
A long time coming
But I know a change gonna come
Oh, yes it will

~ Sam Cooke, A Change Is Gonna Come (1964)

Ο πόλεμος
δεν είναι ένα τέρας
που βγαίνει απ’ τη ντουλάπα.
Δεν έχει κάποιο σατανικό χαμόγελο
δεν έχει νύχια γαμψά.
Δεν ουρλιάζει τις νύχτες
δεν τρομάζει
τα ερωτευμένα ζευγάρια
τα παιδιά που κοιμούνται.

Ο πόλεμος
ταξίδι θα σε πάει
στο Βατερλώ
στη μάχη του Σεντάν
στη γραμμή Μαζινό
στο Στάλινγκραντ
στο Ελ Αλαμέιν
στην Κορέα
στην Καμπότζη
στην Παλαιστίνη
στο Ιράκ
στο Βελιγράδι
στο Κονγκό
στην Καμπούλ
στη Συρία
στη Λιβύη
στην Υεμένη
στη Μιανμάρ
στο Κίεβο.

Ο πόλεμος
έχει το γερασμένο χαμόγελο
του θείου Σαμ,
ένα ξεσκισμένο ευρωπαϊκό φράκο φοράει
κι ένα παλιό αμπέχονο
του Κόκκινου Στρατού.
Σε θέλει φρέσκο κρέας για τα κανόνια του
έτοιμο στόχο για τις “έξυπνες” βόμβες.
Τα παιδιά σου στέλνει
σε ξένες χώρες, θάλασσες κι ερήμους
να πολεμήσουν
και να επιστρέψουν
μέσα σ’ ένα φέρετρο
σκεπασμένα με την αστερόεσσα,
πολλές φορές και με τη γαλανόλευκη.
Με όμορφα λόγια ντύνει τα εγκλήματα του,
με κούφιες κι επικίνδυνες ρητορείες
υπέρ του έθνους
υπέρ του δυτικού τρόπου ζωής
υπέρ της δημοκρατίας
υπέρ της ειρήνης.

Ο πόλεμος
δεν καταργείται μ’ ένα ποίημα,
σε αυτό θα συμφωνούσαν
ο Bertolt Brecht,
ο Pete Seeger
και οι Dead Kennedys.
Ο πόλεμος
μόνο με πόλεμο πεθαίνει
ενάντια στον εχθρό
μέσα στην ίδια σου
τη χώρα.

Paul Eluard, Prière des veuves et des mères / Προσευχή από χήρες και μάνες

Nous avions accordé nos mains
Et nos yeux riaient sans raison

Par les armes et par le sang
délivrez-nous du fascisme

Nous bercions toute la lumière
Et nos seins se gonflaient de lait

Laissez-nous tenir un fusil
Pour tirer sur les fascistes

Nous étions la source et le fleuve
Nous rêvions d’être l’océan

Donnez-nous juste le moyen
de ne pas gracier les fascistes

Ils sont moins nombreux que nos morts
nos morts n’avaient tué personne

Nous nous aimions sans y penser
Sans rien comprendre que la vie

laissez-nous tenir un fusil
Et nous mourrons contre la mort.

Προσευχή από χήρες και μάνες

Είχαμε δώσει τα χέρια μας
Και τα μάτια μας γελούσαν χωρίς λόγο

Με όπλα και με αίμα
σώσε μας από τον φασισμό

Λικνίζαμε όλο το φως
Και το στήθος μας φούσκωσε από το γάλα

Άφησέ μας να κρατήσουμε ένα όπλο
Να πυροβολήσουμε τους φασίστες

Ήμασταν η πηγή και το ποτάμι
Ονειρευόμασταν να γίνουμε ο ωκεανός

Δώσε μας ακριβώς το μέσο
να μην δείξουμε έλεος στους φασίστες

Είναι λιγότεροι από τους νεκρούς μας
οι νεκροί μας δεν σκότωσαν κανέναν

Αγαπηθήκαμε χωρίς να το σκεφτόμαστε
Χωρίς να καταλαβαίνουμε τίποτα άλλο παρά τη ζωή

άφησέ μας να κρατήσουμε ένα όπλο
Και θα πεθάνουμε ενάντια στο θάνατο.

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Β.

