Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες

Gesta In Eutopia

•λιάδα από τα ποτά• και
Τα διάφορα• τα
Κερασμένα από το κάτω ράφι• τρεις
Και κάτι κουμπωμένοι
Γυροφέρνουν με χάχανα τη σερβιτόρα•τους
Κάνει πέρα ευγενικά• ε όχι – σου λέει –
Και με αλμπάνια που μυρίζουν
Χασανιές• με
Πιάνει στο γλυκό μπλα μπλα• και
Μάλλον το σκέφτεται για λίγο• αν
Αξίζει ή δεν• να το πιει μονορούφι•
Μια κοπανιά•
Το σπέρμα μου στην αποθήκη
Για ένα ψωροπενηντάρι• ώρες ώρες
Το νιώθω• αλλά μόνο ξενέρωτος•
Ότι είμαστε ένας σωρός
Από άθλια σκουλήκια
Που σέρνονται μέσα σ’ ένα σάπιο μήλο•

*

De memoria artificiale italica

•με κοίταζε λοξά• όταν με κοίταζε•
Λες και περνούσε
Τη σαλιωμένη κλωστή
Μέσα απ’ το μάτι μιας βελόνας• ” dammi
La pigione, Costantino! ” φώναζε•
Θυμωμένη• η σπιτονοικοκυρά μου•
La signorissima Raimona Quarta• νωρίς
Νωρίς• πάντα στο γλυκοχάραμα•
Βροντώντας την πόρτα για το νοίκι• 300χιλ.
Λιρέτες στο χέρι• για ένα δωμάτιο
Σ’ ένα χάρβαλο ετοιμόρροπο• που έτρεμε•
Στον πρώτο terrae motus
Et tremor adriaticus• απαίσιο•
Ακόμη κι όταν μπαινόβγαιναν
Τραγουδώντας• δυο όμορφα πλάσματα•
Οι κόρες της• μοιάζοντας
Σα να τις είχαν αφήσει κάποτε
Στο δάσος οι νεράιδες• μετά
Από χρόνια έμαθα
Ότι έφυγε
[Όπως κι ο σύζυγός της] από καρδιά•
Ίσως την ώρα που θα μετρούσε στενάχωρη•
Ένα ένα• τα λίγα κέρματα στην ταμειακή•
Στην Tabaccheria Del Corso• απ’ όπου
[Η μόνη φορά που ακούστηκε συγκινημένη]
Αντίκρυσε κάποια νύχτα
Όχι πολύ μακριά από τη Necropoli
Από ένα μικρό παράθυρο•
Καπνίζοντας Fortuna Blu•
Το παλιό θέατρο στις φλόγες• ενώ
Τώρα βλέποντας πίσω
Φέρνω στη μνήμη
Τόσους και άλλους τόσους
Που έκαψαν τη ζωή τους• ή
Την είδαν να φλέγεται•
Για μιαν ιδέα• έναν αγώνα• ή ένα τίποτα•
Και ποτέ δεν κύλησε κανένα δάκρυ•

*

“Pseudo-Blues”
[prose song “written on a toilet roll”]

•στον Πτι’ Ζαν Λεμπρί• τις
Νύχτες που του έλειπαν
Η πρέζα και η γυναίκα• ή
Τα άσχημα πρωινά
Όταν το κρύο περόνιαζε τα κόκκαλα
Στο Βίλλατζ• οι κομμουνιστές
Του έφταιγαν• και οι Εβραίοι•
Σσαλόμ• γιατί τέτοιοι ήταν πάντοτε•
Μα σσλομχά; Καθώς πίστευε• ελόγου
Τους• η μεγάλη πληγή της ανθρωπότητας•
Οι δράκοι που φυλάνε τις προαιώνιες
Πηγές του νερού
Και κρύβονται στην παραμύθα• και
Όχι γιατί δεν μπορούσε
Να στανιάρει με τίποτα απ’ τη στέρηση•
Λοιπόν τόσο λοξά σκεφτόταν
Κάπου κάπου• αλλά
Ας του δώσουμε συγχωροχάρτι• την
Ώρα που τηγάνιζε σε βούτυρο
Αβγά με μπέηκον
Και τα ονόμαζε γελώντας
“Νόστιμο ποίημα” • και μάλλον
Έτσι θα ήταν•
Σε κάτι ακαριαία κι αυτοσχέδια
Μπλουζ που όλες μαζί οι σάλπιγγες
Θα άξιζαν να ξεσηκώσουν•
Σ’ ένα τζαμάρισμα δίχως τέλος
Σ’ έναν πεζόδρομο βουερό με ταξίμια•
Φίσκα σε βιαστικούς διαβάτες
Και περαστικούς•
Που τώρα όμως ξέρουν• το έμαθαν
Καλά• ότι• όσα κι αν λέμε για παρηγοριά•
Ίσως να μην υπάρχει
Ζωή αληθινή πριν το θάνατο• ίσως
Να μην υπάρχουν ούτε καν τραγούδια
Που να μπορούν να μας χωρέσουν• εμάς
Τους κάποιους• τους παραμικρούς
Στο ελάχιστο μιας σκέψης•

