Roger Robinson, Ποιήματα

ΛΙΜΕΡΙΚ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ

Ο Μπιλ που ήταν σκλάβος και στο Ναντάκετ έζησε
να κλέψει αρκουδοτόμαρα κι ένα μουσκέτο τόλμησε.
Του φώναξαν Σταμάτα εκεί που βρίσκεσαι
ψηλά τα χέρια ακίνητος να στέκεσαι.
Μα εκείνος άρχισε να τρέχει σε ζιγκ ζαγκ
και είπε Δε γαμιέται.

*

ΜΟΛΟΤΟΦ ΕΚΤΟΞΕΥΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΡΓΗ ΚΙΝΗΣΗ
ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΩΝ

Όταν εσείς δημοσίως
μας σκοτώνετε, ποιος θα μιλήσει για εμάς,
αν όχι αυτά τα ιπτάμενα μπουκάλια;

*

ΠΡΟΣΟΧΗ

Όταν η αστυνομία σού βάζει το γόνατο
πάνω στο λαρύγγι, μπορεί να μη ζήσεις
για να πεις ότι πνίγεσαι.

*Από το βιβλίο “Ένας φορητός παράδεισος”, εκδ. Κείμενα. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.

Παίζουμε ένα ποίημα;

Του Βασίλη Λαμπρόπουλου*

Ένα ποίημα για τη νύχτα
Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι
«26», Ανατομία
Παίζουμε ένα ποίημα;

Συγ­γρα­φείς, ανα­γνώ­στες και κρι­τι­κοί μπο­ρούν να παί­ξουν, μα­ζί ή μό­νοι, ένα ποί­η­μα με δια­φο­ρε­τι­κούς τρό­πους, σαν παι­χνί­δι, όρ­γα­νο, θέ­α­τρο, στοί­χη­μα, παρ­τι­τού­ρα. Η τα­κτι­κή αυ­τή στή­λη παί­ζει κά­θε φο­ρά ένα πρό­σφα­το ελ­λη­νό­γλωσ­σο ποί­η­μα, για να θέ­σει ένα γε­νι­κό ποι­η­τι­κό, αι­σθη­τι­κό ή άλ­λο πα­ρεμ­φε­ρές θέ­μα.

(3) Ο σύ­ντρο­φος ποι­η­τής

Ζ. Δ. Αϊναλής: «Ένα ποίημα για τη νύχτα» (2018)

Τραβάω, Κύριε,
τη γραμμή πίσω στις σκοτεινές καταβολές της
Παπαντωνόπουλος, Μπλάνας, Ασλάνογλου
σαράντα χρόνια απόγνωση
ανηφορίζω τον Σινόπουλο ως το τέρμα.
Τις νύχτες δέομαι με Λεοντάρη
μετρώ στα δάχτυλα το κόστος της σιωπής
και τρέμω
ανοίγω τον Αναγνωστάκη και διαβάζω με τη φωνή του Τσιάκου
έρπω ως τον Στίγκα καταφάσκοντας
στις αντιφάσεις του Καρούζου
με πιάνει ο Μίλτος με φωνές
και με ξεπουπουλιάζει.
Σαν το κερί, καπνίζει ο Λειβαδίτης στη γωνιά
απ’ τα φτερά του κρεμασμένος
και με την μπάσα του φωνή τρέμει ο Κυριάκος στο Δραμάιλο
εκστατικός κι εσταυρωμένος.
Εχ, φίλε μου εσύ, παλιέ, Σαμσών ειδωλολάτρη,
δώσε φωνή στα κόκαλα, βάλε φωτιά στο αίμα!
– Χρήστο Μαρτίνη, πες, τι πάει μαζί μου λάθος;
Γιατί έχω πάντα στο προσκεφάλι μου τον Τραϊανό
και τον Αρμάο στο μυαλό μου;
Αν ξαναδείς τον Ελίοφορ Φέστους
πες του πως με συνάντησες
μία βραδιά στην Καλογρέζα
μ’ ένα Καλάσνικοφ στη γλώσσα μου
και με κομμένα χέρια.
[…]
Θεέ της Ποίησης,
Εσύ που ακούς τις προσευχές,
έρχομαι νύχτα Πρέβεζα
για να Σε συναντήσω.

