Ο Μπιλ που ήταν σκλάβος και στο Ναντάκετ έζησε να κλέψει αρκουδοτόμαρα κι ένα μουσκέτο τόλμησε. Του φώναξαν Σταμάτα εκεί που βρίσκεσαι ψηλά τα χέρια ακίνητος να στέκεσαι. Μα εκείνος άρχισε να τρέχει σε ζιγκ ζαγκ και είπε Δε γαμιέται.
*
ΜΟΛΟΤΟΦ ΕΚΤΟΞΕΥΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΡΓΗ ΚΙΝΗΣΗ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ
Όταν εσείς δημοσίως μας σκοτώνετε, ποιος θα μιλήσει για εμάς, αν όχι αυτά τα ιπτάμενα μπουκάλια;
*
ΠΡΟΣΟΧΗ
Όταν η αστυνομία σού βάζει το γόνατο πάνω στο λαρύγγι, μπορεί να μη ζήσεις για να πεις ότι πνίγεσαι.
*Από το βιβλίο “Ένας φορητός παράδεισος”, εκδ. Κείμενα. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.
Ένα ποίημα για τη νύχτα Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι «26», Ανατομία Παίζουμε ένα ποίημα;
Συγγραφείς, αναγνώστες και κριτικοί μπορούν να παίξουν, μαζί ή μόνοι, ένα ποίημα με διαφορετικούς τρόπους, σαν παιχνίδι, όργανο, θέατρο, στοίχημα, παρτιτούρα. Η τακτική αυτή στήλη παίζει κάθε φορά ένα πρόσφατο ελληνόγλωσσο ποίημα, για να θέσει ένα γενικό ποιητικό, αισθητικό ή άλλο παρεμφερές θέμα.
(3) Ο σύντροφος ποιητής
Ζ. Δ. Αϊναλής: «Ένα ποίημα για τη νύχτα» (2018)
Τραβάω, Κύριε, τη γραμμή πίσω στις σκοτεινές καταβολές της Παπαντωνόπουλος, Μπλάνας, Ασλάνογλου σαράντα χρόνια απόγνωση ανηφορίζω τον Σινόπουλο ως το τέρμα. Τις νύχτες δέομαι με Λεοντάρη μετρώ στα δάχτυλα το κόστος της σιωπής και τρέμω ανοίγω τον Αναγνωστάκη και διαβάζω με τη φωνή του Τσιάκου έρπω ως τον Στίγκα καταφάσκοντας στις αντιφάσεις του Καρούζου με πιάνει ο Μίλτος με φωνές και με ξεπουπουλιάζει. Σαν το κερί, καπνίζει ο Λειβαδίτης στη γωνιά απ’ τα φτερά του κρεμασμένος και με την μπάσα του φωνή τρέμει ο Κυριάκος στο Δραμάιλο εκστατικός κι εσταυρωμένος. Εχ, φίλε μου εσύ, παλιέ, Σαμσών ειδωλολάτρη, δώσε φωνή στα κόκαλα, βάλε φωτιά στο αίμα! – Χρήστο Μαρτίνη, πες, τι πάει μαζί μου λάθος; Γιατί έχω πάντα στο προσκεφάλι μου τον Τραϊανό και τον Αρμάο στο μυαλό μου; Αν ξαναδείς τον Ελίοφορ Φέστους πες του πως με συνάντησες μία βραδιά στην Καλογρέζα μ’ ένα Καλάσνικοφ στη γλώσσα μου και με κομμένα χέρια. […] Θεέ της Ποίησης, Εσύ που ακούς τις προσευχές, έρχομαι νύχτα Πρέβεζα για να Σε συναντήσω.
