Anastasia Afanasieva, Εκείνο είναι το σπίτι μου…

1

.

Εκείνο είναι το σπίτι μου.
Εδώ υπήρχε μια γέφυρα.
Τώρα δεν υπάρχει.

.

Αυτό είναι το σπίτι μου.
Αυτή είναι η αυλή μου.
Είναι ακόμα εδώ.

.

Εκεί που στεκόταν μια γέφυρα,
υπάρχει ένα ποτάμι.
Καμιά άλλη γέφυρα.

.

Εκεί που κάποτε υπήρχε ένα πέρασμα,
τώρα υπάρχει μια γραμμή.

.

Εδώ ζούμε,
στην γραμμή.

.

Στην κοιλιά του διαβόλου,
εδώ είμαστε.

.

2

.

Γύρισα πίσω
Μετά βίας τα κατάφερα
Πήρε λίγο χρόνο να τους βγάλω όλους έξω
Έχω μεγάλη οικογένεια
Οι γονείς μου είναι ηλικιωμένοι
Έπειτα υπάρχουν
Ο αδερφός μου η αδερφή μου η δική μου
έγκυος κόρη
Τους έβγαλα όλους έξω
Έξω από αυτό το καταραμένο σπίτι
Απλά φαντάσου
Υπάρχει ένα ποτάμι
Εκεί υπήρχε μια γέφυρα
Τώρα είναι κατεστραμμένη
Από τη μια πλευρά του ποταμού αυτοί οι άνθρωποι
Από την άλλη πλευρά, εκείνοι
Όποιοι κι αν είναι αυτοί
Ανάμεσά τους, το σπίτι μας
Μου πήρε τόσα πολλά ταξίδια
Πέρα δώθε
Για τον καθένα ξεχωριστά
Μετά βίας τους έβγαλα έξω
Μια μεγάλη οικογένεια
Αυτοί από τη μια πλευρά, εκείνοι από την άλλη
Το σπίτι στέκεται σαν σκιά
Λες και μόλυβδος διαπερνά τους τοίχους
Ή το σπίτι λυγίζει τα δοκάρια του
Για να μπορεί ν’ αποφεύγει το χαλάζι από σφαίρες
Στριφογυρίζει δεξιά και αριστερά
Τι τράβηξα η γυναίκα
Για να τους βγάλω όλους έξω
δεν μπορείς να φανταστείς
Έναν έναν
Κατευθείαν από την κοιλιά του κτήνους
Επιστρέφοντας κάθε φορά,
Βουτώντας μέσα σε όλο αυτό,
Χωρίς να ξέρω
Αν θα υπάρξει τρόπος
Αλλά τους έβγαλα όλους έξω
Και τώρα η κόρη μου
Ναι, η έγκυος
Λέει ότι θέλει να γυρίσει
Επιστρέφει αύριο
Έχει κάποιον εκεί
Έναν άντρα που αγαπά
Βλέπετε, ξέμεινε πίσω
Και η αγάπη, λοιπόν
Ξέρεις πως είναι η αγάπη
Για τους νέους
Ξέρετε πώς πάει για αυτούς
Όλα για την αγάπη

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://onlyfortrade.wordpress.com

Η αντεργκράουντ ποίηση και το Vivere Freakolosamente του Θεόδωρου Μπασιάκου

Θεόδωρος Μπασιάκος: Γκαγκάν Μυτεράν. Vivere Freakolosamente. ΑΠΑ(Ν)ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΕΖΑ. Φυλλάδα ποιημάτων και άλλων συναφών καταστάσεων, Εκδόσεις Πανοπτικόν 2021, σσ.: 352

Μεσάνυχτα στο νοσοκομείο
Έχω βγει στο μπαλκόνι, σε στάση επαγρύπνησης
Καπνίζω το τελευταίο τσιγάρο της καβάτζας
Με περιτριγυρίζει η ομορφιά του κόσμου, φυτά κι αστέρια κι όλα
Πλάι μου ο σύντροφος, ένα ντερέκι καλοκάγαθο, εργάτης, με τον καθετήρα του παρά πόδας.
Ησυχία.
Εν αναμονή των μεγάλων μαχών.
Αυτή την ώρα αντιλαμβάνομαι τη ζωή ως φρουρά απεργιακή.
Σιγοτραγουδώ Ραούλ Βανεγκέμ, ένα τραγουδάκι πολύ αγαπητό σ’ εμάς
τα παιδιά των Λυσσασμένων:

(«la vie s’ecoule, la vie s’enfuit…»)

Πρώτα θα μου βγει η ψυχή και μετά η ποίηση.

                                     (La lute continue, Σισμανόγλειο, Σάββ. 12/7/20, 1.30 π.μ.)

La vie s’ ecoule, la vie s’ enfuit. Η ζωή περνά, η ζωή χάνεται. Αλλά ο αγώνας συνεχίζεται. Με μουσική, τραγούδι, γέλιο και συντροφικότητα. La lute/lutte continue. Γιατί, όπως έλεγε και έγραφε πάντα στα ποιήματά του ο Θεόδωρος Μπασιάκος, η επανάσταση γίνεται για τη χαρά της ζωής και όχι (μόνο) για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών του ανθρώπου. Εξού και εκείνο το «Ζήτω το παγκόσμιο γλεντζαριάτο! ΓΛΕΝΤΖΑΡΙΟΙ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΧΩΡΩΝ, ΕΝΩΘΕΙΤΕ!» που έβγαινε ατόφιο από μέσα του και έκλεινε όλη την τρυφεράδα των λόγων και των έργων του. Στον εμμενή κομμουνισμό και μάλιστα στον εμμενή γλεντζέδικο κομμουνισμό, δηλαδή στην κουλτούρα της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, της χαράς της ζωής, έβλεπε την πραγματική φύση του ανθρώπου, τον ανυπότακτο άνθρωπο, παρόλη την ιστορική του αλλοτρίωση: «η φύση του ανθρώπου είναι το κερνάτε αλλήλους. Από τον καθένα ανάλογα με τις δυνατότητές του στον καθένα ανάλογα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες του. Άντε, στην υγειά μας ρε! Ζήτω η ζωή έξω οι Αμερικανοί, που έλεγε κι ο μπάρμπα Γιάννης ο Σκαρίμπας».

Ο Θεόδωρος Μπασιάκος -ή Γκαν-γκάν ή Γκαγκάν Μυτεράν ή Ινδιάνος ή Τεό Μπασιάκ, όπως ήταν μερικά από τα ευφάνταστα και παιγνιώδη ονόματα που κατά καιρούς υιοθετούσε-, υπήρξε αναμφίβολα μία από τις αυθεντικότερες φωνές της αντεργκράουντ ποίησης της Αθήνας. Ίσως η σπουδαιότερη. Με τα αποχαιρετιστήρια λόγια ενός από τους φίλους του, του ποιητή Γιώργου Κεντρωτή, τον Ιούλιο του 2020, «ο Μπασιάκος είναι περιθώριο αυθεντικό. Καθόλου ιμιτασιόν, καθόλου φολκλόρ, καθόλου φιγουρατζής. Δεν περιάγει την τέχνη του επαιτώντας θαυμασμό και αναγνώριση. Σούμπιτος είναι η τέχνη του και η τέχνη του είναι η ίδια του η ζωή. Ο ίδιος ήταν τραγουδιάρης: λάτρευε τα ρωσικά και τα τσιγγάνικα τραγούδια, όπως επίσης και τα ιταλικά. Τα ποιήματά του είναι τραγούδια – δεν φαίνεται με την πρώτη ματιά, αλλά είναι… Ο Μπασιάκος είναι ποιητής ταγμένος στη μεριά των προλετάριων. Τελεία. Ούτε «μποέμ» ούτε «προφητικός» – αυτά είναι για τους αστούς ποιητές, για να νιώθουν ότι δεν είναι αστοί, αλλά κάτι άλλο».

Στα ρεπό τους
τα «δουλικά»
(βουλγάρες, ρωσσίδες κλπ.)
ανταμώνουνε πάντα
στο ίδιο παγκάκι
σ’ αυτήν εδώ την πλατεΐτσα
καπνίζουνε ασταμάτητα
και τα λένε τα λένε
και καπνίζουνε
και κουνάνε τα
πόδια τους νευρικά –
κι αυτό είναι
-αυτό!-
το μέτρο των στίχων μου.

                (Το μέτρο)

Σκαλίζοντας ο ίδιος ένα μικρό βιογραφικό σημείωμα για όπου και όταν χρειαζόταν, συστηνόταν ως εξής:

Ο επιλεγόμενος Θεόδωρος ο γκαν-γκαν.
Γεννηθείς το 1963 εν Αθήναις (με ρίζες εις Καζακλάρ, επ. Τυρνάβου και αλλαχού).
Έχω κάνει πολλά και διάφορα μέχρι τούδε. Προκοπή δεν έκανα, διότι δεν μου πάει.