Στη μπα­λά­ντα αυ­τή ο ομι­λη­τής, συ­γκε­κρι­μέ­να, ο συγ­γρα­φέ­ας Ζή­σης Αϊ­να­λής, απευ­θύ­νε­ται στο Θεό της ποί­η­σης κα­θώς πη­γαί­νει να τον συ­να­ντή­σει στην Πρέ­βε­ζα, ιχνη­λα­τώ­ντας τις κα­τα­βο­λές του ελ­λη­νι­κού στί­χου στον Κα­ρυω­τά­κη. Η ιχνη­λα­σία ξε­κι­νά από τη δι­κή του γε­νιά, την ποι­η­τι­κή γε­νιά του 2000, και πά­ει πί­σω στις γε­νιές του ’80 (Μπλά­νας), του ‘60 (Λε­ο­ντά­ρης) και του ’50 (Ανα­γνω­στά­κης). Η ιχνη­λα­σία τα­λα­ντεύ­ε­ται ανά­με­σα σε αντι­θέ­σεις τις οποί­ες αρ­νεί­ται να συμ­φι­λιώ­σει ή να υπερ­βεί, όπως σιω­πή-φω­νή, πρά­ξη-λό­γος, πα­ρόν-πα­ρελ­θόν, κα­τά­φα­ση-αντί­φα­ση και ποί­η­μα-αί­μα. Η βα­σι­κή όμως αντί­θε­ση εί­ναι ανά­με­σα στο έκ­πτω­το σή­με­ρα της ποί­η­σης και σε μια ανε­πα­νά­λη­πτη ιστο­ρι­κή στιγ­μή της, όταν σώ­μα και πρά­ξη ταυ­τί­ζο­νταν με τον ποι­η­τι­κό λό­γο, πράγ­μα που τώ­ρα μοιά­ζει ανέ­φι­κτο. Όπως ανα­ρω­τιέ­ται το ποί­η­μα που ακο­λου­θεί ετού­το (και κλεί­νει τη συλ­λο­γή στην οποία θα εντα­χθούν και τα δύο) με τι αί­μα θα γρα­φεί το μέλ­λον; Ο ομι­λη­τής απευ­θύ­νε­ται επώ­νυ­μα σε οκτώ συ­νο­μη­λί­κους και συ­ντρό­φους του ποι­η­τές, γεν­νη­μέ­νους με­τα­ξύ 1977-85, ζη­τώ­ντας να μά­θει.

Το αι­σθη­τι­κό ζή­τη­μα που θέ­τει το ποί­η­μα εί­ναι οι­κείο. Σε πε­ριό­δους φι­λο­σο­φι­κής και άλ­λης αβε­βαιό­τη­τας, ορι­σμέ­νοι ποι­η­τές ανα­φέ­ρο­νται σε μια φα­ντα­σια­κή, Αδα­μι­κή ιστο­ρι­κή στιγ­μή, πρό­σφα­τη ή πα­λαιό­τε­ρη, όταν τα δι­λήμ­μα­τα για το ρό­λο της τέ­χνης δεν υπήρ­χαν επει­δή η λει­τουρ­γία της ήταν πλή­ρως εν­σω­μα­τω­μέ­νη στον κοι­νω­νι­κό βίο. Όμως το κυ­ρί­ως ζή­τη­μα του ποι­ή­μα­τος, το οποίο το­νί­ζε­ται από τη σω­ρεία ονο­μά­των ποι­η­τών, εί­ναι κοι­νω­νι­κό, και με­λαγ­χο­λι­κά κα­τα­φα­τι­κό, και αφο­ρά τη λει­τουρ­γία του. Όσο ανε­νερ­γός και αν εί­ναι ο ση­με­ρι­νός ρό­λος της ποί­η­σης, η συ­ντε­χνία των ποι­η­τών διαρ­κεί, πρέ­πει να διαρ­κέ­σει, και να συ­νο­μι­λεί με προ­γε­νέ­στε­ρες συ­ντε­χνί­ες, αφού η ποί­η­ση δεν εί­ναι ατο­μι­κή υπό­θε­ση. Μπο­ρεί όμως σή­με­ρα να διαρ­κέ­σει; Αυ­τό εί­ναι το ενα­γώ­νιο ερώ­τη­μα του ποι­ή­μα­τος. Μι­λώ­ντας για συ­ντε­χνία δεν εν­νοώ βε­βαί­ως σι­νά­φι ή συν­δι­κά­το αλ­λά εκεί­νη την έν­νοια της ποι­η­τι­κής πα­ρά­δο­σης που εί­χε κα­τά νου ο Γιάν­νης Δάλ­λας τι­τλο­φο­ρώ­ντας τα δο­κί­μιά του Υπερ­βα­τι­κή συ­ντε­χνία (1958), δη­λα­δή μια το­πι­κή και δια­χρο­νι­κή ομά­δα μα­στό­ρων και τε­χνι­τών με κοι­νές αρ­χές για την πρα­κτι­κή τους.