Στη μπαλάντα αυτή ο ομιλητής, συγκεκριμένα, ο συγγραφέας Ζήσης Αϊναλής, απευθύνεται στο Θεό της ποίησης καθώς πηγαίνει να τον συναντήσει στην Πρέβεζα, ιχνηλατώντας τις καταβολές του ελληνικού στίχου στον Καρυωτάκη. Η ιχνηλασία ξεκινά από τη δική του γενιά, την ποιητική γενιά του 2000, και πάει πίσω στις γενιές του ’80 (Μπλάνας), του ‘60 (Λεοντάρης) και του ’50 (Αναγνωστάκης). Η ιχνηλασία ταλαντεύεται ανάμεσα σε αντιθέσεις τις οποίες αρνείται να συμφιλιώσει ή να υπερβεί, όπως σιωπή-φωνή, πράξη-λόγος, παρόν-παρελθόν, κατάφαση-αντίφαση και ποίημα-αίμα. Η βασική όμως αντίθεση είναι ανάμεσα στο έκπτωτο σήμερα της ποίησης και σε μια ανεπανάληπτη ιστορική στιγμή της, όταν σώμα και πράξη ταυτίζονταν με τον ποιητικό λόγο, πράγμα που τώρα μοιάζει ανέφικτο. Όπως αναρωτιέται το ποίημα που ακολουθεί ετούτο (και κλείνει τη συλλογή στην οποία θα ενταχθούν και τα δύο) με τι αίμα θα γραφεί το μέλλον; Ο ομιλητής απευθύνεται επώνυμα σε οκτώ συνομηλίκους και συντρόφους του ποιητές, γεννημένους μεταξύ 1977-85, ζητώντας να μάθει.
Το αισθητικό ζήτημα που θέτει το ποίημα είναι οικείο. Σε περιόδους φιλοσοφικής και άλλης αβεβαιότητας, ορισμένοι ποιητές αναφέρονται σε μια φαντασιακή, Αδαμική ιστορική στιγμή, πρόσφατη ή παλαιότερη, όταν τα διλήμματα για το ρόλο της τέχνης δεν υπήρχαν επειδή η λειτουργία της ήταν πλήρως ενσωματωμένη στον κοινωνικό βίο. Όμως το κυρίως ζήτημα του ποιήματος, το οποίο τονίζεται από τη σωρεία ονομάτων ποιητών, είναι κοινωνικό, και μελαγχολικά καταφατικό, και αφορά τη λειτουργία του. Όσο ανενεργός και αν είναι ο σημερινός ρόλος της ποίησης, η συντεχνία των ποιητών διαρκεί, πρέπει να διαρκέσει, και να συνομιλεί με προγενέστερες συντεχνίες, αφού η ποίηση δεν είναι ατομική υπόθεση. Μπορεί όμως σήμερα να διαρκέσει; Αυτό είναι το εναγώνιο ερώτημα του ποιήματος. Μιλώντας για συντεχνία δεν εννοώ βεβαίως σινάφι ή συνδικάτο αλλά εκείνη την έννοια της ποιητικής παράδοσης που είχε κατά νου ο Γιάννης Δάλλας τιτλοφορώντας τα δοκίμιά του Υπερβατική συντεχνία (1958), δηλαδή μια τοπική και διαχρονική ομάδα μαστόρων και τεχνιτών με κοινές αρχές για την πρακτική τους.
Παρόμοιες ποιητικές συντεχνίες επικαλούνται, επίσης ονομαστικά, ο Μιχάλης Κατσαρός, ποιητής της γενιάς του ’50, στη θρυλική «Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι» και ο Γιάννης Δάλλας, ποιητής της γενιάς του ’60, στο 26ο κομμάτι της Ανατομίας. Όπως και στο ποίημα του Αϊναλή, οι καιροί είναι δεινοί. Οι σύντροφοι του πρώτου «κλειστήκανε στο σπήλαιό τους» και του δεύτερου «ένας ένας ημερέψαμε» στο κλουβί τους. Κι αυτών τα όπλα έχουν σωπάσει. Σε αυτή τους τη μοναξιά θυμούνται άραγε τα λόγια και τα έργα που κάποτε μοιράζονταν; Κι όμως, μέσα στην «απόγνωση» (Αϊναλής), παραμένει αναγκαία και επείγουσα η σχέση τους με συγκαιρινούς ποιητές και πιο παλιά με τον Καρυωτάκη (Αϊναλής), κι ακόμα πιο παλιά με τις μπαλάντες του Βιγιόν (Κατσαρός), που τον έκανε όπερα ο Πάουντ (όπως και τον Καβαλκάντι και τις μπαλάντες του), και με όλους τους «άδοξους ποιητές των αιώνων» (Καρυωτάκης) που κάτι πάει μαζί τους «λάθος» (Αϊναλής). Είναι χαρακτηριστικό πως τρεις ποιητές της «γενιάς της ήττας», οι Αναγνωστάκης, Σαχτούρης και Σινόπουλος, αναφέρονται και στα τρία ποιήματα.