Μια συνομιλία

Το αμάξι

Δώσε μου λίγο κρεβάτι Ουρανέ
πήρε φωτιά το σπίτι μου
κυλάει κυλάει τρίζοντας
σαν πληγωμένο αμάξι

*Μίλτος Σαχτούρης “Το σκεύος”, 1971

Της μοίρας το αμαξάκι

Κουτσό της μοίρας αμαξάκι
που μας πηγαίνεις
κυλώντας, πέφτοντας, τρίζοντας
φρικτά καρούλια στα χέρια των θεών

*Γιώργος Κοζίας, “Εξάγγελος”, 2021

Κωστής Τριανταφύλλου, Φιδονήσι

βαρύ το νερό
άγκυρα στον τόπο σου
μέσα στη μαύρη θάλασσα
φωτιά στα χέρια σου παλμός
αέρας που συνδράμει την μουσική
βροχή που σε πνίγει στα κλάματα
στις ρίζες που ψάχνουν να ζήσουν απόφαση που σφραγίζει πηλός
αφού μας ζώσανε τα φίδια
όλα πάνω στο νησί
όλα για το νησί
όλα για όλα
όλα για σένα

25.02.2.2022

Χρίστος Κασσιανής, Δεν θέλω την απουσία σου

Δεν θέλω την απουσία σου,
νύχτες και μέρες σφηνωμένες στο παράθυρο.
Το βλέμμα σου και το χαμόγελό σου, μόνο,
κάθε φορά πριν στρίψεις στη γωνία του δρόμου
απόμακρη και σκεφτική

Γεννημένο αστέρι που λαχταρά ζωή
σ’ ένα δωμάτιο από ρωγμές
τα βάθη σου λυγμός
σαν περιμένεις στην όχθη σου να φτάσει
βαθύς για σένα στεναγμός.

Σαν δάσος ανοιξιάτικο χαμογελά,
τα σμαραγδένια μάτια της φωτίζουν.
Έχει μια δίψα, έχει φωτιά,
αμυγδαλιά στο στόμα της ανθίζει,
τα μάτια της,
τον πηγαιμό μου ξεστρατίζουν
τα μάτια της γεμάτα, όλο φωτιά,
την ερημιά της νύχτας κατακλύζουν

Δεν θέλω την απουσία σου.
Το μαγνητικό σου χαμόγελο
δεν αφήνει καμιά άλλη φωνή ν’ ακουστεί,
άλυτο αίνιγμα το βλέμμα σου όπως σιωπάς
σαγήνη ολόφωτη στου ουρανού τ ’αστέρια
κι αν στρίψεις στου δρόμου τη γωνιά
τον πηγαιμό μου μαζί σου πάρε μακριά.

Αντρέας Παγουλάτος (1948-2010), Ανα(σ)τρέψιμη τροπή


φωνές
χιλιάδες φωνές:
γαμώ το κέρατο σας
δοσίλογοι σπιούνοι τζάκια εξουσίας
τοπία ολέθρου κι οι βόμβες να πουλιούνται
για να πέφτουν να φέρνουν ίδιο σ’ όλους θάνατο
κι αυτοί που δεν λογίζονται ν’ αντισταθούν κι οι άλλοι
με το δισάκι και
οι άρρωστες ψυχές
κάτω από
το μαστίγιο
αλυχτούν
σαν τα σκυλιά
δαγκώνουν
τις σάρκες τους
στο διάβολο αδικητές
διψάτε για αίμα βρυκόλακες
εμποδίζετε μ’ όλα τα μέσα το πέρασμα
μια διάφανη ώρα όταν ο χρόνος ξαπλώνεται
στον ξάστερο ουρανό και μ’ ένα άλμα του
λαμπρύνει
την αυγή

Έλσα Κορνέτη, Δον Κιχώτης

Πίνακας: Anne Siems

Το αποφάσισε
Από σήμερα θα γίνει
Ένας γυάλινος παράφορος ιππότης
Από σήμερα θα γίνει ένας αλλοπαρμένος φούρναρης ιππότης

Κάθε χάραμα θα ζυμώνει τον κόσμο που επιθυμεί με άνθη λωτού κι Έπειτα θα
γεμίζει τον ουρανό με αφράτα πολύχρωμα μπαλόνια – καρβέλια για να ταΐζει
πλάνητες αγαθούς κι ονειροπόλους

Το αποφάσισε
Από σήμερα θα γίνει οπαδός της ανάποδης σκέψης
Άλλωστε για τον περιπλανώμενο στην έρημο της τρέλας
Η μόνη ελπίδα είναι το παράλογο
Κι αυτός προχωρά μόνος
Ντυμένος στα λευκά γιατί
Η έρημός του είναι απ’ αλεύρι
Τα μπαλόνια τα τρυπούν μνησίκακα πτηνά
Και τα καρβέλια πέφτουν επάνω του σαν μετεωρίτες
Τα όνειρα του αλέθονται στη μυλόπετρα της αλήθειας
Περνούν μέσα από τρύπια ανεμόμυλων φτερά κι έπειτα
Πασπαλίζουν τα σύννεφα με την αδιαφορία του αέρα