Πα­ρό­μοιες ποι­η­τι­κές συ­ντε­χνί­ες επι­κα­λού­νται, επί­σης ονο­μα­στι­κά, ο Μι­χά­λης Κα­τσα­ρός, ποι­η­τής της γε­νιάς του ’50, στη θρυ­λι­κή «Μπα­λά­ντα για τους ποι­η­τές που πέ­θα­ναν νέ­οι» και ο Γιάν­νης Δάλ­λας, ποι­η­τής της γε­νιάς του ’60, στο 26ο κομ­μά­τι της Ανα­το­μί­ας. Όπως και στο ποί­η­μα του Αϊ­να­λή, οι και­ροί εί­ναι δει­νοί. Οι σύ­ντρο­φοι του πρώ­του «κλει­στή­κα­νε στο σπή­λαιό τους» και του δεύ­τε­ρου «ένας ένας ημε­ρέ­ψα­με» στο κλου­βί τους. Κι αυ­τών τα όπλα έχουν σω­πά­σει. Σε αυ­τή τους τη μο­να­ξιά θυ­μού­νται άρα­γε τα λό­για και τα έρ­γα που κά­πο­τε μοι­ρά­ζο­νταν; Κι όμως, μέ­σα στην «από­γνω­ση» (Αϊ­να­λής), πα­ρα­μέ­νει ανα­γκαία και επεί­γου­σα η σχέ­ση τους με συ­γκαι­ρι­νούς ποι­η­τές και πιο πα­λιά με τον Κα­ρυω­τά­κη (Αϊ­να­λής), κι ακό­μα πιο πα­λιά με τις μπα­λά­ντες του Βι­γιόν (Κα­τσα­ρός), που τον έκα­νε όπε­ρα ο Πά­ουντ (όπως και τον Κα­βαλ­κά­ντι και τις μπα­λά­ντες του), και με όλους τους «άδο­ξους ποι­η­τές των αιώ­νων» (Κα­ρυω­τά­κης) που κά­τι πά­ει μα­ζί τους «λά­θος» (Αϊ­να­λής). Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό πως τρεις ποι­η­τές της «γε­νιάς της ήτ­τας», οι Ανα­γνω­στά­κης, Σα­χτού­ρης και Σι­νό­που­λος, ανα­φέ­ρο­νται και στα τρία ποι­ή­μα­τα.

Μιχάλης Κατσαρός: «Μπαλάντα για τους ποιητές που πέθαναν νέοι» (1958)

Οι ποιητές κλειστήκανε στο σπήλαιό τους
δε βγαίνουν
φοβούνται
δεν παραδίδουν τίποτα –
Με ποιόν με ποιόν να μιλήσω;
[…]
Ο Σαχτούρης μαζεύει με ένα φακό τις λέξεις του
ταχτοποιεί σε δέντρα τα συμβάντα
χτυπάει μετά τη χορδή του
ξαφνιάζεται σαν το μικρό παιδί –
Με ποιόν λοιπόν να μιλήσω;
Χάθηκε ο Αναγνωστάκης στο Βορρά
ούτε ένα θρήνο νέο
λες και να πέθανε τώρα αλήθεια
ούτε ένα Χάρη δεν κλαίει ούτε τον ήλιο.

Με ποιόν λοιπόν να μιλήσω;
Σκοτεινός περιφέρεται ο Σινόπουλος
με τους νεκρούς νεκρός δειπνεί
τρέχει μοναχός σε υπόγεια με πυρσούς
φανούς και σπίρτα.
[…]
Με ποιόν με ποιόν να μιλήσω;
Και σεις ποιητές όλοι εσείς μονάχοι
τι γίνατε; Ποιός άνεμος σας έδιωξε σας πήρε;
Τώρα που σας καλώ όλους εδώ –
θυμάστε αλήθεια θυμάστε
τα καφενεία τα πεζοδρόμια τα μυδράλια
τα δωμάτια με τα χρυσά πουλιά
θυμάστε
κείνο το βράδυ που μιλούσαμε
θυμάστε;
Ο ποιητής ο Λίκος ήταν άγνωστος
και παραμένει.