Έχω γράψει πολλά ποιήματα κυρίως. ιστορίες για αγρίους κ.ά. Πολλά δημοσιεύτηκαν κατά καιρούς, εδώ κι εκεί, σε περιοδικά λογοτεχνικά και πολιτικά, σε φανζίν καθώς και στον επαρχιακό τύπο. Ποίημά μου πρωτοδημοσιεύτηκε στο «Νέο Σοσιαλιστή», τροτσκιστικό εφημεριδάκι της μεταπολίτευσης. Ποιητικές συλλογές επισήμως έχω βγάλει τα Μαύρα Μάτια, Πλανόδιον 2006, και παλιότερα τα νεανικά 22 ποιήματα και Πολύ ευγενής, αρχές Δεκ. ’80. Συνήθως διακινώ τα ποιήματά μου εκτός εμπορίου υπό μορφή μικρών αυτοσχέδιων φυλλαδίων, με πιο γνωστό ίσως το Αγγούρια και μαργαρίτες. Ηλεκτρονικά κυκλοφορεί η συλλογή Κούκου-νιάου, Ενδυμίων 2017. Στην δε ομαδική συλλογή Επ7ά φωνές, Εξιτήριον 2018, συμμετέχω με κάποια λεγόμενα «Γαλλικά μου τραγούδια».

Η καλύτερή μου πάντως, είναι τα «λάιβ» μας, κάτι αρμένικες βραδιές αντεργκράουντ ποίησης και μουσικής μέχρι πρωίας σε λογής καταγώγια της Ανατολικής Όχθης των Αθηνών!

Κι’ οι φίλοι μου
είναι
όλοι τους
ένας κι’ ένας που λένε
Περιθωριακοί μεν
αλλά ιδιοφυίες
όλοι τους
Συνομιλητές σπουδαίοι
Μαχητές των δρόμων γενναίοι
Γερά ποτήρια
Ποιήματα πιο γερά κι’ από ποτήρια ακόμα
Καμμία* σχέση εννοείται με βραβεία κι εξουσίες
ή καριέρες
Όλοι
όλοι τους – όλοι μας
Καλοφαγάδες
Κι ας μην έχουμε να φάμε
(να μην έχουμε καν έναν πλούσιο φίλο…)
Όλοι
όλοι τους – όλοι μας εν τούτοις
με καλό γούστο
(για το οποίο δεν φημίζεται η μπουρζουαζία,
την οποία όμως και με το δίκιο μας την έχουμε χεσμένη…)
-αυτό είναι το ωραιότερό μου
ποίημα, το συνεχίζω αύριο ή συνεχίστε το εσείς –

                      (Είμαι οι φίλοι μου)

Ποίηση για τον Μπασιάκο είναι το πάθος (με τη διττή έννοια) και η μαρτυρία των καιρών – και ποιητής αυτός που ζει σαν ποιητής. Αυτός δηλαδή που αντιλαμβάνεται τον κόσμο ποιητικά. Οι ποιητές «οφείλουν να ρίχνουν νέα συνθήματα στο πλήθος και να χάνονται ύστερα και οι ίδιοι μέσα στο πλήθος που ήδη γίνεται ποιητικός λαός». Και κρίνονται από τη στάση τους στη ζωή, κυρίως από τη στάση τους απέναντι στο κατεστημένο.

Γράφω θα πει δρόμος
(κι αντίστροφα…)
θα πει δρόμο παίρνω και δρόμο αφίνω
θα πει γυρνάω
περπάτημα
δημοσιές
σταυροδρόμια
θα πει τόποι/σταθμοί/πολιτείες/άνθρωποι/μουσικές ανθρώπων
Γράφω θα πει δρόμοι της μουσικής
και της αγάπης.

(Το γράψιμο)

Και αλλού:

Γράφω
με τα χέρια στις τσέπες,
αλά σουλατσαδόρος.
Γράφω με τα πόδια,
στον δρόμο.
Οι βόλτες μου είναι η ποιητική μου συλλογή.
(Κυκλοφορεί!)
Τα γραπτά μου – απλώς κάποια ίχνη π’ αφίνω πίσω μου
κι’ αργά ή γρήγορα θα χαθούν·
ελαφρές πες μελωδίες που σφυρίζω αδιάφορα
καθώς διασταυρώνομαι με τίποτ’ ύποπτους μπάτσους…

                                      (Με τα χέρια στις τσέπες)

Και βέβαια, δεν γίνεται επανάσταση χωρίς μουσική –«ο έρως θέλει φίλημα κι’ ο πόλεμος τραγούδια»–, χωρίς η ποίηση να καταφάσκει στη ζωή και να συμμετέχει σε αυτή. Με γλώσσα καθημερινή και ανεπιτήδευτη ο Μπασιάκος φτιάχνει ποίηση βαθύτατα ανθρωπιστική και τα ποιήματά του συντονίζονται και ακολουθούν την (καθημερινή) ζωή και τη στιγμή που δεν πρέπει να χαθεί.

Κατηφόριζα την Τοσίτσα – μπορεί και ν’ ανηφόριζα – αργά και ξάφνου στης νύχτας μέσα τη σιγαλιά ακούω ένα σαξόφωνο. Ήταν ο Άρης ο Βαμπίρ, ο Άρης ο Ρέτσος, μορφή εμβληματική της Πλατείας κι’ ηθοποιός σπουδαίος (τον είχαμε τότε πρόσφατα απολαύσει στη διονυσιακή «Μανία»…) π’ αυτοσχεδίαζε με το σαξόφωνό του στον ρυθμό μιας τζαζ μπαλάντας, εκεί στο περίφημο άγαλμα της Βορείου Ηπείρου… Κάθισα ήσυχα στο διπλανό παγκάκι και τον άφισα να παίζει για πάρτη του και για μένα all night long.

Μα τον άγιο John Coltrane, μα την αγία Billie Holiday, φχαριστήθηκα μελαγχολία εκείνη τη νύχτα.

                                                                                                  (Νυχτοπερπατήματα)

H εξύμνηση της ζωής, της ζώσας ζωής, αυτό το ζωοφόρο και νικηφόρο και γλεντζέδικο Vivere Freakolosamente που υπερασπίστηκε μέχρι τέλους ο Τεό Μπασιάκ με την καρδιά και τις ιδέες του – ενάντια στο νεκρόφιλο και ατιμωτικό για τον άνθρωπο Vivere Pericolosamente των φασιστών – μοιάζει με ένα μεγαλειώδες τσιγγάνικο πανηγύρι που στήνεται ρεφενέ στη γη των ωραίων ανθρώπων, στη γη των προλετάριων.

Δεν είναι αλήθεια πως ο άνθρωπος βαστάει από τον απόπατο
Ένα μικρό μόνο μέρος της ανθρωπότητας βαστάει από τον απόπατο.
Οι άνθρωποι κατά βάσιν είναι
ωραίοι άνθρωποι

που βαστάνε απ’ τα σύγνεφα / βαστάνε απ’ τα Παρίσια / βαστάνε απ’ τους γκρεμνούς / βαστάνε απ’ τ’ αμείλικτα ερωτηματικά της ρετσίνας των ξηροσφυράδικων / απ’ τις φιλοφρονήσεις και τις προπόσεις / βαστάνε απ’ το καπέλο του θαυματοποιού με τα πουλιά / βαστάνε απ’ τα δειλινά / απ’ το γιασεμί και τα λαϊκά κεντήματα / βαστάνε ιδίως απ’ τις “καλημέρες”/βαστάνε απ’ τα τυπογραφεία και τα βιβλιοδετεία/βαστάνε από τις τροχιές των πεφτάστερων/βαστάνε απ’ τους ψιθύρους των λουλουδιών του Χλέμπνικωφ κι’ απ’ τη φλογέρα του Λογαρίδη/βαστάνε απ’ τ’ αποστακτήρια σπιτικής μολδαβέζικης βότκας/βαστάνε απ’ τα δακτυλίδια του καπνού/απ’ τα φοιτητικά δωμάτια/βαστάνε απ’ τις περιοδείες των μπουλουκιών στα κατσάβραχα/βαστάνε απ’ τις ευφάνταστες παρλάτες των κομπογιαννιτών/ βαστάνε απ’ το τόπι που παίζει που παίζει κάποιο κοριτσάκι/βαστάνε απ’ τα σφυρίγματα του αλήτη/βαστάνε απ’ το φιλί του μερακλή/βαστάνε απ’ τ’ ανατολίτικα παζάρια κι’ απ’ τους αράπικους τεκέδες/απ’ την καπνιά και τις ομίχλες των σιδηροδρομικών σταθμών/απ’ τα τσίρκα των ψύλλων/βαστάνε απ’ το χαμόγελο/βαστάνε από το γέλιο/βαστάνε από τα κουδουνάκια της πρωινής σκουπιδιάρας κι απ’ τα πρώτα πρωινά πουλάκια/βαστάν επίσης απ’ τον κόκκορα που λαλεί μες στο σκοτάδι/βαστάνε απ’ τα όνειρα στα συντρίμμια των χθεσινών ονείρων/
ωραίοι άνθρωποι
που βαστάνε από τις πλάκες εκείνες τις παλιές του γραμμοφώνου με τα παθητικά τανγκό και τα τσιγγάνικα εμβατήρια…
Όχι, λοιπόν, δεν είναι αλήθεια πως όλοι οι άνθρωποι βαστούν απ’ τον απόπατο.
Οι περισσότεροι άνθρωποι απλώς βαστάνε απ’ τον πίθηκο και πιστεύουν στο θεό/άλλοι πάλι στον Κινγκ Κονγκ…

(Μα κατά πώς λέει η Κατερίνα σημασία έχει να παραμένεις άνθρωπος!)
(Δεν είναι αλήθεια…)

Vivere Freakolosamente συμβαίνει κάθε φορά που περιγελούμε τον πολιτισμό των κατά Μπασιάκο επικίνδυνων ηλίθιων «ΚΔΩΑ» που μας κυβερνούν («Κτηνώδης Δύναμις Ογκώδης Άγνοια»), κάθε φορά που βγάζουμε τη γλώσσα και πολεμάμε το πλιάτσικο και την αρπαγή που είναι η «κουλτούρα των τσοπαναραίων» και σήμερα έχει εξελιχθεί σε αυτό που ονομάζουμε νεοφιλελεύθερο καπιταλισμό.