*Η εικόνα της ανάρτησης: Hieronymus Bosch, The Garden of Earthly Delights.

Κατερίνα Ζησάκη, από την “Πτέρυγα τρελλών (13 απόστολοι)”

Ι

να γελάσω τόσο
που ν’ αλλάξω σχήμα

ΙΙ

θα πάρω τ’ όνομά μου απ’ το Αυτονόητο
θα με λένε Ανόητο

ΙΙΙ

κατακρήμνιση στους παράληλους
μετά τον ζόφον τον βαθύν
και τας μακράς θυέλλας (4)
το άλλο σέλας

IV

ό,τι είδα
μεγάλη πέτρα
που εξαϋλώνεται

ό,τι κι αν βρίσκω
η επιμονή μου
αρκείται στο φως

V

με τιμωρεί το αίμα μου

VI

ένας
ένας άνθρωπος
ένας άνθρωπος έβγαλε τα μάτια του
ένας άνθρωπος έβγαλε με το χέρι τα μάτια του
πρώτα το ένα και το πέταξε στο πάτωμα
μετά το άλλο

βλέπω ένα ποίημα

VII

κατατρώγουσιν όρνια αυτόν και λέγη

δεν έχω λουλούδια στο πρόσωπο

VIII

παρατηρούσα για ώρες πώς έδενε κι έλυνε το κορδόνι
στο παπούτσι που δεν θα φορούσε
πώς θύμωνε με πρόσωπα ανύπαρκτα
δυστυχής για τότε

δυστυχής για πάντα
νήμα από οίηση
δυο κορδόνια – δεν θέλω πολλά
άφησέ με να ευτυχήσω ξεχνώντας

*Από τη συλλογή “χωρίς εαυτό”, εκδ. Έρμα, 2022.

Νίκος Νομικός, Απόμακρος βηματισμός

Παράμερα κι ερημικά τ’ αποψινά μου βήματα
γεμάτα παλιές λαβωματιές με ζωγραφιές γεμάτες
μαυροντυμένες παπαρούνες και ηλιόδωρα μηνύματα
κρεμασμένα στις ώρες της νύχτας μακριά από πάσης
φύσεως οργής κινδύνου και ανάγκης με συντροφιά
το ανέκφραστο φεγγάρι να τραγουδά άσματα παλαιών
μαστόρων αλησμόνητων και συντροφιά κοντά μου
το ποτάμι να τραγουδά αμέριμνο εξόδια ανοιξιάτικα.

Μελβούρνη, 20/1/2020

Σωτηρία Τσαπαλίρα, Παράξενος κόσμος

Στη σπηλιά της λήθης
λίγα μέτρα κάτω από τη γη
κάθε πρωί ξυπνάει ένας παράξενος κόσμος.
Ξυλοπόδαροι ντυμένοι στα κόκκινα
περπατούν αμέριμνοι.
Λιοντάρια νηστικά και φοβισμένα
σε αχυρένια κλουβιά
μουγκρίζουν ακατάπαυστα.
Ένας λαγός ξεπηδάει
από ένα μακρύ πράσινο καπέλο.
Ακροβάτες προβάρουν το νούμερό τους.
Κάθε πρωί οι ουρές των ποντικών
και τα πόδια της αράχνης
αναμοχλεύουν το χώμα.
Η γη γεννά κόκκαλα.
Κι ένας απελπισμένος θηριοδαμαστής
δίνει την τελευταία του παράσταση.