Γιάννης Δάλλας: «26», Ανατομία (1971)

Επει­δή η νε­ό­τη­τα μας ήταν κά­πο­τε ευαγ­γε­λι­σμός της ζού­γκλας Και τώ­ρα το αύ­ριο πά­ντα το αύ­ριο εί­ναι το κλου­βί μας μ’ ανοι­χτές τις πόρ­τες Επει­δή εί­μαι ο Γιάν­νης ο τυ­φλός οιω­νο­σκό­πος και μου δεί­χνει ένα παι­δί πως στρί­βει το κλει­δί Βγαί­νει ο Μι­χά­λης που τζα­κί­στη πρώ­τος νεύ­ο­ντας αντι­στα­θεί­τε με φτε­ρά άλ­μπα­τρος Η Ελέ­νη η Νί­κη πό­σες νί­κες σαν αυ­γά αντι­λό­πης κι απο­κά­τω ο Μαξ ονεί­ρων φα­ρο­φύ­λα­κας Επει­δή ’σαι εσύ ο Μα­νό­λης σ’ επο­χή λι­μού κι έμει­νε ο Μίλ­τος μα­τω­μέ­νος και κυ­νη­γός Επει­δή ’ναι ο Άρης σε δι­πλά πριο­νι­στή­ρια επει­δή το δά­σος δεν απαν­θρα­κώ­θη­κε επει­δή… Πε­τά­γο­μαι με­σ’ απ’ την πά­χνη του ύπνου και φω­νά­ζω στο παι­δί «Φυ­λά­ξου Κων­στα­ντί­νε μου Εσύ ’σαι κλη­ρο­νό­μος των κλου­βιών μη μας κοι­τάς με φρί­κη τώ­ρα που ένας ένας ημε­ρέ­ψα­με Να πά­ρε το ρα­βδί και φύ­τε­ψε το μες στην άνυ­δρη αγο­ρά μπο­ρεί και να πε­τά­ξει ένα κλα­δί Μπο­ρεί πριν να σφυ­ρί­ξει η σφαί­ρα ν’ ακου­στεί μια τε­λευ­ταία φω­νή που δεν εξα­γο­ρά­ζε­ται».
Μπο­ρεί –

Όπως σχο­λιά­ζει ο Δάλ­λας σε σχε­τι­κή ση­μεί­ω­ση για το «26»: «Το ποί­η­μα, χω­ρίς να απο­μυ­θο­ποιεί, προ­σπα­θεί να πε­ρι­γρά­ψει την πε­ρι­πέ­τεια μιας κα­τα­δι­κα­σμέ­νης γε­νιάς». Κι η τε­λευ­ταία φρά­ση του «29» συ­νο­ψί­ζει τη μπα­λά­ντα του Κα­τσα­ρού: «Γλώσ­σα συ­ντρο­φι­κή πού κομ­μα­τιά­στη­κες;» Μή­πως η ποι­η­τι­κή γε­νιά του Αϊ­να­λή και των φί­λων του εί­ναι κι αυ­τή κα­τα­δι­κα­σμέ­νη να δει τη συ­ντρο­φι­κή της γλώσ­σα κομ­μα­τια­σμέ­νη;

Οι έν­νοιες της ποι­η­τι­κής συ­ντρο­φι­κό­τη­τας και συ­ντε­χνί­ας δεν εν­δια­φέ­ρουν όλους τους ποι­η­τές. Κά­θε άλ­λο μά­λι­στα. Π.χ. οι έν­νοιες αυ­τές δεν υπάρ­χουν στα με­γα­λε­πή­βο­λα έρ­γα των εθνι­κών ποι­η­τών οι οποί­οι μό­νοι, ως βάρ­δοι, υμνούν και προ­φη­τεύ­ουν το συλ­λο­γι­κό πε­πρω­μέ­νο. Πα­ρα­τη­ρού­με πως ο Τά­κης Σι­νό­που­λος, τον οποίο επι­κα­λού­νται ο Αϊ­να­λής, ο Κα­τσα­ρός και ο Δάλ­λας, πα­ρου­σιά­ζε­ται ως όνο­μα και ως πα­ρα­θέ­μα­τα και στο Λευ­κή Ελ­λά­δα (2018) του Γιώρ­γου Βέλ­τσου, ένα κα­θυ­στε­ρη­μέ­να μο­ντερ­νι­στι­κό εθνι­κό ποί­η­μα που φι­λο­δο­ξεί να δια­δε­χθεί το Άξιον Εστί. Αν και εμπνευ­σμέ­νη από την ανε­ξί­τη­λη αμ­φι­ση­μία της «δια­φω­ράς» στη «λευ­κή μυ­θο­λο­γία» (1971) του Ντε­ρι­ντά, η δια­φο­ρά στην «λευ­κή Ελ­λά­δα» με­τα­μορ­φώ­νε­ται σε εγ­γε­νή ετε­ρό­τη­τα, την «Ιο­κα­στη­γερ­τρού­δη» (σ. 19), συ­γκρο­τώ­ντας την οντο­λο­γία μιας αι­μο­μι­κτι­κής ταυ­τό­τη­τας. Εδώ ο Σι­νό­που­λος (ένας δεύ­τε­ρης κα­τη­γο­ρί­ας επί­γο­νος/Ελ­πή­νο­ρας του Σε­φέ­ρη/Οδυσ­σέα) δεν εί­ναι σύ­ντρο­φος και εταί­ρος του συγ­γρα­φέα αλ­λά ο κρί­κος που συν­δέ­ει τον βάρ­δο του 21ου αιώ­να με τα πρό­τυ­πά του της Γε­νιάς του ’30. Ο «κύ­κνος-ποι­η­τής» (57) Βέλ­τσος δεν έχει ού­τε φί­λους ή εταί­ρους ού­τε ανή­κει σε συ­ντε­χνία (κι ας πα­ρα­θέ­τει κι αυ­τός Βι­γιόν). Έχει μό­νο, όπως ο ίδιος πα­ρα­δέ­χε­ται, ένα Μπλου­μια­νό «άγ­χος επί­δρα­σης» (αλή­θεια, ποιός το θυ­μά­ται πιά αυ­τό;) προς τους Ελύ­τη, Σε­φέ­ρη, Εμπει­ρί­κο, Εγ­γο­νό­που­λο και Ρί­τσο – ακρι­βώς τους πέ­ντε εθνι­κούς μο­ντερ­νι­στές τους οποί­ους τα τρία ποι­ή­μα­τα που σχο­λιά­ζω εδώ αδια­φο­ρούν να ανα­φέ­ρουν.