Να δουλεύεις για να δουλεύεις.
Να τρως για να τρως
Έτσι πάει!
Να δουλεύεις για να τρως, δεν το καταλαβαίνω.
Να μη δουλεύεις για να μην τρως, αυτό το καταλαβαίνει ο
νεοφιλελεύθερος μόνον
κι ο Απόστολος Παύλος βεβαίως.
(Ποτέ μου δεν τον χώνεψα τον Απόστολο Παύλο).
Η αγάπη, λέει ο μπάρμπα Κάρολος κάπου, ανταλλάσσεται μόνον με
αγάπη.
Γι’ αυτό κι’ εγώ:
είμαι νεαρός μαρξιστής

Επί τη ευκαιρία, αύριο είναι εργάσιμη μέρα ή καθόμαστε;
(Ρωτάω, διότι προτιμώ να καθόμαστε και να πληρωνόμαστε παρά να εργαζόμαστε και να μη πληρωνόμαστε).

                                      (Αμ’ πώς!)

Μέχρι τη στιγμή που θα φανταστούμε και θα πραγματώσουμε έναν άλλο κόσμο, ένα συλλογικό Vivere Freakolosamente, όχι για να πεθάνουμε ευτυχισμένοι, αλλά για να ζήσουμε ελεύθεροι.

Δεν μου αρέσει η ευτυχία. Άμα μυρίζομαι ευτυχία το στρίβω αλα γαλλικά. Προορισμός μας σ’ αυτή τη ζωή είναι η ελευθερία, όχι η ευτυχία. Τα κλουβιά κι’ οι ανέσεις τους δεν είναι για μας τους κορυδαλλούς.

Επ’ ευκαιρία: Τι σχέση μπορεί να έχουν με φυλακές οι κορυδαλλοί; Αδιανόητο! Πρέπει αμέσως να καταργηθούν οι φυλακές ή ν’ αλλάξει όνομα η συνοικία πρέπει.

Τα καναρίνια: Καλές φωνές. Και τα τραγούδι τους «πιασάρικα», «πουλάνε». Εμένα όμως δεν με συγκινούν. Καναβούρι κι ευτυχία – άστο καλύτερα.

Καλά λέει ο Μαγιακόφσκι: Στραγγαλίστε τα καναρίνια!

                                                 (Ornithology)

Vivere Freakolosamente, λοιπόν, και στην υγειά της Άνοιξης!

Είναι η εποχή των ποιητών
των λουλουδιών
των γαϊδάρων
Είν’ η εποχή των αναταραχών
του Μάη του ‘68
της Άνοιξης της Πράγας
(και της Κομμούνας, φυσικά)
Είν’ η εποχή των ωραίων καταστάσεων.
Ε ο υ ΐ!
έτσι λέει κάνουν τ’ αγριολούλουδα σαν ανθίζουν,
ο Χλέμπνικωφ το λέει.

Σε λίγες μέρες, πάνω κάτω μαζί με την παγκόσμια ημέρα Ποίησης, θα μας αλλάξουν πάλι την ώρα, θα μας βάλουν να γυρνάμε πάλι μπρος-πίσω μια ώρα τα ρολόγια… Το γνωστό βαρετό αστικοδημοκρατικό τροπάρι.

Αλλά εμείς, αδέρφια, εμείς όχι!
Εμείς είμαστε με τους ηρωϊκούς Κομμουνάρους,
που πυροβόλαγαν τα ρολόγια:
Κάτω ο μπουρζουάδικος χρόνος σας!
(Το δίχως άλλο το πιο σπουδαίο επεισόδιο επαναστατικής βίας όλων των εποχών!)
Εμείς θέμε:
Ρολόγια δίχως δείκτες! Ζωή δίχως θεούς και αφέντες!

                                              (Άνοιξη)

Vivere Freakolosamente και στην υγειά των φρηκ, των μπήτουλων και των νυχτερινών μπλουζ!

Το σκέφτηκα πολλές φορές
να ξεπουλήσω τη μικρή μου βιβλιοθήκη
Μ’ ένα ευρώ το κομμάτι, μαζεύονται 6-7 χιλιαρικάκια.
Είναι μι’ ανάσα.
Στο μεταξύ μαζεύονται οι λογαριασμοί τα χρέη
-δέκο, εφορία, τράπεζες –
Έννοια σου, θα τους ξοφλήσω με βιβλία
(σπάνιοι πολύτιμοι τίτλοι)
Κι’ αν τους αρέσει.
Αν δεν τους αρέσει, μι’ ακόμα απόδειξη
πόσο βάρβαρη, αμόρφωτη, κακόγουστη είναι
κι’ άξια μονάχα περιφρόνησης
η παρακμιακή αστική τάξη των καιρών μας.
Εγώ τα βιβλία θα τα κάνω όλα παστουρμά, τσιγάρα και ρετσίνα
(Έξω φτώχεια!)
Θα κρατήσω μονάχα το «Γαργαντούα και Πανταγκρυέλ»,
καρδιά μου,
Να το ‘χουμε για προσκεφάλι σα πλαγιάζουμε στα σανίδια.

                                         (Τα blues των 10.38 μ.μ.)

Vivere Freakolosamente και γεμίζουν τα ποτήρια στη μνήμη σου, τρυφερότατε ποιητή Γκαγκάν Μυτεράν!

Έχω κατασταλάξει στα 50 τόσα μου:

Αληθινός πολιτισμός – κι’ ίσως το μόνο που μένει, που θα μείνει – είναι τα ήθη και τα έθιμα και η αισθητική του περιθωρίου και του υπογείου, των ουτιδανών, των φρικιών, των εργατικών, των αράπηδων, των ρεμπέτηδων και των τζαζιστών, των λεγόμενων μειονοτήτων – εμένα τουλάχιστον εκεί θα με βρείτε…

Αλλά – μη μ’ ακούτε συνάδελφοι – μπορείτε αν θέλετε να βρείτε και καμμιά τρύπα να τρυπώσετε κι εσείς στο σύστημα, μην είστε κορόϊδα!

ΥΓ. (Όχι πως είμαστε τίποτε άγιοι εμείς… μα δεν το παίζουμε κι ούτε είμαστε Κύριοι και Κυρίες εμείς… Αντίο σας!)

(Εγωπρόβατα)

(Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στον Κώστα Δεσποινιάδη των εκδόσεων Πανοπτικόν για την απόφαση της συγκεντρωτικής έκδοσης του έργου του Θεόδωρου Μπασιάκου (1963 – 2020). Μαζί με τη Μαριάνθη Μαρκοπούλου, σύντροφο του ποιητή, επιμελούνται και παραδίδουν στους αναγνώστες ένα βιβλίο φτιαγμένο με υποδειγματική φροντίδα και περισσή αγάπη. Στο εισαγωγικό τους σημείωμα αναφέρουν: «Ο Μπασιάκος, προέρχεται από τον αστερισμό των βιολιών, εκεί που ό,τι ακούς, ό,τι διαβάζεις, ότι αγαπάς σε ποτίζει μέχρι το μεδούλι. Η ζωή η ίδια είναι το ποίημα. Ελπίζοντας, λοιπόν, ότι δεν προδώσαμε σε κανένα σημείο το πνεύμα και τη θέληση του Θόδωρου, παραδίδουμε τα άπαντα/άπα(ν)τα του Γκαγκάν, ο οποίος μειδιώντας από εκεί που βρίσκεται, θα γεμίζει το ποτήρι του, θα ανάβει τσιγάρο και θα λέει εβίβα στους φίλους και αγνώστους που θα πάρουν στα χέρια τους το βιβλίο αυτό»).

  • Σημείωση: Στην έκδοση κρατήθηκε, κατόπιν επιθυμίας του ποιητή, η ορθογραφία και η αισθητική που ήθελε να έχουν οι συλλογές του. Ιδιαίτερα στο ζήτημα της ορθογραφίας, ο Μπασιάκος είχε ιδιαίτερες απόψεις, στις οποίες επέμενε και ήθελε να γίνουν σεβαστές. Όπως έγραφε: «Ξέρω τρεις ορθογραφίες, τουλάχιστον, αλλά βεβαίως γράφω όπως μου γουστάρει. Και επί τη ευκαιρία θα ζητούσα κι απ’ τους εκδότες περιοδικών και μπλόγκερς που δημοσιεύουν κομμάτια μου να διατηρούν την ορθο-ανορθογραφία μου, όχι ότι με πειράζει, ό,τι θέλει ας κάνει καθείς, αλλά κι εγώ για κάποιο λόγο γράφω ό,τι γράφω έτσι όπως το γράφω».

