Jorge Palma, Bring back those who left already / Φέρτε πίσω αυτούς που έφυγαν ήδη

Let the ones who already left come back.
Those who left without voice
to the snails
no sound to the storms
no light to the windows.

Let the ones who left come back.
The ones that tied my bones
to your bones
the ones that were taken
one arm half a leg
those who do not want it
they left my heart on the mountain.

Let the ones who left come back.
Let them come out of the pictures
of the letters
of those horrible boxes
who hold them, night and day,
and throw them into a dark river
without grave.

Because the sea of time
returns them like wreckless,
and never ever
they end up dying.

Φέρτε πίσω αυτούς που έφυγαν ήδη

Ας επιστρέψουν αυτοί που έφυγαν.
Αυτοί που έφυγαν χωρίς φωνή
στα σαλιγκάρια
χωρίς ήχο στις καταιγίδες
χωρίς φως στα παράθυρα.

Ας επιστρέψουν αυτοί που έφυγαν.
Αυτοί που έδεσαν τα κόκαλά μου
στα κόκαλά σου
αυτοί που τους πήραν
ένα χέρι μισό πόδι
όσοι δεν το θέλουν
που άφησαν την καρδιά μου στο βουνό.

Ας επιστρέψουν αυτοί που έφυγαν.
Αφήστε τους να βγουν έξω από τις εικόνες
από τα γράμματα
από εκείνα τα φρικτά κουτιά
που τους κρατούν, νύχτα και μέρα,
και πετάξτε τα σε ένα σκοτεινό ποτάμι
χωρίς τάφο.

Γιατί η θάλασσα του χρόνου
τα επιστρέφει ατάραχα,
και ποτέ μα ποτέ
δεν καταλήγουν να πεθαίνουν.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ιωάννα Λιούτσια, Συγχώρεση

Ποτέ μη ζητάς συγγνώμη γι’ αυτό που θέλησες να κάνεις.
Συγγνώμη από γονείς που εγκαταλείπεις,
από φίλους που δεν θυμάσαι πια,
από «αγάπες» που δεν ξεδίψασες ποτέ,
από όνειρα που ποτέ δεν θα ερμηνεύσεις.

Μη μου ζητάς συγγνώμη.
Και μη μου ξαναλές τα ίδια.
Η αγάπη δεν θέλει θεωρίες κι αναλύσεις.
Απεχθάνεσαι το μπλα-μπλα
αλλά δεν κάνεις τίποτα άλλο.
Με ρώτησαν ποτέ τα μάτια σου για να τους πω;
Εγώ αυτό το λέω λιποταξία.

Τ’ αγρίμια δεν τάζουν στους ανθρώπους.
Φύγε.

*Από τη συλλογή “Συνομιλίες σε Μη+” (2013).

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δεν είναι ώρα για τραβήγματα

Λίγο πριν δύσει – Με τον Δρομοκαΐτειο και τον Ασίζ στο Βράχο – Ξεψαχνισμένοι από ένα γάρο – Τουρίστες φαίνονται στο βάθος – Φωτό να παίρνουν απ’ τα ερείπια – Ο νους μας για κανέναν μπάτσο – Δεν είναι ώρα για τραβήγματα – Ο Δρομοκαΐτειος απ’ το άσυλο – Είναι σκασμένος κάποιες μέρες – Γιατί τον δένανε με ιμάντες – Γιατί του φέρονταν σαν μίασμα – Ο Ασίζ δεν έχει πασαπόρτι – Σκόρπια κωλόχαρτα – Όλα σκάρτα – Κι είναι στο στήθος γαζωμένος απ’ τις ΗΠΑ στη Βαγδάτη – Σαν να φοράει μια άλλη μπλούζα – Με τα κουμπιά και το μανίκι – Λίγο πριν δύσει – Με τον Δρομοκαΐτειο και τον Ασίζ στο Βράχο – Ξεψαχνισμένοι από ένα γάρο – Τουρίστες φαίνονται στο βάθος – Φωτό να παίρνουν απ’ τα ερείπια – Ο νους μας για κανέναν μπάτσο – Δεν είναι ώρα για τραβήγματα-

*Από το βιβλίο “Κάθαρμα”, εκδ. Οδός Πανός, 2020.