Οι πα­λιές και νέ­ες συ­ντρο­φι­κό­τη­τες που επι­κα­λεί­ται ο Αϊ­να­λής δεν απο­τί­ουν φό­ρο τι­μής στην εθνι­κή τέ­χνη αλ­λά επι­νο­ούν πρα­κτι­κές και συ­γκρο­τούν δί­κτυα

συ­νερ­γα­τι­κής δη­μιουρ­γί­ας (πράγ­μα που δια­τρέ­χει το εκτε­νέ­στα­το πο­λι­τι­στι­κό έρ­γο του ίδιου του Αϊ­να­λή). Οι σύ­ντρο­φοι τά­ζου­νε ο ένας τον άλ­λο στο κοι­νό και δη­μό­σιο μέλ­λον της φι­λί­ας τους. Γι αυ­τό στο συ­ντα­ρα­κτι­κό ποί­η­μα που συ­ζη­τώ εί­ναι (σχε­δόν) όλοι επώ­νυ­μοι και γνω­στοί. Τα αι­σθή­μα­τα του ενός για τον άλ­λο απο­τε­λούν ανα­πό­σπα­στο μέ­ρος του έρ­γου τους. Όμως το ποί­η­μα, όπως και εκεί­να των δύο προη­γού­με­νων γε­νιών, αγω­νιά για τη βιω­σι­μό­τη­τα της συ­ντε­χνια­κής λει­τουρ­γί­ας και πα­ρά­δο­σης, και τε­λι­κά της ίδιας της ποί­η­σης. Ο ομι­λη­τής ποι­η­τής πά­ει νύ­χτα να προ­σευ­χη­θεί στο θεό της ποί­η­σης στην Πρέ­βε­ζα, το βω­μό της αυ­το­κτο­νί­ας. Στους αυ­το­κτό­νους και άλ­λους νε­κρούς ποι­η­τές που ανα­φέ­ρει μπο­ρεί σύ­ντο­μα να προ­στε­θούν ο ίδιος και οι σύ­ντρο­φοί του. Και τό­τε τι θα μεί­νει από τα έρ­γα, τα όπλα, τα χέ­ρια τους;

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Χάρτης”, Μάρτιος 2019.