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.rednblack.gr/stiles/i-antergkraount-poiisi-kai-to-vivere-freakolosamente-tou-theodorou-basiakou/?fbclid=IwAR3EOh5etWGCv0vGSlutDPiPYLUB0LJALRIQBmrVhKEXzW4SdqlIysQOF7E

Artem Kamardin, Δύο ποιήματα και μια καθόλου καλή ιστορία

ΕΚΦΡΑΣΗ ΠΟΝΟΥ

Να ζήσεις μέχρι την επόμενη επανάσταση:
να μην κερδίσεις χρήματα για γηρατειά ή να γίνεις διάσημος,
ούτε καν να μπεις στην όμορφη Ρωσία του μέλλοντος,
αλλά ακριβώς έτσι – για πλάκα,
για να μην πεθάνεις από την καθημερινότητα ή για να μην πέσεις κοιμάται στη ματωμένη μπανιέρα.
Ο δρόμος δεν είναι καλάμι,
και το μονοπάτι θα το κυριεύσουν όσοι το περπατήσουν.
Και ίσως θα σας φανεί περίεργο,
αλλά είναι καλύτερα να φύγετε όταν ούτε εσείς ούτε εσείς είστε ευπρόσδεκτοι εδώ.
Και τι πιο ευχάριστο
από το να αποδοθεί δικαιοσύνη, το γλέντι, να μετατραπεί σε κάτι μεγάλης συμμετοχής;
Ακόμα κι αν αυτός ο μεγάλος άνθρωπος απειλεί να σου διαλύσει
το σώμα και την ψυχή.
Οι δρόμοι δεν είναι κλαδιά,
και όποιος περπατήσει πάνω τους θα έχει κυριαρχία στο μονοπάτι
, με αντάλλαγμα τον θάνατο στα οδοφράγματα
για την ευτυχία.
Η παράσταση αναβλήθηκε, ο καλλιτέχνης βαριέται, ήρθε η ώρα να καταστρέψει
την εγκατάσταση!

2018

*

ΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΘΑ ΠΕΣΕΙ ΜΟΝΟ ΣΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΟΥ

Το καθεστώς θα πέσει μόνο κάτω από το δικό του βάρος,
θάβοντας εκατοντάδες χιλιάδες κάτω από τον εαυτό του.
Αν κρίνουμε από τις ρωγμές στα θησαυροφυλάκια,
το ογκώδες, ζοφερό κτίριο του
δεν θα διαρκέσει πολύ.
« Κυνηγήστε τις πόρνες που νιώθουν ελευθερία!
Πυροβολήστε τους και σκοτώστε τις ψευδαισθήσεις τους!».
Στο τρίτο τμήμα θα δουλεύουν μέρα νύχτα
προσπαθώντας να καταλάβουν
πόσο αξιόπιστοι είμαστε για εσάς.
Θα συνταχθεί φάκελος για κάθε ένα
– Τουλάχιστον δέκα σελίδες.
Και μετά, κάτω από το κολοσσιαίο βάρος του αρχείου με τα προσωπικά δεδομένα.
η αρχαία φυλακή θα καταρρεύσει.
Οι πλατείες θα πλημμυρίσουν από θεατές,
Στη θλιμμένη τους ματιά
θα υπάρχει παρεξήγηση
Και η παλιά ρωσική μελαγχολία.

Ο ποιητής Artem Kamardin ξυλοκοπήθηκε και βιάστηκε από τη ρωσική αστυνομία

Επιμέλεια: Andrea Garbin και Pina Piccolo

Στις 25 Σεπτεμβρίου, στο μνημείο του ποιητή Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι στη Μόσχα, πραγματοποιήθηκαν οι αναγνώσεις Μαγιακόφσκι, μια δράση στην οποία οι παρευρισκόμενοι διάβασαν ποίηση. Οι παραδοσιακές αναγνώσεις ποίησης στην πλατεία Triumfalnaya τον Σεπτέμβριο κηρύχθηκαν «αντικινητοποιήσεις» από ακτιβιστές.
Ο Artem Kamardin συμμετείχε στις «αναγνώσεις» εκείνη την Κυριακή. Σύμφωνα με το OVD-Info, πέντε συμμετέχοντες στην ποιητική εκδήλωση συνελήφθησαν επίσης με την κατηγορία της παράβασης του νόμου περί συγκεντρώσεων.
Ο ακτιβιστής και ποιητής Artem Kamardin ξυλοκοπήθηκε και βιάστηκε από την αστυνομία της Μόσχας, ανέφερε τη Δευτέρα η Novaya Gazeta Europe.
Ένας μάρτυρας φέρεται να είπε ότι οι αξιωματικοί ασφαλείας «χτύπησαν άγρια ​​τον Artem Kamardin και του κόλλησαν ένα μπαστούνι στον πρωκτό». Στη συνέχεια τον ανάγκασαν να ζητήσει συγγνώμη στην κάμερα επειδή είπε τις λέξεις «Δόξα στο Kyivan Rus – η Novorossiya μπορεί να το ρουφήξει» σε μια συγκέντρωση κατά της κινητοποίησης.
Η Novaya Gazeta Europe ανέφερε επίσης ότι η αστυνομία πήγε στο διαμέρισμα όπου μένει ο Kamardin για να “επιθεωρήσει τις εγκαταστάσεις”, επικαλούμενη τον δικηγόρο του Kamardin, Leonid Solovyov. Μετά την «επιθεώρηση», είπε ο Solovyov, η αστυνομία πήγε τον Kamardin, μαζί με τους ακτιβιστές Alexandra Popova και Alexander Menyukov, με τους οποίους ζει, σε αστυνομικό τμήμα.
Το κανάλι Telegram 112 δημοσίευσε ένα βίντεο που δείχνει τον Καμαρντίν να ζητά συγγνώμη «από τον πολυεθνικό ρωσικό λαό» με μώλωπες και κοψίματα στο πρόσωπό του.
Το OVD-Info ανέφερε αργότερα στις 26 Σεπτεμβρίου ότι η Alexandra Popova είχε αποφυλακιστεί από την αστυνομία. Είπε στο ανεξάρτητο δίκτυο ότι οι αστυνομικοί της τράβηξαν τα μαλλιά, της έβαλαν κόλλα στο στόμα και το πρόσωπό της, την απείλησαν ότι θα τη βίαζαν και της έδειξαν ένα βίντεο όπου βίαζαν τον Καμαρντίν.
Ανάρτηση από τον Andrea Garbin, από το προφίλ του στο Facebook, που δημοσιεύτηκε στις 27 Σεπτεμβρίου 2022.

Κατερίνα Φλωρά, Επέτειος

Με το μούδιασμα του κενού ξεκίνησε η μέρα
βαρύ το σώμα, νωχελικές οι κινήσεις
μας μετέφεραν αυτόματα σε όσα συνήθως.

Μια στιγμή θύμησης από το κοντινό παρελθόν
μας γνέφει ειρωνικά και πλαγίως
κοιτάζοντας την αμηχανία μας.

Μια στιγμή ζωής, δεν μετανιώνω για τίποτα είπες κυρία Ασπασία
και σκέφτηκα ότι μια γενιά φεύγει και τί ακολουθεί
καθώς το γκρίζο κυρίευε τη μέρα.

Του δειλινού η μαβιά χροιά
το θαμπό σήμερα φτάνει στο τέλος
επανάληψη, κυκλικότητα, λίγο φως στο βάθος.

Γεωργία Διάκου, Αφοσίωση

όταν πηδάω στο κρεβάτι
και με πιάνεις στον αέρα
είσαι παιδί μου, λες
δεν μπορώ να σε εγκαταλείψω
και το σώμα μου γίνεται μαλακό
τσακίστηκα όταν έλειπες
κι έμεινα με το μυαλό στο χέρι
ένας σκληρός εγκέφαλος

*Από τη συλλογή «αυτά που φαίνονται στο φως μου μοιάζουν οικεία», εκδ., θράκα, 2022.

Βίκυ Δερμάνη, Τρία ποιήματα

ΤΩΝ ΜΥΡΜΗΓΚΙΩΝ ΤΟ ΧΡΩΜΑ

Κάθε μέρα μυρμήγκια ψάχνω γύρω μου
μη και μου φάνε το ψωμί
το φαΐ μη και μου φάνε
να θυμηθώ αρνούμαι ότι από πείνα ακόρεστη
μια νύχτα αλγεινή τα είχα όλα καταπιεί

κανείς -ούτε κι εγώ- δεν κατάλαβε
πως τα πεθαμένα μάτια μου
είχαν των μυρμηγκιών το χρώμα

*

ΣΥΝΤΑΓΗ


Των ποιημάτων οι λέξεις
πνοές ιερές

παρηγορούν παυσίλυπα
τη ραγισμένη αμετακλήτως
φλέβα της ψυχής

*

ΔΑΚΡΥΑ

Δάκρυα πλημμυρούν τα μάτια
μέχρι που όλα γύρω θολά
μέχρι που τίποτα πια
σημασία δεν έχει

το πώς και το γιατί
Αδιάφορο

*Από τη συλλογή «Ενδορηγματώσεις», εκδ. στίξις, 2022.