Μιχάλης Κατσαρός: «Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι» (1958)
Οι ποιητές κλειστήκανε στο σπήλαιό τους δε βγαίνουν φοβούνται δεν παραδίδουν τίποτα – Με ποιόν με ποιόν να μιλήσω; […] Ο Σαχτούρης μαζεύει με ένα φακό τις λέξεις του ταχτοποιεί σε δέντρα τα συμβάντα χτυπάει μετά τη χορδή του ξαφνιάζεται σαν το μικρό παιδί – Με ποιόν λοιπόν να μιλήσω; Χάθηκε ο Αναγνωστάκης στο Βορρά ούτε ένα θρήνο νέο λες και να πέθανε τώρα αλήθεια ούτε ένα Χάρη δεν κλαίει ούτε τον ήλιο.
Με ποιόν λοιπόν να μιλήσω; Σκοτεινός περιφέρεται ο Σινόπουλος με τους νεκρούς νεκρός δειπνεί τρέχει μοναχός σε υπόγεια με πυρσούς φανούς και σπίρτα. […] Με ποιόν με ποιόν να μιλήσω; Και σεις ποιητές όλοι εσείς μονάχοι τι γίνατε; Ποιός άνεμος σας έδιωξε σας πήρε; Τώρα που σας καλώ όλους εδώ – θυμάστε αλήθεια θυμάστε τα καφενεία τα πεζοδρόμια τα μυδράλια τα δωμάτια με τα χρυσά πουλιά θυμάστε κείνο το βράδυ που μιλούσαμε θυμάστε; Ο ποιητής ο Λίκος ήταν άγνωστος και παραμένει.
Γιάννης Δάλλας: «26», Ανατομία (1971)
Επειδή η νεότητα μας ήταν κάποτε ευαγγελισμός της ζούγκλας Και τώρα το αύριο πάντα το αύριο είναι το κλουβί μας μ’ ανοιχτές τις πόρτες Επειδή είμαι ο Γιάννης ο τυφλός οιωνοσκόπος και μου δείχνει ένα παιδί πως στρίβει το κλειδί Βγαίνει ο Μιχάλης που τζακίστη πρώτος νεύοντας αντισταθείτε με φτερά άλμπατρος Η Ελένη η Νίκη πόσες νίκες σαν αυγά αντιλόπης κι αποκάτω ο Μαξ ονείρων φαροφύλακας Επειδή ’σαι εσύ ο Μανόλης σ’ εποχή λιμού κι έμεινε ο Μίλτος ματωμένος και κυνηγός Επειδή ’ναι ο Άρης σε διπλά πριονιστήρια επειδή το δάσος δεν απανθρακώθηκε επειδή… Πετάγομαι μεσ’ απ’ την πάχνη του ύπνου και φωνάζω στο παιδί «Φυλάξου Κωνσταντίνε μου Εσύ ’σαι κληρονόμος των κλουβιών μη μας κοιτάς με φρίκη τώρα που ένας ένας ημερέψαμε Να πάρε το ραβδί και φύτεψε το μες στην άνυδρη αγορά μπορεί και να πετάξει ένα κλαδί Μπορεί πριν να σφυρίξει η σφαίρα ν’ ακουστεί μια τελευταία φωνή που δεν εξαγοράζεται». Μπορεί –
Όπως σχολιάζει ο Δάλλας σε σχετική σημείωση για το «26»: «Το ποίημα, χωρίς να απομυθοποιεί, προσπαθεί να περιγράψει την περιπέτεια μιας καταδικασμένης γενιάς». Κι η τελευταία φράση του «29» συνοψίζει τη μπαλάντα του Κατσαρού: «Γλώσσα συντροφική πού κομματιάστηκες;» Μήπως η ποιητική γενιά του Αϊναλή και των φίλων του είναι κι αυτή καταδικασμένη να δει τη συντροφική της γλώσσα κομματιασμένη;