**Φωτογραφία: Μαρία Κοσσυφίδου.

Ρογήρος Δέξτερ, Ποιητική

Είδα νεράιδες και τους μίλησα
Ήπια το αμίλητο νερό
Και όλο το μελάνι μου σαν κώνειο
Τα συλλογικά μου πήραν δυο κόρες τ’ ουρανού
Χόρεψα με ξωθιές στα ξέφωτα
Φίλησα κορίτσια γλυκά κεράσια
Άκουσα τους στοιχειωμένους τοίχους
Σκάρωσα αμέτρητους στίχους
Κύλησαν αιώνες χρόνια ήλιοι φεγγάρια
Σε κήπους ηδονικούς των εσπερίδων
Ώσπου μια μέρα είναι γραφτό
Να σκορπιστώ στης οικουμένης τα πέρατα
Θα με μοιράσει ο όχλος
Στα σκυλιά και στα τέρατα
Οι φίλοι θα με προδώσουν χωρίς αργύρια
Θα νικηθώ στον πετροπόλεμο
Θα σπάσω όλες τις αιχμές μου
Σε ανόητους διαξιφισμούς
Αλλά θα ‘ναι νωρίς ν’ αλλάξω φρονήματα
Κι ακόμη πιο νωρίς
Για να κρεμάσω στον ώμο
Την ξεχαρβαλωμένη μου κιθάρα’

*Από τη συλλογή “Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]”, εκδ. στίξις, 2022.

Allen Ginsberg, Δύο ποιήματα

ΓΡΑΜΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ

Η τέχνη ανακαλεί τη μνήμη
της αληθινής του ύπαρξης
σ’ όποιον λησμόνησε πως
το Ον είναι το μοναδικό
πράγμα που αναφωνεί
όλο το σύμπαν.

Μόνο η επιστροφή της σκέψης
στην αρχή της θα ολοκληρώσει την σκέψη.
Μόνο η επιστροφή της δράσης
στην πηγή της θα ολοκληρώσει την δράση.
Πρόσεξε τι λέω.

*

ΝΙΩΘΩ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΣΕ ΑΔΙΕΞΟΔΟ

Νιώθω να είμαι σε αδιέξοδο
και τελειωμένος πλέον.
Όλες οι πνευματικές αλήθειες
που κατανοώ είναι πραγματικές
μα ποτέ δεν ξεφεύγω απ’ το αίσθημα
του εγκλωβισμού και της αθλιότητας
της ψυχής, την ματαιότητα όλων
όσων είδα, έκανα και είπα.
Αν συνέχιζα ίσως το κάθε τι
θα μ’ ευχαριστούσε περισσότερο
μα τώρα δεν έχω ελπίδα
και κουράστηκα.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα”, εκδ. Bibliotheque, 2022.

**Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.

Jazra Khaleed, Δώστε μου έναν άνθρωπο

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με σκεπάσει,
–κρύο αέρα μπάζει η μοναξιά μου.
Όσο κι αν σκάβω στην κοιλιά μου βρίσκω
———-μόνο πέτρες.
(Ίσως θα ‘πρεπε να σκάψετε κι εσείς μαζί μου.)
Στο δρόμο για το πρόσωπό μου μαζεύω
———-λίθους με τη φούχτα.
Γι’ αυτό σας λέω, δώστε μου έναν άνθρωπο!
Να ξαπλώσω πάνω του
———-με όλους τους μεσημβρινούς
—————και τους παράλληλούς μου.
Να ξεκουραστώ,
———-να πιω τον ιδρώτα του,
—————να κοιμηθώ.
Αφήστε με να χαρώ για λίγο αυτή τη χνουδωτή
———–ζεστασιά.

Δώστε και σε μένα έναν άνθρωπο!
–Έναν άνθρωπο με αιτία.
Μια καρδιά που δε λειτουργεί με βαλβίδα,
–δυο χείλη που δε λαθεύουνε στο φίλημα.
Κάποιον που να γράφει ανθρωπινά ποιήματα
–ή έστω να δακρύζει όταν ακούει
———-τον Τζον Κολτρέιν
—————στην αναπνοή του.
Είναι πράγματι τρομερό να χάνεις
———-τρία δάχτυλα
—————μέσα σε τόσο κόσμο.

Δώστε μου έναν άνθρωπο να με βοηθήσει
–καθώς μπαίνω και βγαίνω απ’ τα χέρια μου,
–καθώς μου πέφτουν τα παντελόνια
———-ή πατάω τα κορδόνια της ετερότητάς μου.
Κοιτάξτε πώς κρυώνουν τα βήματά μου
———-καθώς αφήνω πίσω μου την Καλλιδρομίου
—————με μία πιλάλα.
(Αυτή η έλλειψη ασφάλτου μέσα μου
———-μ’ αφήνει άφωνο
—————πολλές φορές.)