Γιώργος Δρίτσας, Η μπαλάντα του Λούη Τίκα

Μαύρη πέτρα,
η φτώχια των ανθρώπων,
ρίχτηκε στο λιμάνι του Ρεθύμνου·
το σκουριασμένο πλοίο στοίβαξε
τις τελευταίες, πεταμένες ελπίδες
καθώς η Κρήτη γινόταν μια μικρή
κουκίδα μέσα στον λαβύρινθο
των ωκεανών.

Στου Νέου Κόσμου
τις ακτές όπου ο Κολόμβος, ρακένδυτος,
δόξασε τον νόμο της ισχύος
και τον μακάβριο κανόνα της
υποταγής του ανθρώπου στον άνθρωπο
-όταν τα πάντα πίσω του
είχαν χαθεί,
ήρθες υπηρέτης,
μέλος μιας άλλης
γενιάς σκλάβων
αυτών του Κεφαλαίου.

Από τις τάξεις των I.W.W.
στα μεταλλεία του Ροκφέλλερ
έκανες την αξίνα όπλο
και τη μαυρισμένη
φόρμα εργασίας τη μπαντιέρα
ενός νέου λαού,
της τάξης σου.

Ενώ το αίμα
των εργατικών συνδικάτων
του Σικάγο
δεν είχε ακόμη στεγνώσει
από τη μαγιάτικη εξέγερση του 1886,
βάδισες ξανά
στο μονοπάτι του αγώνα.

Στο Ludlow σφραγίστηκε
η πορεία σου
κάτω από το δειλό
χτύπημα ενός διεκπεραιωτή
“του νόμου και της τάξης”.

Το κρανίο σου άνοιξε,
κόκκινο αίμα χύθηκε δίνοντας
στις αγνές προθέσεις σου
το χρώμα της αντίστασης.

Από τότε,
κάθε φορά που η αδικία
σκιάζει τις καρδιές των ανθρώπων
πορεύεσαι σιωπηλά
-μαζί με τον Μαρίνο Αντύπα,
μέσα στις σκέψεις
των καταπιεσμένων,
δίνοντάς τους θέληση
να πολεμήσουν
για αυτό που έχει απομείνει.

Το ψωμί και την αξιοπρέπεια

Γιώτα Τεμπρίδου, «Σου γράφω πάλι από ανάγκη»: Η εξαιρετική περίπτωση της Παρβάνα Αμίρι

Παρβάνα Αμίρι, Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα, μτφ. Χρίστος Μάης, Ακυβέρνητες Πολιτείες, Θεσσαλονίκη 2021.

Η Παρβάνα Αμίρι, το κορίτσι με την άσπαστη πένα, είναι σήμερα δεκαεφτά ετών και ζει στην Ελλάδα[1]. Γεννήθηκε στο Αφγανιστάν, πέρασε από το Πακιστάν, το Ιράν και την Τουρκία, έζησε στη Μόρια και στη Ριτσώνα. Τη γνωρίσαμε όταν μας έγραψε μια σειρά από γράμματα, όχι στη μητρική της γλώσσα, αλλά στα αγγλικά. Την αποστολή των γραμμάτων, την κυκλοφορία τους στο ίντερνετ δηλαδή αλλά και τη μετάφρασή τους στα ελληνικά, ανέλαβε το δίκτυο Welcome to Europe. Αυτά έγιναν το 2020. Τη σκυτάλη πήραν μετά οι Ακυβέρνητες Πολιτείες, που φρόντισαν την έντυπη έκδοση των γραμμάτων της Παρβάνα Αμίρι Η πένα μου δεν σπάει, τα σύνορα είναι που θα σπάσουν: Γράμματα στον κόσμο από τη Μόρια. Τα δεκατέσσερα γράμματά της ανοίγουν με τα λόγια «μπες στη θέση μας», δυσπιστούν στα σύνορα και έχουν, νομίζω, αφυπνίσει αλλά και ενδυναμώσει ήδη πολλές από εμάς. Χαρακτηριστικό γνώρισμά τους είναι η έγνοια της Παρβάνα να δώσει φωνή σε όσο περισσότερες και περισσότερους μπορεί. Δεν μας προσφέρει έτσι την ιστορία μιας προσφύγισσας, αλλά πολλές προσφυγικές ιστορίες· ή πάλι: σκόρπιες στιγμές ενός συλλογικού βιώματος[2].

Και ενώ τα γράμματά της ταξιδεύουν ανά τον κόσμο (θα μεταφραστούν μάλιστα το επόμενο διάστημα στα ισπανικά), η Παρβάνα μεταφέρεται στο στρατόπεδο προσφύγων της Ριτσώνας. Στο ανήσυχο χέρι της συνεχίζει να έχει την πένα της, με αποτέλεσμα στην εκπνοή του 2021 να κυκλοφορήσει, από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες ξανά, το δεύτερο βιβλίο της Ζωές σε αναστολή: Γράμματα στον κόσμο από τη Ριτσώνα. Γράφεται και αυτό στα αγγλικά, τη μετάφραση αναλαμβάνει ο Χρίστος Μάης αυτή τη φορά. Η Παρβάνα, που γνωρίζει πόση αξία έχει «να βοηθάς, να μοιράζεσαι, να δίνεις, να προσέχεις τις άλλες» (26), μας καλεί μέσα στο στρατόπεδο της Ριτσώνας τώρα, να δούμε με τα μάτια μας, να ακούσουμε με τα αυτιά μας, να γνωρίσουμε ανθρώπους που είναι σαν εμάς –μόνο πιο άτυχοι. Η έννοια των συνόρων συνεχίζει να την απασχολεί, στην εξίσωση μπαίνει όμως τώρα και μια παράμετρος ακόμα: η πανδημία.

Το καινούργιο βιβλίο της Παρβάνα Αμίρι ανοίγει με μια αγκαλιά, ένα βουνό, έναν ωκεανό, μια κοιλάδα, έναν γαλαξία και μερικά άστρα ευχαριστιών. Ακολουθεί ένα κείμενο-μανιφέστο με τίτλο «Ποιος είναι πρόσφυγας;». Οι πρόσφυγες είναι συνηθισμένα ανθρώπινα όντα: «το ορφανό παιδί, η ανύπαντρη μητέρα, οι ηλικιωμένοι γονείς, οι ευάλωτοι άνθρωποι, τα θύματα πολέμου»(12, 13), εξηγεί η Παρβάνα και μας προετοιμάζει για ό,τι έπεται. Έπεται η καταγραφή εμπειριών-πορειών: την πορεία προς την Ευρώπη ακολουθεί η πορεία προς το άσυλο, την ενσωμάτωση, την αξιοπρεπή ζωή. Έπεται η αφήγηση ιστοριών «αναμονής και υπομονής» (152), που είναι γεμάτες «διακρίσεις, ανισότητα, καταπίεση», αβεβαιότητα για το μέλλον (14). Είκοσι εφτά αριθμημένα γράμματα, το πρώτο από τα οποία γράφεται τον Μάρτιο του 2020.

Ήδη από το πρώτο αυτό γράμμα, «Η Ριτσώνα υπό τον CoVid-19», στο επίκεντρο τίθεται η πανδημία. Η πανδημία που βρίσκει τους πρόσφυγες συνωστισμένους, χωρίς ενημέρωση, χωρίς πόσιμο νερό. Τον κορωνοϊό αφορούν και τα αμέσως επόμενα γράμματα. Στο δεύτερο, «Έσπασε η αλυσίδα», ο ιός φτάνει στο στρατόπεδο. Το τρίτο απαντάει με διαύγεια στο ερώτημα «Τι μας διδάσκει ο κορωνοϊός;». Μας διδάσκει πολλά, ανάμεσα στα οποία και «τι σημαίνει να είσαι προσφύγισσα. Τι σημαίνει να είσαι ευάλωτη, να σε αγνοούν· να είσαι ζωντανή, αλλά κρυμμένη· ελεύθερη, αλλά σε φυλακή· με χιλιάδες λέξεις, χιλιάδες σκέψεις, αλλά υποχρεωμένη να παραμένεις σιωπηλή» (27). Το τέταρτο, «Δημόσια ασφάλεια ή μαζικός αφανισμός;», αφορά τη συνθήκη της καραντίνας. «Τι σημαίνει καραντίνα σε ένα στρατόπεδο προσφύγων» όμως; Μια υπεύθυνη απάντηση θα μπορούσε να δοθεί μόνο μέσα από ένα τέτοιο στρατόπεδο.