ένα έτσι, αυτογνωσία

τα σπουδαία ποιήματα περιμένουν το νερό να βράσει
κι έπειτα βουτάν το κεφάλι μέχρι να χαθεί
κάθε ίχνος προσωπικότητας
εγώ πάλι δεν ξέρω ποιος είμαι
κι είμαι σχεδόν σίγουρος πως δεν μάθω πότε

έχω μάθει πια πως κάποια βιβλία
αδυνατώ να τα τελειώσω
έχω μείνει για πάντα στην τάδε σελίδα
στην συγκεκριμένη αίσθηση ενός τέλους
που δεν θα έρθει ποτέ
κι όλη μου η αγάπη για αυτό το άγνωστο
που επιμένει να στέκεται ανάμεσα μας
είναι όλα όσα εύχομαι να παραμείνουν ακλόνητα

είναι ένα τραύμα που δεν επουλώθηκε
ένα χάδι που προσπέρασε λίγο πριν το κορμί μου
μετατραπεί σε αυτό που είμαι
ο χρόνος που δαπάνησα
στο να εξιστορήσω έναν κόσμο
από τον οποίο απέχω

*Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/11/04/αυτογνωσία/

Λουκάς Λιάκος, από το “έρμαιο”

Με λίγα λόγια
Για την τιμή του ονόματός σου ζούμε
Ή με τους έτσι ή με τους αλλιώς
Ή με τους από δω ή με τους από κει
Να τα πεις κατάμουτρα
Οι άνθρωποι θέλουν πάντα να τους τα λες κατάμουτρα
Άνθρωποι κι άνθρωποι γεμάτοι από πηγούνια
πρόσωπα και πλάτες
Άνθρωποι γεμάτοι εγκαρδιότητα κι απλότητα
Που σκέφτονται κουνώντας το κεφάλι τους
Πως μιλάς πολύ
Έτσι που εσύ
Ξανά και ξανά καταφεύγεις σε μένα και σε αυτά τα τα σκοτάδια
Που έχω εμπρός στα μάτια μου σαν άκρη του νήματος σαν στόχο
Γιατι καημένε
Δεν έχω νοημα και ειρμό
Ποιος τα κατάφερε να μην αναπολήσει τις μέρες
Της παιδικής του ηλικίας
Τη μαύρη του σημαία που είχαν αφήσει σαν κουρελόπανο
Πίσω στο μέτωπο οι μπινέδες

Έχω ζήσει για τόσα χρόνια μακριά απ’ το σπίτι μου
Έχω ζήσει μες στο σκοτάδι
Γαμώ το σπίτι μου
Έχω ζήσει με το στόμα ανοιχτό όσο να πάμε Αθήνα
Όλο κι όλο βάστηξε μια ώρα και πενήντα λεπτά
Δυό ώρες παρά δέκα αγνά και ευσεβή λεπτά
Μπλα μπλα μπλα
Γιατί πάντα οι άλλοι πεθαίνουν

*“έρμαιο”, εκδ. Κουκκίδα, Αθήνα, 2022.

Νάνος Βαλαωρίτης, Τρία ποιήματα

ΜΙΚΡΟΣ ΘΡΗΝΟΣ

Γράμματα που έγραψε στο βλέμμα τους η αγάπη
Όνειρα που κέντησαν στον ύπνο τους οι αράχνες

Ο θάνατος σαν ύφασμα σύρθηκε ανάμεσά τους

Έσβησαν έτσι τα λαμπρά τους μάτια σαν λυχνάρια
Το δέρμα τους που ήταν σφιχτό σαν το πανί στον άνεμο
Δε νιώθει πια τη ζεστασιά που χύνουν τα κορμιά

Σαν ημερομηνίες τα ονόματά τους

Όμως καθώς χαμογελάς χαμογελούν ακόμα
Τα βήματά τους αντηχούν μέσα στα βήματά μας
Και στην καρδιά μας νιώθουμε το χτύπο της καρδιάς τους.