Δώστε μου έναν άνθρωπο που μέσα του ηχούν
———-τρία ακόρντα.
Έναν άνθρωπο να ταλαντώσει το φύλο μου
———-μες στην παγωνιά του Α7.
-Χρειάζομαι το στήθος του για ν’ ακούσω το καρδιοχτύπι μου,
-χρειάζομαι τους ώμους του για να σηκώσω τη ζωή μου
-στα δυο της πόδια.
Δεν υπάρχει κάποιος άνθρωπος και για μένα;
Δώστε μου όποιον θέλετε!
Ακόμα κι αυτόν που κοιμάται όρθιος
———-ρουθουνίζοντας.
Τουλάχιστον εκείνη που υπερασπίζεται τη φωνή μου
———-με τον λάρυγγά της.
Αυτή σίγουρα είναι για μένα!
–Ή δώστε μου έστω την αγκαλιά της, μαζί με ένα
———-εγχειρίδιο χρήσης.

–Τώρα που έγιαναν οι πληγές στις παλάμες μου
———-μπορώ να προσευχηθώ στους ανθρώπους,
ντυμένος με τα ρούχα της Κυριακής.

*Από τη συλλογή “Γκρόζνι”, εκδ. Υποκείμενο.

Stéphen Moysan, Ποιήματα

Qui a la Terre pour maison
A l’humanité pour famille,
Et ainsi nait la solidarité
Comme valeur universelle.

Si les yeux regardent,
L’essentiel se voit avec le cœur,
Car c’est avec amour
Que se perçoit la vraie beauté des choses.

Όποιος έχει τη Γη για σπίτι του
Έχει την ανθρωπότητα για οικογένεια,
Και έτσι γεννιέται η αλληλεγγύη
Ως καθολική αξία.

Αν τα μάτια κοιτάζουν,
Το ουσιώδες βλέπεται με την καρδιά,
Γιατί είναι με την αγάπη
Που μπορεί να φανεί η πραγματική ομορφιά των πραγμάτων.

*

Emportée par les courants
De la modernité
Entre les vagues de pensées
La dérive de la raison.

Je ne veux plus payer
Ma dette au pays
Qui ne cesse de réclamer
Le prix de ma naissance.

Παρασυρμένος από τα ρεύματα
Της νεωτερικότητας
Ανάμεσα στα κύματα των σκέψεων
Η ολίσθηση της λογικής.

Δεν θέλω να πληρώσω άλλο
Το χρέος μου προς τη χώρα
Που δεν παύει ποτέ να διεκδικεί
Το τίμημα της γέννησής μου.
Vers précurseurs La Liberté guidant le peuple
Στίχοι πρόδρομοι, Η Ελευθερία οδηγεί τον λαό

*Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

Αργύρης Χιόνης, Τότε που η σιωπή τραγούδησε

Σε ένα σπίτι έρημο κι ερειπωμένο, ζούσε μια χοντρή, βαριά σιωπή, τόσο χοντρή πού ‘χε ξηλώσει όλα τα κουφώματα, τόσο βαριά που ‘χε βουλιάξει όλα τα πατώματα και τόσο σιωπηλή που όποιος έμπαινε εκεί δεν άκουγε ούτε τη βουή του τρομαγμένου αίματος στις φλέβες του.

Και, ξαφνικά, μια μέρα, η σιωπή τραγούδησε. Ναι, μη σας φαίνεται παράξενο, ο έρωτας τα πάντα κατορθώνει, και η σιωπή, για την οποία σας μιλώ, αγάπησε τρελά ένα σαράκι που, λίγο λίγο, από μέσα τρώγοντάς την, αδιάκοπα αδειάζοντάς την, ανάλαφρο την έκανε του έρωτα δοχείο, του τραγουδιού του ηχείο.

*Το πήραμε από εδώ: http://eisvathos.blogspot.com/2022/09/blog-post_17.html

Κατερίνα Ζησάκη, Ποιήματα 

σε υποθέτω
άρα ακούς


*


έστω ένας κακός άνθρωπος

έσο δι’ εμού
μια υπόσχεση σωτηρίας

κάθε φορά

κανονίσου να φέγγεις το δρόμο
τη νύχτα πάντα

βαρέθηκα

το φεγγάρι δεν είναι μια λάμπα
και θα το σπάσω

*
τι είπε ο σκύλος 2

τη στένεψα
για να χωρέσει στα ρούχα

θάρρος υπάρχει

για να ελέγξουμε αν είναι δυνατό
κλωτσάμε πρώτα

τα ρούχα χάλασαν
ταΐσου να φαρδύνεις

το βάρος μέσα

ή αλλιώς
προνόμιο

*

ΛΟΞΑ

να σκαρφαλώνεις το νερό

ν’ ακούς στο άσπρο
φως που εγκατέλειψε

*

ΜΟΥΑΒΑΤ

ωκεάνιο αίσθημα

τόσο χάος και πάλι η λύπη
να μην είσαι δέντρο.