Βασικός άξονας του βιβλίου παραμένει βέβαια η ζωή των προσφύγων, η μοίρα των προσφυγισσών. Η Παρβάνα γράφει για όλα αυτά που τους λείπουν, την υποτίμηση που υφίστανται, τη ζημιά που έχουν υποστεί, την παραμέληση των παιδιών, την κατάθλιψη, τα ψυχολογικά προβλήματα μικρών και μεγάλων. Γράφει για χαμένες ελπίδες, ανυπέρβλητες δυσκολίες, τείχη γύρω από στρατόπεδα, φωνές που (δεν) φιμώνονται, παραβιάσεις δικαιωμάτων, μια ημέρα στη δουλειά, μια αυτοκτονία και μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας, μια φωτιά και μια εκκένωση, έναν βιασμό. Γράφει για ζωές σε αναστολή.

Στην προσπάθειά της να είναι λεπτομερής και περιγραφική, μπαίνει σε ρόλο μάνας, πατέρα, γιαγιάς, παιδιού. Διατυπώνει ερωτήματα, αμφισβητεί, κατακεραυνώνει, διεκδικεί, απαιτεί: «Και μην παριστάνετε πως μας υποστηρίζετε φωτογραφίζοντάς μας και ανεβάζοντάς μας στο Facebook.» (53), «Θέλουμε τις γροθιές σας υψωμένες για εμάς, όχι εναντίον μας!» (56), «Θα έμενες σιωπηλός μπροστά σε αυτή την αθλιότητα;» (112), «Αγαπημένοι μου γονείς, θέλω να παραπονεθώ για τις πράξεις σας.» (105), «Αγαπητό Κράτος, δεν σε εμπιστευόμαστε!» (113), «Υποστηρίξτε μας. Σταθείτε αλληλέγγυες. Μην τους επιτρέψετε να μας απομονώσουν.» (117), «Απαιτούμε τα δικαιώματά μας σε αξιοπρεπή διαβίωση, αξιοπρεπή εργασία, αξιοπρεπή στέγαση, σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και εκπαίδευση.» (123).

Η Παρβάνα δίνει φωνή στη μικρή Rahela, που έχει μια τρύπα στην καρδιά, και στη μητέρα της που πασχίζει να τη σώσει. Σε μια εξηντάχρονη μάνα και γιαγιά, με άντρα θαμμένο στο Ιράν, αδέρφια θαμμένα στο Αφγανιστάν και γιο στη φυλακή. Σε μια παντρεμένη μητέρα που καταχωρείται ως ανύπαντρη επειδή το γραφείο ασύλου δεν αναγνωρίζει τον γάμο της. Σε έναν περήφανο αγρότη. Σε έναν δεκαεφτάχρονο που περνάει τις μέρες του στα κρεμμυδοχώραφα –κρεμμύδια ξεθάβει, όνειρα θάβει. Στη Farishta που μια πυρκαγιά τη φέρνει για λίγο από τη Μαλακάσα στη Ριτσώνα. Σε μια δεκαπεντάχρονη που τη βιάζει ένας φίλος της. Σε έναν ξεριζωμένο Αφγανό πατέρα. Και σε άλλες και άλλους. Από τις σελίδες του βιβλίου της περνάνε λαθρέμποροι που τάζουν, αστυνομικές δυνάμεις που δεν βοηθούν, δεξιές ομάδες που επιτίθενται, αρχές που υπόσχονται και εύκολα ξεχνούν. Η προσοχή της όμως είναι στραμμένη στους με κάθε τρόπο πληγωμένους, στις γυναίκες που έχουν υποστεί κάθε λογής βία από οικείους και ξένους, σε αγόρια και κορίτσια που μεγαλώνουν περιστοιχισμένα από απειλές, σε τόπους ξεχασμένους.

Είκοσι εφτά γράμματα μετά, η Παρβάνα γράφει έναν «Αποχαιρετισμό στη Ριτσώνα»: Στην κατακλείδα της αποχαιρετά τη Ριτσώνα, που «δεν ήταν ποτέ ένα απλό στρατόπεδο» (171). Την αποχαιρετά, παίρνοντας την πένα της μαζί, γνωρίζοντας πως «υπάρχουν κι άλλες ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν κι άλλες λέξεις που πρέπει να γραφτούν» (167). Καταγράφει πράγματα που θα της λείψουν· θα της λείψουν άνθρωποι, αισθήσεις και στιγμές. Εικόνες και αναμνήσεις που θα πάρει μαζί: «Ποτέ δεν θα ξεχάσω» (169). Καταλήγει στη δήλωση (που είναι και υπόσχεση μαζί) πως «το ταξίδι και ο αγώνας συνεχίζονται» (171). Πρόκειται πάντα για έναν αγώνα συλλογικό. Η Παρβάνα δεν παλεύει για το δικό της μόνο μέλλον αλλά και για πολλών ακόμα παιδιών, εφήβων, ανθρώπων, γυναικών.

Την έκδοση πλαισιώνει ένα επίμετρο του Γιώργου Σπυρόπουλου, που είναι μέλος της συνέλευσης Stop War on Migrants. Η ανάγνωση του βιβλίου μάς αφήνει με ένα μούδιασμα, κάτω από το οποίο είναι κάτι άλλο που εκκολάπτεται –μια διάχυτη αίσθηση θάρρους. «Θάρρος είναι να μπαίνεις στη θέση αυτών που επιζητούν τα δικαιώματά τους ανά τον κόσμο» (41), γράφει η Παρβάνα. Η Παρβάνα που μας ζητά επίμονα «μαζί να παλέψουμε για το κοινό μας καλό» (123). Η Παρβάνα που δεν εφησυχάζει –επισκέπτεται στρατόπεδα προσφύγων, παίρνει μικρόφωνα, καλεί σε διαμαρτυρίες· παρατηρεί, σκέφτεται, αντιδρά και γράφει.

Η Παρβάνα που επιλέγει να μην πορεύεται μόνη. Με την ολοκλήρωση του βιβλίου της, λέει «και τώρα η σειρά σας», ανεβάζει δυο πιθανούς τίτλους στο Facebook και συζητάει γνώμες και προτάσεις γνωστών και αγνώστων. Η Παρβάνα που σε κοιτάει και με αγωνία σε ρωτάει πώς σου φάνηκε το βιβλίο της: «Τι θα μπορούσα να αλλάξω;». Δεν συγκρατεί τον ενθουσιασμό της όταν ακούει πως πολλές περιμένουν να τη γνωρίσουν στην παρουσίασή της. Η Παρβάνα που, με αγωνία ξανά, ρωτάει «και τα ποιήματα;» και εγώ που τότε μόνο πληροφορούμαι πως γράφει και ποιήματα –ετοιμάζονται από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες και αυτά[3]. Η Παρβάνα με δυο βιβλία-βόμβες στο ενεργητικό της και εγώ που ξεκίνησα να γράφω για μια έκδοση που θεωρώ τόσο σημαντική και διαπίστωσα πως θα ήταν καλύτερα όλα μόνη της να μας τα πει.

Η Παρβάνα· και δίπλα της εμείς.

*Επειδή δεν μπορεί να αποτελεί η γνώση της ελληνικής προϋπόθεση για να συναντηθείτε με την (εξόχως συμπεριληπτική) Παρβάνα Αμίρι, ακολουθεί η μετάφραση του κειμένου στα αγγλικά από τη Λία Γυιόκα.

Writing Out of Need: The Exceptional Case of Parwana Amiri

Parwana Amiri, Suspended lives: Letters to the World from Ritsona, translated by Christos Mais, Akyvernetes Politeies, Thessaloniki 2021.

Parwana Amiri, the girl with the unbreakable pen, is now seventeen and lives in Greece.[4] Born in Afghanistan, she passed through Pakistan, Iran and Turkey, lived in Moria and Ritsona. We first met her through her letters. She wrote and published them in English, not in her native language. The Welcome to Europe Network immediately undertook their translation into Greek, as well as their online publication and distribution, in 2020. The baton was then passed to the Akyvernetes Politeies Editions, that took care of publishing Parwana Amiri’s fourteen letters in book form:My Pen Won’t Break, but Borders Will: Letters to the world from Moria. Her fundamental distrust in the borders is captured in the introductory words: “Put yourself in our place”. They have awakened and strengthened many of us already. The epistles are marked by Parwana’s constant concern to give voice to as many as possible. They do not offer us the story of one refugee, but of several; or, one might even say, they are scattered instances of a collective experience.[5]

And while her letters were travelling around the world (they are currently being translated into Spanish), Parwana was transferred to the Ritsona refugee camp. Her restless hand clung tightly to the pen, and by the end of 2021 she had produced her second book, to be published again by Akyvernetes Politeies: Lives in Suspension: Letters to the World from Ritsona. The text was again written in English, and this time was translated into Greek by Christos Mais. In this book, fully aware of the value of “helping, sharing, giving, caring for others” (26), Parwana invites us straight into the Ritsona camp, and urges us to look at with our own eyes, listen to with our own ears, and meet in person, humans who are just like us, only more unlucky. The issue of borders continues to pervade her writing, yet a new parameter enters the equation: the CoVid pandemic.