*

ΣΤΙΓΜΑΤΑ

Α
Η φτέρνα του Αχιλλέα
Είναι η απέραντη
Αδυναμία του ήλιου.

Β
Η πείνα φτιάχνει τα μήλα
Η δίψα το νερό
Και η τιμωρία τον Τάνταλο.

Γ
Κελαινώ

Τι φταίω αν μου δίνουν
Φτερά οι θεοί
Και νύχια οι άνθρωποι.

Δ
Σαν το νερό αδιάκοπα
Μακραίνει απ’ την πηγή του
Ο άνθρωπος.

Ε
Όπως η νύχτα τ’ αστέρια
Ο καημός
Φτιάχνει τα πρόσωπα.

*

ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΝΑΥΑΓΩΝ

Εσείς βουνά που μένετε γυμνά στο περιθώριο
Που ακούγεται στα στέρνα σας ο καλπασμός της γης
Σε σας νησιά το πέλαγος στηρίζει τ’ όνειρό του
Τα πόδια σας βυθίζονται μες στο νερό
Στα πόδια σας τα ρεύματα διευθύνουν τους νεκρούς
Και στρέφονται άλλοι προς δυσμάς κι άλλοι προς τα νησιά
Παλεύοντας αδιάκοπα να πιάσουν τ’ ακρογιάλια
Τιμωρημένοι ανάλογα ο καθένας με το βάρος
Της ενοχής του, ανάλογα και τα μνημεία που στήνουν
Οι στεριανοί στους ναυαγούς σαν έρθουν οι εποχές τους
Τιμώντας τον θαλασσινό τους ήρωα ή νεκρό.

*Από τη συλλογή “Κεντρική Στοά”, 1958.

Θεοδώρα Βαγιώτη, Κι ο νεκρός ψιθύρισε στ’ αυτί μου την επιστροφή του

Στην άκρη του γραφείου
χύνεται η μελάνη
σχηματίζοντας μια λίμνη
με λέξεις που δεν έγραψα∙
στα άβαθά της κολυμπούν
μικρές βάρκες που άφησαν πίσω τα ναυαγισμένα πλοία
να κουβαλήσουν μικρά, ασήμαντα στιχάκια,
στα βαθιά κείτονται νεκρές οι ψυχές
των μεγάλων ποιητών

κι όπως καμιά φορά
δένω τις βάρκες μου στ’ αγκυροβόλι
της κούπας του καφέ
κοιτώ με μάτια που τρυπούν
την άβυσσο
κι οι ψυχές ζωντανές μού προσφέρουν
νάμα ζεστό και πρόσφορο
σε ψάθινο καλάθι∙

η όψη τους μουσκεμένη απ’ τις γαλανές
κηλίδες της συμφοράς τους
Πάρε! μου λένε
να πιεις από το αίμα μας
Πάρε! μου λένε
να φας από το σώμα μας
κι εμένα με πιάνει λαιμαργία
για τους πιο λυπημένους

να πίνω τη γουλιά
να τρώω τη μπουκιά
καθώς περνούν τη θηλιά
απ’ το λαιμό τους

Ειρηναίος Μαράκης, Επίδειξη πολέμου

Τα μαχητικά αεροπλάνα
κάνουν τις βόλτες τους
πάνω από τα σπίτια μας
σε μια επίδειξη πολέμου
που τρομάζει.
Τα τζάμια τρίζουν
τα ζώα τρέχουν
φοβισμένα μέσα στο δωμάτιο
τα αυτιά μας ματώνουν.
Ο γείτονας που μόλις χθες
ύψωνε τη σημαία
σήμερα, έβριζε.

Στη φωτογραφία: George Grosz, Grey Day 1921, Nationalgalerie Berlin. © DACS, 2018

Μανώλης Αναγνωστάκης, Άρχισε μια σιγανή βροχή 

Έπεφτε μια κίτρινη παλιά βροχή…
Γ. Κ.
 
Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ.
Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδα
Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο
Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο—
Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια.
Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα—
Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα—
Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά
Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως
Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές.
Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα
Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα
Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι
Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι
Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι
Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής
Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές.
…Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος.
Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.