Οι έννοιες της ποιητικής συντροφικότητας και συντεχνίας δεν ενδιαφέρουν όλους τους ποιητές. Κάθε άλλο μάλιστα. Π.χ. οι έννοιες αυτές δεν υπάρχουν στα μεγαλεπήβολα έργα των εθνικών ποιητών οι οποίοι μόνοι, ως βάρδοι, υμνούν και προφητεύουν το συλλογικό πεπρωμένο. Παρατηρούμε πως ο Τάκης Σινόπουλος, τον οποίο επικαλούνται ο Αϊναλής, ο Κατσαρός και ο Δάλλας, παρουσιάζεται ως όνομα και ως παραθέματα και στο Λευκή Ελλάδα (2018) του Γιώργου Βέλτσου, ένα καθυστερημένα μοντερνιστικό εθνικό ποίημα που φιλοδοξεί να διαδεχθεί το Άξιον Εστί. Αν και εμπνευσμένη από την ανεξίτηλη αμφισημία της «διαφωράς» στη «λευκή μυθολογία» (1971) του Ντεριντά, η διαφορά στην «λευκή Ελλάδα» μεταμορφώνεται σε εγγενή ετερότητα, την «Ιοκαστηγερτρούδη» (σ. 19), συγκροτώντας την οντολογία μιας αιμομικτικής ταυτότητας. Εδώ ο Σινόπουλος (ένας δεύτερης κατηγορίας επίγονος/Ελπήνορας του Σεφέρη/Οδυσσέα) δεν είναι σύντροφος και εταίρος του συγγραφέα αλλά ο κρίκος που συνδέει τον βάρδο του 21ου αιώνα με τα πρότυπά του της Γενιάς του ’30. Ο «κύκνος-ποιητής» (57) Βέλτσος δεν έχει ούτε φίλους ή εταίρους ούτε ανήκει σε συντεχνία (κι ας παραθέτει κι αυτός Βιγιόν). Έχει μόνο, όπως ο ίδιος παραδέχεται, ένα Μπλουμιανό «άγχος επίδρασης» (αλήθεια, ποιός το θυμάται πιά αυτό;) προς τους Ελύτη, Σεφέρη, Εμπειρίκο, Εγγονόπουλο και Ρίτσο – ακριβώς τους πέντε εθνικούς μοντερνιστές τους οποίους τα τρία ποιήματα που σχολιάζω εδώ αδιαφορούν να αναφέρουν.
Οι παλιές και νέες συντροφικότητες που επικαλείται ο Αϊναλής δεν αποτίουν φόρο τιμής στην εθνική τέχνη αλλά επινοούν πρακτικές και συγκροτούν δίκτυα
συνεργατικής δημιουργίας (πράγμα που διατρέχει το εκτενέστατο πολιτιστικό έργο του ίδιου του Αϊναλή). Οι σύντροφοι τάζουνε ο ένας τον άλλο στο κοινό και δημόσιο μέλλον της φιλίας τους. Γι αυτό στο συνταρακτικό ποίημα που συζητώ είναι (σχεδόν) όλοι επώνυμοι και γνωστοί. Τα αισθήματα του ενός για τον άλλο αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του έργου τους. Όμως το ποίημα, όπως και εκείνα των δύο προηγούμενων γενιών, αγωνιά για τη βιωσιμότητα της συντεχνιακής λειτουργίας και παράδοσης, και τελικά της ίδιας της ποίησης. Ο ομιλητής ποιητής πάει νύχτα να προσευχηθεί στο θεό της ποίησης στην Πρέβεζα, το βωμό της αυτοκτονίας. Στους αυτοκτόνους και άλλους νεκρούς ποιητές που αναφέρει μπορεί σύντομα να προστεθούν ο ίδιος και οι σύντροφοί του. Και τότε τι θα μείνει από τα έργα, τα όπλα, τα χέρια τους;
*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Χάρτης”, Μάρτιος 2019.