Parwana Amiri’s new book opens with a wide embrace, a mountain, an ocean, a valley, a galaxy and a handful of thanksgiving stars. There follows a manifesto-like passage asking “who is a refugee?”. Refugees are ordinary human beings: “an orphan child, a single mother, elderly parents, vulnerable people, victims of wars” (12, 13). Parwana explains and prepares us for what is in order. First, she presents accounts of personal experiences / itineraries: the journey to Europe is followed by the journey through asylum procedures, towards integration, towards a dignified life. After that comes the telling of “stories of waiting and patience” (152), full of “discrimination, inequality, oppression”, full of uncertainty about the future (14). All in all, the volume hosts twenty-seven numbered letters, the first of which dates from March 2020.

Already in her first letter, entitled “Ritsona under CoVid-19”, the pandemic comes to the fore. CoVid finds refugees crammed inside detention camps, with no information, and no drinking water. The next few letters are also about the corona virus. In the second one, “the chain breaks” and the virus reaches the camp. The third offers a lucid response to the question “What does the coronavirus teach us?”. It teaches us a lot, including “what it means to be a refugee. What does it mean to be vulnerable, to be ignored; to be alive but hidden; free but in prison; with a thousand words, a thousand thoughts, but obliged to remain silent” (27). The fourth, “Public security or mass destruction?”, discusses the conditions of quarantine. “What does it mean to be quarantined in a refugee camp?”. The only responsible answer can come from inside a refugee camp.

The main axis of the book is naturally the life of refugees, the fate of refugee women. Parwana writes about all those things they lack, the devaluation they face, the damage they have suffered, the neglect of children, depression, the psychological problems affecting young and old alike. She writes about lost hopes, insurmountable difficulties, walls around camps, voices (not) silenced, rights violations, a day at work, a suicide, a protest, a fire, evacuation, rape. She actually writes about lives in suspension.

In her effort to be thorough and descriptive, she takes up the role of mother, father, grandmother, child. She asks questions, argues, explodes, exclaims, demands: “And do not pretend you support us by taking our picture and uploading it on Facebook.” (53), “We need your fists raised for us, not against us!” (56), “Would you remain silent in the face of this misery?” (112), “My dear parents, I would like to complain about your actions.” (105), “Dear State, we do not trust you!” (113), “Support us. Stand in solidarity with us. Do not let them isolate us.” (117), “We demand our rights to a decent life, a decent job, a decent home, our rights to healthcare and education.” (123).

Parwana lends her voice to young Rahela, who has a hole in her heart, and to her mother who is struggling to save her. She speaks for a sixty-year-old mother and grandmother, with a husband buried in Iran, brothers buried in Afghanistan and a son in prison. For a married mother who gets registered as unmarried because the asylum office does not recognize her marriage. She speaks for a proud farmer. For a seventeen-year-old who spends his days in the onion fields – digging up onions, burying his dreams in the soil. She speaks for Farishta, who will briefly come to Ritsona after a fire breaks out in Malakasa. For a fifteen-year-old girl who gets raped by a friend. For an uprooted Afghan father. For more and more people. Smugglers who offer promises, police officers who do not offer help, right-wing groups that launch attacks, authorities that easily forget their duties. Yet her focus remains on the wounded, on the women who have suffered all kinds of violence by relatives and strangers, on the boys and girls who grow up amidst all kinds of threats, in places abandoned and forgotten.

Twenty-seven letters into the book, Parwana writes a “Farewell to Ritsona”: At the end she says goodbye to Ritsona, which “was always more than just a refugee camp” (171). She bids farewell to the camp, packing her pen with her, knowing that “there are more stories to be told and more words to be written” (167). She tries to record what she is going to miss; she will miss people, senses, moments. With her she will carry images and memories: “I will never forget” (169). She concludes with the statement (which is also a promise) that “the journey and the struggle shall go on” (171). It is always a collective struggle. Parwana is not fighting for her own future only, she is fighting for many more children, teenagers, humans, women.

The volume closes with an afterword by George Spyropoulos, a member of the Stop War on Migrants assembly. Reading the book leaves us with a certain numbness, yet beneath it looms a pervasive sense of courage. “Courageis to try putting yourself in the place of those who demand their rights around the world” (41), Parwana writes. Parwana insists on “fighting together for the common good” (123). Parwana is not complacent – she visits refugee camps, picks up the mike, calls for protests and mobilizes; she observes, she thinks, she reacts. She writes.

Parwana chooses not to walk alone. At the end of her book, she writes: “now it’s your turn”. She uploads two possible titles on Facebook and discusses opinions and suggestions with friends and strangers. Parwana looks at me and anxiously asks me what I thought of her book: “Do you think I should change something?”. She does not contain her excitement upon hearing about the people lining up to meet her at her presentation. Parwana, anxiously again, asks “and what about the poems?” and that is when it first strikes me that she also writes poems (a volume with her poetry is currently being prepared by Akyvernetes Politeies).[6] Parwana has delivered to us two explosive volumes and me, I started writing this note on a book I feel is so important, only to realize it would have been so much better all along if she had done all the talking herself.

This is Parwana. And this is us, right by her side.

[1] Όσο γράφω αυτές τις αράδες, είναι δεκαεφτά και βρίσκεται ακόμα στην Ελλάδα. Όταν τις διαβάζετε, θα έχει μεγαλώσει λίγο και πιθανότατα θα είναι κάπου αλλού.

[2] Μια παρουσίαση του βιβλίου αυτού, που έγινε στο πλαίσιο του 10ου Ελευθεριακού Φεστιβάλ Βιβλίου Θεσσαλονίκης, με τη συμμετοχή της Παρβάνα Αμίρι, του Γιώργου Σπυρόπουλου και της Λίας Γυιόκα που ανέλαβε τη διερμηνεία, μπορείτε να ακούσετε εδώ: https://www.1431am.org/audio/recorded-events/2021/10/05/i-pena-moy-den-spaei-ta-synora-einai-poy-tha/. Την Παρβάνα μπορείτε, αν θέλετε, να τη γνωρίσετε καλύτερα μέσα από συνεντεύξεις που έχει δώσει. Παραπέμπω ενδεικτικά σε δύο από αυτές, στη Μαρία Λούκα και στη Σταυρούλα Πουλημένη, αντίστοιχα: https://popaganda.gr/art/i-parwana-ena-genneo-koritsi-apo-to-afganistan-grafi-gia-ta-ratsistika-sirmatoplegmata-tou-ellinikou-kratous/ (22.6.21), https://alterthess.gr/parvana-amiri-ntopioi-kai-metanastes-na-spasoyme-ta-metaxy-mas-synora/ (13.10.21).

[3] Όσο τα περιμένουμε, αποκλείεται να χάσουμε αν διαβάσουμε τις ιστορίες και άλλων προσφυγισσών. Προτείνω οπωσδήποτε το τρίγλωσσο (ελληνικά, αγγλικά, φαρσί) βιβλίο τής (επίσης δεκαεφτάχρονης Αφγανής) Μπεναζίρ Χοσσαϊνί Η καινούργια μου ζωή, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις των ξένων.

[4] By the time these words reach you, Parwana has probably grown a little older and has left Greece.

[5] Link to the book presentation by Parwana herself at the 10th Libertarian Book Festival: https://www.1431am.org/audio/recorded-events/2021/10/05/i-pena-moy-den-spaei-ta-synora-einai-poy-tha/. Links to two (of many) interviews she has given (to Maria Louka and to Stavroula Poulimeni respectively): https://popaganda.gr/art/i-parwana-ena-genneo-koritsi-apo-to-afganistan-grafi-gia-ta-ratsistika-sirmatoplegmata-tou-ellinikou-kratous/ (22/06/21), https://alterthess.gr/parvana-amiri-ntopioi-kai-metanastes-na-spasoyme-ta-metaxy-mas-synora/ (13/10/21).

[6] Meanwhile, there is definitely no harm in reading the stories of other refugee girls. I fully recommend My New Life, written by Benazir Hossaini (also seventeen and also from Afghanistan), and published in three languages (Farsi, Greek and English) by the Editions des Etrangers.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://mag.frear.gr/soy-grafo-pali-apo-anagki-i-exairetiki-periptosi-tis-parvana-amiri/?fbclid=IwAR03wcTGbeQM-rX4eUDotMuDl-oCNm0F7FsGY44IcMYJDgoJfy_s-3oHlFg