Ιούλιος 2022

*Η Σωτηρία Τσαπαλίρα γεννήθηκε στην Πάτρα. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και το Παρίσι. Εργάστηκε ως δικηγόρος και ως παραγωγός εκπομπών λόγου στην ΕΡΤ. Εκπομπές της έχουν βραβευτεί σε διεθνείς διαγωνισμούς για ραδιοφωνικά προγράμματα. Το 2010 εκδόθηκε η ποιητική της συλλογή «Ο άλλος της απουσίας» (εκδόσεις La vivifiante, Βρυξέλλες) και το 2012 το θεατρικό της έργο «Περιπαθώς απαθής» (ΑΩ Εκδόσεις).

Αφροδίτη Κατσαδούρη, Δύο ποιήματα

MΑΡΤΙΝ


η νοσταλγία
σβωλιάζει
στις βιτρίνες των παλιών ζαχαροπλαστείων
που ‘μειναν απαράλλαχτα στον χρόνο
αρνούμενα
κάθε πικρή αλλαγή
κάθε καινούργια συνταγή
κάθε υποσχόμενη μοριακή αστρονομία
κάθ’ άλλο δάχτυλο στη σαντιγί
η νοσταλγία
σβωλιάζει
στις βιτρίνες των παλιών σου μηνυμάτων
που μ’ ανέβαζαν το ζάχαρο.

*

ΑΓΙΟΣ ΠΑΝΤΕΛΕΗΜΟΝΑΣ

Λες τελικά
να αποδώσαμε
ονόματα αγίων
στους μεγάλους δρόμους
για
όλα
εκείνα
τα ατυχήματα
που σφυρίζουν
αδιάκοπα
μέσα μας

Κούλα Αδαλόγλου, Οι μεταφορές

Η διαδικασία τηρήθηκε ακριβώς
όπως είχε προβλεφθεί.
Σε κάθε κίνησή του η αντίδρασή της.
Την πρώτη φορά τρύπησε το δάχτυλό της
Τη δεύτερη χάραξε τον καρπό της
Την τρίτη βυθίστηκε στο σκοτάδι.
Λίγο πριν από τον πάτο
μία πνοή την τράβηξε στο φως
φτάνουν τόσες μελό μεταφορές, της ψιθύρισε.
Εκείνη συγκατάνευεσε και
πρέπει να γυρίσω σελίδα, ψέλλισε.
Αθεράπευτη.

Gary Snyder, Ένα ανάθεμα προς τους ανθρώπους του Πενταγώνου

Καθώς δολοφονείτε τις μικρές βιετναμέζες
και τους χωρικούς μες στα ίδια τα χωράφια τους
καίγοντας και ξεκοιλιάζοντας
δηλητηριάζοντας και αφανίζοντας
τόσο πιο συστηματικά κυνηγάω βαθιά στην καρδιά μου
τον «αμερικανό» εαυτό μου.
Δεν θα τον αφήσω να ζήσει, τον «αμερικανό».
Θα τον αφανίσω, Ο κύριος «Χ»
είναι ήδη προ πολλού νεκρός.
Δεν θα αφήσω να περάσει και στα παιδιά μου
μα θα τους δώσω αντίθετα τον Αρχηγό Γιοζέφ,
τις αγέλες των βουβάλων, τον Iσί,
το γεράκι και τα έλατα,
τον Βούδα, τα ίδια τα γυμνά κορμιά τους,
για να κολυμπήσουν, να χορέψουν
και να τραγουδήσουνε.
Καθώς σκοτώνω μέσα μου τον άσπρο εαυτό μου,
τον «αμερικανό»,
και χορεύω τον Χορό των Πνευμάτων,
να φέρω πίσω σε τούτη την ήπειρο
το χόρτο και τα ποτάμια της,
να συνθλίψω τα λαρύγγια σας ενώ κοιμάστε.
Τούτη την μαγεία απεργάζομαι,
τούτη την αγάπη προσφέρω,
που τα δικά μου παιδιά ίσως θα εξαπλώσουν
και τα δικά σας μάλλον μήτε καν θα καταλάβουν!
Hi niswa vita ki ni! (θα ζήσουμε ξανά!)

*Απόδοση στα ελληνικά: Βλάσης Ρασσιάς.