Είδα νεράιδες και τους μίλησα Ήπια το αμίλητο νερό Και όλο το μελάνι μου σαν κώνειο Τα συλλογικά μου πήραν δυο κόρες τ’ ουρανού Χόρεψα με ξωθιές στα ξέφωτα Φίλησα κορίτσια γλυκά κεράσια Άκουσα τους στοιχειωμένους τοίχους Σκάρωσα αμέτρητους στίχους Κύλησαν αιώνες χρόνια ήλιοι φεγγάρια Σε κήπους ηδονικούς των εσπερίδων Ώσπου μια μέρα είναι γραφτό Να σκορπιστώ στης οικουμένης τα πέρατα Θα με μοιράσει ο όχλος Στα σκυλιά και στα τέρατα Οι φίλοι θα με προδώσουν χωρίς αργύρια Θα νικηθώ στον πετροπόλεμο Θα σπάσω όλες τις αιχμές μου Σε ανόητους διαξιφισμούς Αλλά θα ‘ναι νωρίς ν’ αλλάξω φρονήματα Κι ακόμη πιο νωρίς Για να κρεμάσω στον ώμο Την ξεχαρβαλωμένη μου κιθάρα’
*Από τη συλλογή “Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]”, εκδ. στίξις, 2022.
Η τέχνη ανακαλεί τη μνήμη της αληθινής του ύπαρξης σ’ όποιον λησμόνησε πως το Ον είναι το μοναδικό πράγμα που αναφωνεί όλο το σύμπαν.
Μόνο η επιστροφή της σκέψης στην αρχή της θα ολοκληρώσει την σκέψη. Μόνο η επιστροφή της δράσης στην πηγή της θα ολοκληρώσει την δράση. Πρόσεξε τι λέω.
*
ΝΙΩΘΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ
Νιώθω να είμαι σε αδιέξοδο και τελειωμένος πλέον. Όλες οι πνευματικές αλήθειες που κατανοώ είναι πραγματικές μα ποτέ δεν ξεφεύγω απ’ το αίσθημα του εγκλωβισμού και της αθλιότητας της ψυχής, την ματαιότητα όλων όσων είδα, έκανα και είπα. Αν συνέχιζα ίσως το κάθε τι θα μ’ ευχαριστούσε περισσότερο μα τώρα δεν έχω ελπίδα και κουράστηκα.
*Από το βιβλίο “Ποιήματα”, εκδ. Bibliotheque, 2022.
Δώστε μου έναν άνθρωπο να με σκεπάσει, –κρύο αέρα μπάζει η μοναξιά μου. Όσο κι αν σκάβω στην κοιλιά μου βρίσκω ———-μόνο πέτρες. (Ίσως θα ‘πρεπε να σκάψετε κι εσείς μαζί μου.) Στο δρόμο για το πρόσωπό μου μαζεύω ———-λίθους με τη φούχτα. Γι’ αυτό σας λέω, δώστε μου έναν άνθρωπο! Να ξαπλώσω πάνω του ———-με όλους τους μεσημβρινούς —————και τους παράλληλούς μου. Να ξεκουραστώ, ———-να πιω τον ιδρώτα του, —————να κοιμηθώ. Αφήστε με να χαρώ για λίγο αυτή τη χνουδωτή ———–ζεστασιά.