Κριτικό σημείωμα για την ποιητική συλλογή, “Σαλός Μαγνήτης” της Ρωξάνης Νικολάου

Γράφει ο Αναστάσης Πισσούριος*

Μια κριτική σ’ ένα λογοτεχνικό έργο έχει χρέος να γίνεται πρωτίστως με σεβασμό προς το έργο. Κατά δεύτερον, επιτάσσεται η απαραίτητη προσοχή ώστε να μην κυριαρχήσει το συναίσθημα έναντι της κριτικής ανάλυσης. Κατά συνέπεια, ο ίδιος ο κριτικός επιβάλλεται να υπαγορεύει στην κριτική του να βρίσκεται με συνέπεια όχι κάπου αλλού αλλά πάντοτε εκεί, μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να επιλέξω μια ποιητική συλλογή – για παράδειγμα τη συλλογή Σαλός Μαγνήτης της Ρωξάνης Νικολάου (εκδόσεις Φαρφουλάς 2022) και να τοποθετηθώ για το συγκεκριμένο έργο με διάφορα κοσμητικά επίθετα, μ’ εντυπωσιακές ποιητικές εκφράσεις, με συναισθηματικά φορτισμένες λέξεις ή και με τη συνήθη πομπώδη χρήση του λόγου. Αντί αυτού, η συγκεκριμένη κριτική – και δη η κριτική εν γένει – είναι επιβεβλημένο να πιέζει το λογοτεχνικό έργο – για παράδειγμα εδώ τα ποιήματα της Νικολάου – στη μέγγενη και στη βάσανο του κριτικού ελέγχου. Το κατάλοιπο αυτής της εξαντλητικής πίεσης δεν μπορεί να μην το βαραίνει το θραύσμα της πολιτικά ιστορικής θέσης του εκάστοτε δημιουργήματος. Ο εντοπισμός της αλήθειας ενός λογοτεχνικού έργου δεν συνίσταται βέβαια στην επικαιροποίησή του αλλά στην ανάδειξη της σχέσης του με την καθολικότητα της πολιτικής του ύπαρξης. Η ποιητική συλλογή της Νικολάου για παράδειγμα ενδείκνυται για την πολιτική της ποιητική οντολογία. Είναι προφανές ότι τα ποιήματά της δεν συγκροτούν συνθηματικό λόγο ούτε βέβαια ρομαντικό κομεντί μονόλογο. Ένα αξιόλογο στοιχείο στην ποίηση της, το οποίο αφήνει χώρο για να λειτουργήσει το πολιτικό στοιχείο, έγκειται στην χώνευση των νοημάτων, στην επεξεργασία τους και τελικά στην προσφορά τους στον αναγνώστη ως ποίηση. Η επίτευξη της ποιητικής της εργασίας απαιτεί τον χώρο μιας πραγματικότητας, πέρα δηλαδή από γλωσσικά εφέ και συγκινησιακές, μεταφυσικού τύπου, επικαλύψεις. Στη συγκεκριμένη συλλογή, Σαλός Μαγνήτης η ποιήτρια καθιστά αναγκαία τη συνθήκη της χώρας της. Με άλλα λόγια, τα ποιήματα της συλλογής λειτουργούν ως αποκωδικοποιητές του κατεσταλμένου οικείου. Η ποιήτρια εκμυστηρεύεται όχι τα δικά της μυστικά αλλά της πατρίδας της. Η γυμνή και κρύα χώρα παραμένει ενεργή παρουσία στη συλλογή, απαλλαγμένη από τις εξαρτήσεις της μητρόπολης.


Στο ποίημα Μια κοπέλα που την έλεγαν Πέτρα, διακρίνει κανείς αυτήν ακριβώς την μοιραία παρουσία της πατρίδας, όχι ασφαλώς ως κάτι που αποσπάται από την ύπαρξη αλλά ως κάτι που την καθορίζει ως πολιτικό ον· ως, δηλαδή, «σάρκα ψυχής»:

«πως έριχνα μαύρη πέτρα
στην πατρίδα
κι εξουθενωμένη
από τη νοσταλγία έφτανα
σ’ ένα café του Μονάχου

και τη μαύρη πέτρα
σκέπασαν βρύα
κι η μαύρη πέτρα
που τη σκέπασαν βρύα
έγινε η σάρκα της ψυχής.»

Ο «σαλός μαγνήτης» της Ρωξάνης είναι ο ίδιος ύπαρξη και δη πολιτική ύπαρξη. Είναι ο σαλός μαγνήτης ο οποίος:

«Έσωσε λίγη γη απ’ τα δόντια τους και μέσα της κοιμήθηκε.
Στυλώνει με τα οστά του ανήκουστη μουσική.»

Είναι ο σαλός μαγνήτης η συνείδηση εκείνη που κρατάει «σπαθί από αίμα και λάσπη (αίμα και όνειρο)». Η πρωτοτυπία της ποιητικής δημιουργίας της Νικολάου μεταξύ άλλων συγχρόνων της, που υποτάσσονται στην ασφάλεια του συμβιβασμού, έγκειται στο γεγονός ότι αυτή η συνείδηση δεν είναι δανεισμένη, ούτε ντυμένη με την καθαρότητα της ιστορίας και την αποκρυσταλλωμένη της μορφή. Αυτή η ιστορική συνείδηση βρίσκεται κατά την ποιήτρια κατάχαμα, χάμω, στο πάτωμα και πάνω στις πέτρες:

«Τις πέτρες φτιάχνω για τα χαλάσματά μου που όμορφα
θα σκορπιστούν μες στ’ αγριόχορτα και τις τσουκνίδες
δεν γράφω ποιήματα.»

Και βέβαια γράφει ποιήματα αλλά και βέβαια δε γράφει. Η γλώσσα-έρημος δεν της ανήκει:

«ένα τραυλό παιδί κλωτσάει
την πέτρα της γλώσσας του:
«η έρημος που μας ενώνει
η έρημος που μας χωρίζει
η έρημος που μας καταπίνει».

(Όλα θα τ’ αγαπήσει ο καιρός)

Αυτή η συνείδηση κείται μακράν τους φωτός, ακόμα αναπνέει με πείσμα μόνο χώμα:

«Αντιγράφω τα λόγια της βρύσης σου: «αφότου έφυγες
στέκω των ερειπίων μπάστακας, νερό δεν έτρεξα ξανά
μόνο χώμα».»

Εναποθέτει τις δυνάμεις στον αγώνα για την αιώνια ήττα. Δεν υπάρχει νικηφόρα έκβαση στην ποίηση της Ρωξάνης· γι’ αυτό και δεν χρειάζεται ψόφιους ήρωες:

«ΘΥΜΗΣΟΥ ΟΠΟΙΑ ΩΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ‘ΝΑΙ ΠΩΣ ΔΕΝ ΔΙΑΣΎΡΟΥΜΕ ΤΟ ΧΩΜΑ ΜΑΣ
Βάζω τ’ αφτί μου στην κοιλιά της γης.
Ένα καρφί γυρνά μες στην καρδιά μου
χύνεται ακόμα αίμα
κι αυτή γεννάει όλο γεννάει.»

Αφού πια δεν υπάρχουν μυστικά, η συνείδηση σπασμένη και σπαρμένη σαν το χώμα της πατρίδας της, δημιουργεί την ίδια την πατρίδα ή το παγωμένο δέρμα της ύπαρξης όπως τιτλοφορείται το ακόλουθο ποίημα:

«Φορά παράταιρα ρούχα. Στο χέρι του
κρατά πουρόπετρα του Μάμμαρι.
Παραμιλά για τα δέντρα του που έπαθαν
άνοια και κατάθλιψη που ούτε τα πουλιά
δεν τα πλησιάζουν πια,
για τον παμπάλαιο αέρα του τόπου
που κλείστηκε κι εκείνος στον εαυτό του
αφού πρώτα είπε: «αφήστε με να κοιμηθώ,
να κουρνιάσω στ’ αγαπημένο χώμα,
το άθλιο εμπόριο να ξεχάσω.»

Τέλος, αν στη συλλογή Ψαλιδιστής (εκδόσεις Τεχνοδρόμιον 2018) ξεκινάει η σύνθεση του προσώπου – του σπασμένου πάντα προσώπου:

«Συνθέτω ένα σπασμένο πρόσωπο.
Αυτό το σπασμένο πρόσωπο…»

(Παραμύθι)

τότε στο Σαλός Μαγνήτης επιτελείται μια σύνθεση της πολιτικής συνείδησης του τόπου, του Κυπριακού τόπου, του τόπου εκείνου που ακόμα δεν υπάρχει, που ακόμα τρώει χώμα και μαγνητίζει «σκουπιδάκια και χνούδια του αέρα» κι αγωνίζεται να παραμείνει σαλός αλλά «ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

«ΑΝ ΗΤΑΝ ΝΑ ΓΙΝΩ ΣΑΛΟΣ ΜΑΓΝΗΤΗΣ ΘΕΕ
ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΑΚΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΧΝΟΥΔΙΑ ΤΟΥ
ΑΕΡΑ ΟΧΙ ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ»

*Από το https://www.monocleread.gr

Γιώργος Μπλάνας, Πρόσπερος

“Σκορπίστε χαρτιά μου, σκορπίστε”,
είπε ο Πρόσπερος. “Η ουσία
των πραγμάτων δεν γράφεται, δεν λέγεται.
Ένας κόμπος στον λαιμό το καλό,
ένα μούδιασμα στη γλώσσα το κακό.
Και το χέρι: ενός ξένου δισταγμός.
Πέτρα κι αλάτι και σκιές το μεσημέρι,
θάμνοι και δέντρα, φυλλωσιές,
νυσταγμένα πουλιά το απόγευμα.
Κι αυτά είναι όλα κι όλα τα γράμματα
της σοφίας – κι η σοφία
πάντα ανορθόγραφη. Θα επιστρέψω
εκεί που σκέφτηκα πρώτη φορά
αυτήν την άνυδρη λέξη: Ουσία.
Κι αν θέλω κάτι να γνωρίζω, θα ποτίζω
βασιλικό και ρίγανη και μέντα
και συναφή κατηγορήματα το όντως Όντος”.