**Πηγή: https://kyklos.wordpress.com

Argyris Chionis, Two poems in English

Γ’ SHADOWS

h’

If you can’t sing then speak
If you don’t like talking then laugh or smile
or do something with your face move
your lips or eyelids however slightly
knit your brows frown
Manifest thought, show you are alive
Just show something, extend your finger and point
it doesn’t matter what at, just point

If you remain like this, then you’re in trouble
They’ll transfer you to the attic
along with other furniture, other embalmed animals

*

Ε’ INVERSIONS

b’

One foot follows the other
One is the hunter
the other the hunted

Then the other follows suit
and becomes the hunter
while the other is the hunted

They cover great distances this way
Until they get tired
They stand together side by side
imprisoned both in their fatigue

The first that moves again is the hunted
the other the hunter

*From the collection “In front of the mirror as a blind” (1986).

**Taken from https://hellenicpsycheandpoeticeros.blogspot.com/

***Artwork: Niki Karagatsi.

Γιάννης Λειβαδάς, Απόσπασμα από καταχώριση σε σημειωματάριο, “Bar Americano – Piazza della Libertà, Udine, 2001”

Η πληρότητα με βασανίζει σε τέτοιο βαθμό

που εμφορούμαι το ανεπανόρθωτο.

Αυτό έγκειται, δεν δοκιμάζεται.

Αφού δεν γίνεται μια κι έξω να ξεμπερδέψω.

Δεν χάνεται εκείνο που με ωθεί στην απουσία

εάν απουσιάσω:

ενισχυμένη δόση papperlapap από σύρσιμο

αιώνων, κεντρώματα παροχών:

η ποίηση έχει νόημα μόνο σε περιπτώσεις

ιδανικών προβλημάτων,

αλλιώς τα βγάζει πέρα κανείς

με μια προσεγμένη κατεργασία,

μ’ έν’ ανακάλεσμα απ’ το απρόσιτο

ως το απραγματοποίητο,

σ’ εξοικείωση μεθόδευσης erbarme dich και

when I am laid in earth μη σπάσει ο διάολος το πόδι του∙

για να σκαλώνει η σαφήνεια όσο λιτανεύεται

σε αγένεια προς το απόσωσμα:

τρία ακριβώς, όχι παραπάνω, μετευφορικά επεισόδια,

το πρώτο πριν το δεύτερο και το τρίο

μετά το δεύτερο [προέκυψε κι ένα ακόμη,

τέταρτο, με τα προηγούμενα ν’ αποτελούν

ανακωχική μεταφορά],

για χάρη του εγκλήματος

που είναι η ύπαρξη,

το κενό δεν τον αφήνει παραπονούμενο.

Κάργα.

Γ. Λ.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://livadaspoetry.blogspot.com/2011/04/bar-americano-piazza-della-liberta.html

Γιώργος Δρίτσας, Θάνατος σε πράξεις τρεις

Ι

Ανθρωπογένεσις

Το τραίνο αργά αλλά σταθερά
Αφήνει ξέμπαρκα τα χαμένα όνειρα
Στον Σταθμό Λαρίσης
-Γραμμή 8.
Τα βαγόνια λικνίζονταν
ρυθμικά, αλλά κλειδωμένα,
σαν σπόνδυλοι ενός μεταλλικού κουφαριού

Η κλεψύδρα γέμισε με αίμα,
η αμαξοστοιχία είχε φτάσει
στη Θεσαλονίκη.
Εκείνη τη στιγμή ξαναγεννήθηκε
μπροστά μου.
Ένα λυπημένο βρέφος
με μεγάλα σκοτεινά μάτια.

Στη Μελενίκου 7, το ¨Εβραϊκό Σπίτι”,
ένα μικρό θραύσμα από κάποιο παλιό τοίχο
και μια φλούδα από έναν παλιό κορμό
γίναν οι σύντροφοί μου στο λιοπύρι.
Η πορεία μου συνοδευόταν νοερά
από τη μπαλαλάικα της Ακροπόλεως 6,
καθώς τα βήματά μου με οδήγησαν
στη Μάρκου Μπότσαρη 19,
στην Αλεξάνδρειας 57
και στη Ναυαρίνου 49.

Ο Βαρδάρης λυσσομανούσε,
σαν να ήθελε να αρπάξει,
με τις κρύες χούφτες του,
τις άψυχες στάχτες
των τελευταίων αναμνήσεων
και να τις σκορπίσει.