Δώστε και σε μένα έναν άνθρωπο! –Έναν άνθρωπο με αιτία. Μια καρδιά που δε λειτουργεί με βαλβίδα, –δυο χείλη που δε λαθεύουνε στο φίλημα. Κάποιον που να γράφει ανθρωπινά ποιήματα –ή έστω να δακρύζει όταν ακούει ———-τον Τζον Κολτρέιν —————στην αναπνοή του. Είναι πράγματι τρομερό να χάνεις ———-τρία δάχτυλα —————μέσα σε τόσο κόσμο.
Δώστε μου έναν άνθρωπο να με βοηθήσει –καθώς μπαίνω και βγαίνω απ’ τα χέρια μου, –καθώς μου πέφτουν τα παντελόνια ———-ή πατάω τα κορδόνια της ετερότητάς μου. Κοιτάξτε πώς κρυώνουν τα βήματά μου ———-καθώς αφήνω πίσω μου την Καλλιδρομίου —————με μία πιλάλα. (Αυτή η έλλειψη ασφάλτου μέσα μου ———-μ’ αφήνει άφωνο —————πολλές φορές.)
Δώστε μου έναν άνθρωπο που μέσα του ηχούν ———-τρία ακόρντα. Έναν άνθρωπο να ταλαντώσει το φύλο μου ———-μες στην παγωνιά του Α7. -Χρειάζομαι το στήθος του για ν’ ακούσω το καρδιοχτύπι μου, -χρειάζομαι τους ώμους του για να σηκώσω τη ζωή μου -στα δυο της πόδια. Δεν υπάρχει κάποιος άνθρωπος και για μένα; Δώστε μου όποιον θέλετε! Ακόμα κι αυτόν που κοιμάται όρθιος ———-ρουθουνίζοντας. Τουλάχιστον εκείνη που υπερασπίζεται τη φωνή μου ———-με τον λάρυγγά της. Αυτή σίγουρα είναι για μένα! –Ή δώστε μου έστω την αγκαλιά της, μαζί με ένα ———-εγχειρίδιο χρήσης.
–Τώρα που έγιαναν οι πληγές στις παλάμες μου ———-μπορώ να προσευχηθώ στους ανθρώπους, ντυμένος με τα ρούχα της Κυριακής.
Qui a la Terre pour maison A l’humanité pour famille, Et ainsi nait la solidarité Comme valeur universelle.
Si les yeux regardent, L’essentiel se voit avec le cœur, Car c’est avec amour Que se perçoit la vraie beauté des choses.
Όποιος έχει τη Γη για σπίτι του Έχει την ανθρωπότητα για οικογένεια, Και έτσι γεννιέται η αλληλεγγύη Ως καθολική αξία.
Αν τα μάτια κοιτάζουν, Το ουσιώδες βλέπεται με την καρδιά, Γιατί είναι με την αγάπη Που μπορεί να φανεί η πραγματική ομορφιά των πραγμάτων.
*
Emportée par les courants De la modernité Entre les vagues de pensées La dérive de la raison.
Je ne veux plus payer Ma dette au pays Qui ne cesse de réclamer Le prix de ma naissance.
Παρασυρμένος από τα ρεύματα Της νεωτερικότητας Ανάμεσα στα κύματα των σκέψεων Η ολίσθηση της λογικής.
Δεν θέλω να πληρώσω άλλο Το χρέος μου προς τη χώρα Που δεν παύει ποτέ να διεκδικεί Το τίμημα της γέννησής μου. Vers précurseurs La Liberté guidant le peuple Στίχοι πρόδρομοι, Η Ελευθερία οδηγεί τον λαό
Σε ένα σπίτι έρημο κι ερειπωμένο, ζούσε μια χοντρή, βαριά σιωπή, τόσο χοντρή πού ‘χε ξηλώσει όλα τα κουφώματα, τόσο βαριά που ‘χε βουλιάξει όλα τα πατώματα και τόσο σιωπηλή που όποιος έμπαινε εκεί δεν άκουγε ούτε τη βουή του τρομαγμένου αίματος στις φλέβες του.