*Από τη συλλογή «χωρίς εαυτό», εκδ. Έρμα, 2022.

2.Αναφορά στην ποιητική συλλογή της Τόνιας Κοσμαδάκη «Σκύλος», Απόπειρα, Αθήνα 2020.

Γιώργος Δυνέζης, Δύο ποιήματα

ΕΡΩΤΙΚΟ ΟΡΙΓΚΑΜΙ

[Πέτρωσα μέχρι νεωτέρας’
παραστέκω, μαστορεύω τετράγωνες φωτογραφίες
σαν επαρχιώτης στην πρωτεύουσα ερεθισμάτων
ξεροσταλιάζω σε σαρωτές ελάστρων
-γιατί ο έρωτας χάρτωσε ανεκπλήρωτος
τερατωδώς κι εγώ εκύρτωσα-
και να με συγχωράτε που
παρεμπιπτόντως
καταστρέφω το στερέωμα που μ’ αρρωσταίνει
κι ευχαρίστως
να κρεμαστώ αμεταμόρφωτος Πρωτέας
για να εορτάσω που δεν φτέρωσα
αλλά εφύτρωσα
κάτω απ’ των αστεριών την τρωθείσα
στεναχώρια]

αυτά μου έγραφε ο τύπος με τις ψηλές τιράντες
τότε που βάσταγε τον ουρανό
μην πέσει
που ανακάτευε τα γράμματα του έρωτα
κατασκευάζοντας
κάθε φορά και κάτι άλλο το ίδιο απαράλλαχτο’
όμως αργότερα απέλασαν κι αυτόν
-όπως χιλιάδες άλλους-
τον κατανάγκασαν σε μιαν αέναη διάτρηση
που να μετέρχεται
μόνο τα μάτια

*

GEISTERSCHREIBEN

Και ποιος δεν έχει δει κείνο τ’ ανώνυμο λουλούδι
να χώνεται ημίτρελο στην κάννη ενός όπλου
τόσο βαθιά που μεταγγίζει στον Ιούνη
μίαν απόψε δικαιολογία θλίψης – έτσι που φτάνει
το κοτσάνι έως το δάχτυλο του εκτελεστή
εκλιπαρώντας μην πατήσει και φανεί
στον φωτογράφο πυροβολισμό
ποιος είναι πίσω απ΄ αυτόν και πίσω απ΄ αυτόν
ποιος είναι – και πίσω απ’ ανώνυμο παιδί
ποιανής Σεκόγιας τανκ συγκρούεται με τανκ αληθινό
ποιος πέρα από τη σήψη και τα παράσιτα ανθο-
δεμένης φρίκης ποιος άλλος ποιος χαμός και ποιος
[κανείς, λοιπόν;] δεν έχει δει κείνο τ’ ανώνυμο λουλούδι
να χώνεται ημίτρελο στην κάννη ενός τανκ
τόσο βαθιά που μεταγγίζει στον Ιούνη
μίαν απόψε δικαιολογία θλίψης;

*Από τη συλλογή «μικρό και γήινο», εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2022.

Χ. Π. Σοφίας, Τρία ποιήματα

ΜΙΚΡΟ ΒΑΛΣ


Δεν ωφελούν τα βήματα
αφού θα χαθούν

Ούτε οι κινήσεις των χεριών
που πενθούν

Φθάνει ένα βλέμμα σε μιαν ασπρόμαυρη
φωτογραφία

Για να κυλήσει ένα δάκρυ

*

ΑΠΟΥΣΙΑ


Πόσο μού άρεσαν τα χέρια σου
Επάνω στο θερισμένο σώμα της σιωπής
πριν την καλοκαιρινή βροχή
Όταν συλλάβιζαν τη μοναξιά των συνοικιακών ονείρων
Τα δάχτυλα της θλίψης τα διψασμένα για ερωτικές
προσευχές που λιγόστευαν τα μεσημέρια μου
Το αγκάλιασμα της απουσίας το χορτασμένο

*

ΓΥΝΑΙΚΕΣ


Οι γυναίκες κομμένες σιωπές
με ασημένιες δαχτυλήθρες στα κομμένα δάχτυλά τους
διασχίζουν τα δωμάτια μέσα από καθρέπτες

αγαπούν τους πλανόδιους πωλητές
και τα χελιδόνια που έρχονται τον Αύγουστο
να δοκιμάσουν τη σπιτική βυσσινάδα τους

*Από τη συλλογή «εαυτόν άγνωστον», εκδ. Κουκκίδα, 2022.