Κι η Δουλτσινέα;

H Δουλτσινέα του ήταν ένας άγγελος-τραβεστί που τον ξεμυάλισε Φορώντας μια ξανθιά περούκα και το μακρύ δαντελένιο νυφικό της απάτης

Το αποφάσισε
Σήμερα θα σπάσει την ελαφρότητα
Σε χίλια κομμάτια
Για ν’ απογειωθεί
Χωρίς πανοπλία

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://ifigeneiasiafaka.com/page/2/

Μαργαρίτα Μηλιώνη, δεν ήταν

αν δεν ήταν τόσο δειλή θα του έλεγε
να βρεθούν το συντομότερο δυνατό
θα του έλεγε ότι θέλει να καταδύσει στα μάτια του
θα του έλεγε ότι το χαμόγελό του
η πιο ζεστή θάλασσα για το χειμώνα που έρχεται
χωρίς ούτε ένα πνιγμένο στο βυθό της
θα του έλεγε ότι δεν φταίει εκείνη
που είναι τόσο όμορφος
και τόσο νέος
(όσο έγινε ο κόσμος την στιγμή που της χαμογέλασε)

θα του έλεγε ότι η ομορφιά της ανήκει
όπως εκείνη στην ποίηση
θα τον φώναζε στρείδι
θα τον φώναζε μαργαριτάρι
θα τον φώναζε ενδυμίωνα
θα τον φώναζε χάδι
βελούδο
άμμο
που τρέχει μέσα από τα δάχτυλα όπως στο τραγούδι του κοέν
θα τον φώναζε
εσύ
καθρέφτη
μελωδία
μότσαρτ
θα τον φώναζε μότσαρτ
θα τον άκουγε αδιάλλειπτα
όλη μέρα κι όλη νύχτα

αν δεν ήταν τόσο δειλή θα του έγραφε ένα τραγούδι
θα του έδιωχνε κάθε βιασύνη και θα τον χάριζε στην αιωνιότητα

θα τον βύθιζε στην αθανασία
ευθύς αμέσως

και δεν ήταν

*Πηγή: https://margmil.wordpress.com

Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Δύο ποιήματα

Artwork: Dora Maar

ΑΝΩΦΕΛΗΣ ΔΙΗΓΗΣΗ

Έλα πιό κοντά μου λεκτικά
χωρίς να κοπείς στο ξύρισμα
κοίτα τις κατακόμβες κάτω από τα μαξιλάρια
κοίτα τα σημάδια από καρφιά στα άκρα μου
κάποτε με σταύρωσαν και με ξέχασαν εκεί
μα το συνήθισα καλά είναι κι έτσι
βλέπω τον κόσμο με άλλο μάτι
το βλέμμα μου πότε χάνεται
και πότε επανέρχεται θεϊκός
τα σημάδια δείχνουν πια τα όριά μου
από το εσωτερικό της αριστερής παλάμης ξεκινώ
την πορεία μου και εκτείνομαι μέχρι τις διηγήσεις των
παραμυθιών μου.
οι λέξεις αποφεύγουν να πουν την ιστορία μου
και οι άνεμοι αποφεύγουν να φυσήξουν το κουφάρι μου
παρά κάτω, οι μικρές μου λυπημένες διηγήσεις είναι σαν
υποσχέσεις γάμου στη νύχτα. Που πάντα αθετώ.

*

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΜΑΡΑΜΕΝΟ ΠΡΟΣΩΠΟ

Τη γυναίκα με το μαραμένο τώρα πρόσωπο
τη συναντώ χρόνια στο δρόμο για τη δουλειά
παλιότερα έσερνε από το χέρι δυο μικρά παιδιά
που εν τω μεταξύ μεγάλωσαν
και τής τα πήρε η ζωή μεσ’ απ’ τα χέρια
τώρα σέρνει τα βήματά της
και μπαίνει στα όνειρά μου
ανοίγοντας τις πόρτες διάπλατα
με αυτό το λυπημένο βλέμμα
και εκεί τής γνωρίζω την πρώτη μου αγάπη
που τυχαία ονειρεύτηκα
και φεύγουν μαζί
κρεμώντας ένα αχ στην πραγματικότητα
πορεύονται αμίλητοι την αυγή

*Από τη συλλογή “Διάδοχος χρόνος”, Εκδόσεις Οδός Πανός, 2021.