Και, ξαφνικά, μια μέρα, η σιωπή τραγούδησε. Ναι, μη σας φαίνεται παράξενο, ο έρωτας τα πάντα κατορθώνει, και η σιωπή, για την οποία σας μιλώ, αγάπησε τρελά ένα σαράκι που, λίγο λίγο, από μέσα τρώγοντάς την, αδιάκοπα αδειάζοντάς την, ανάλαφρο την έκανε του έρωτα δοχείο, του τραγουδιού του ηχείο.
[Πέτρωσα μέχρι νεωτέρας’ παραστέκω, μαστορεύω τετράγωνες φωτογραφίες σαν επαρχιώτης στην πρωτεύουσα ερεθισμάτων ξεροσταλιάζω σε σαρωτές ελάστρων -γιατί ο έρωτας χάρτωσε ανεκπλήρωτος τερατωδώς κι εγώ εκύρτωσα- και να με συγχωράτε που παρεμπιπτόντως καταστρέφω το στερέωμα που μ’ αρρωσταίνει κι ευχαρίστως να κρεμαστώ αμεταμόρφωτος Πρωτέας για να εορτάσω που δεν φτέρωσα αλλά εφύτρωσα κάτω απ’ των αστεριών την τρωθείσα στεναχώρια]
αυτά μου έγραφε ο τύπος με τις ψηλές τιράντες τότε που βάσταγε τον ουρανό μην πέσει που ανακάτευε τα γράμματα του έρωτα κατασκευάζοντας κάθε φορά και κάτι άλλο το ίδιο απαράλλαχτο’ όμως αργότερα απέλασαν κι αυτόν -όπως χιλιάδες άλλους- τον κατανάγκασαν σε μιαν αέναη διάτρηση που να μετέρχεται μόνο τα μάτια
*
GEISTERSCHREIBEN
Και ποιος δεν έχει δει κείνο τ’ ανώνυμο λουλούδι να χώνεται ημίτρελο στην κάννη ενός όπλου τόσο βαθιά που μεταγγίζει στον Ιούνη μίαν απόψε δικαιολογία θλίψης – έτσι που φτάνει το κοτσάνι έως το δάχτυλο του εκτελεστή εκλιπαρώντας μην πατήσει και φανεί στον φωτογράφο πυροβολισμό ποιος είναι πίσω απ΄ αυτόν και πίσω απ΄ αυτόν ποιος είναι – και πίσω απ’ ανώνυμο παιδί ποιανής Σεκόγιας τανκ συγκρούεται με τανκ αληθινό ποιος πέρα από τη σήψη και τα παράσιτα ανθο- δεμένης φρίκης ποιος άλλος ποιος χαμός και ποιος [κανείς, λοιπόν;] δεν έχει δει κείνο τ’ ανώνυμο λουλούδι να χώνεται ημίτρελο στην κάννη ενός τανκ τόσο βαθιά που μεταγγίζει στον Ιούνη μίαν απόψε δικαιολογία θλίψης;
*Από τη συλλογή «μικρό και γήινο», εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2022.
Πόσο μού άρεσαν τα χέρια σου Επάνω στο θερισμένο σώμα της σιωπής πριν την καλοκαιρινή βροχή Όταν συλλάβιζαν τη μοναξιά των συνοικιακών ονείρων Τα δάχτυλα της θλίψης τα διψασμένα για ερωτικές προσευχές που λιγόστευαν τα μεσημέρια μου Το αγκάλιασμα της απουσίας το χορτασμένο
*
ΓΥΝΑΙΚΕΣ
Οι γυναίκες κομμένες σιωπές με ασημένιες δαχτυλήθρες στα κομμένα δάχτυλά τους διασχίζουν τα δωμάτια μέσα από καθρέπτες
αγαπούν τους πλανόδιους πωλητές και τα χελιδόνια που έρχονται τον Αύγουστο να δοκιμάσουν τη σπιτική βυσσινάδα τους
*Από τη συλλογή «εαυτόν άγνωστον», εκδ. Κουκκίδα, 2022.