Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

ΝΑ ΓΙΝΩ ΠΑΛΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΗΜΟΥΝ

…Μικρό καψούλι στα ρηχά του μώλου
Πέρα από κάθε επίδραση…
Ήταν σκληρός όπως η δίψα μου να τον δω
Ήταν πολύ σκληρός σαν πόλεμος, o χρόνος
Που χάνει μια πατρίδα
Προφητικά…
Μια μοιρασμένη Κύπρος
Δυσαρμονία…
Δια-μετανάστευση
Το ποτάμι
Κι όλα όσα φαντάζομαι
Είναι φωνές του όχλου για ειρήνη για να πάψει το μοίρασμα!
Αυτή η στιγμή η μοναδική
όταν ο ένας κοιτάζει τον άλλο
Είναι σαν δύση και ανατολή μαζί
Μα ούτε το ένα ούτε το άλλο είναι
Λες κι ο ήλιος γεννήθηκε για να πεθάνει μαζί μας
Την ώρα που οι φωνές μας πνίγονται
Ο ποταμός που τραγουδά
Δεν ξέρει να σωπάσει και βραχνάζει

ΑΡΝΟΥΜΑΙ

…Σήμερα αρνούμαι
όσα μακριά μου φαίνονται
κεντριά ημερών
ατελείς λέξεις
ντυμένες πλαστικές ίνες
τεριλέν,
με πατερίτσες που δεν στεριώνουν
νοήματα
αρνούμαι την επικοινωνία την ζεστή
και άδεια αμαρτία
κάτι δεν πάει καλά με τη μέρα μου
η ζωή ήταν γεμάτη λογική
ντυμένη καλά σαν βάτα
σε μπολερό στους ώμους
ένα ζευγάρι γυαλιά μυωπίας
μένουν στα άχρηστα νικημένα της αφής
κάτι δεν μ’ αφήνει να εκφραστώ
κι απόψε πρέπει να δώσω το κρεβάτι μου
στης χαμένης γενιάς τα παιδιά,
όσα χωρέσουν στη στάχτη
που τ’ αφήνω με
τα όνειρα

*Από τη συλλογή “Γλυκός Σιρόκος”.

Edgar Lee Masters, Lucinda Matlock

Επήγα να χορέψω στην Τσέντερβιλ
κ’ έπαιξα χαρτιά στο Βίντσεστερ.
Κάποτε, αλλάξαμε καβαλλιέρους, καθώς με αμάξι
γυρνούσαμε σπίτι, κάτω από το φεγγάρι του μεσοϊούνη
και, τότε, συνάντησα τον Ντέιβις.
Παντρευτήκαμε και μαζί ζήσαμε εβδομήντα χρόνια ευτυχισμένοι
δουλεύοντας κι ανατρέφοντας τα δώδεκα παιδιά μας ·
χάσαμε οκτώ απ’ αυτά
τα εξήντα μου χρόνια πριν πατήσω. Έκλωσα, ύφανα,
νοικοκύρεψα το σπίτι μου, φρόντισα τους αρρώστους,
περιποιήθηκα τον κήπο – και τις μέρες
που ήταν γιορτή, πότε τριγύριζα στους κάμπους
που τραγουδούν οι κορυδαλοί και πότε την όχθη
του Σπουν έπαιρνα μαζεύοντας άπειρα κοχύλια
και κάθε λουλούδι ή φαρμακευτικά βοτάνια
στους δεντροφυτεμένους λόφους φωνάζοντας,
τραγουδώντας στα χλοερά λειβάδια.
Ένεννήντα έξη χρόνια έζησα αρκετά, -αυτό είναι όλο.
Και πέρασα σε μια γλυκιά ξεκούραση. Τώρα
τι ‘ναι αυτά που αγροικώ για λύπες και για μόχθους,
θυμό και δυσαρέσκεια και λυγισμένες ελπίδες;
Θυγατέρες και γιοί αποθαρρεμένοι,
πάρα πολύ δυνατή ‘ναι η ζωή για σας …
Πρέπει να ζήσεις για ν’ αγαπήσεις τη ζωή!

*Από την Ανθολογία Παγκοσμίου Ποιήσεως του Άρη Δικταίου.

Ευαγγελία Τάτση, Ο κύκλος του έρωτα

Με μια απουσία
αρχίζει και τελειώνει
ο κύκλος του έρωτα

στον πρώτο έρωτα
αυτόν που ερωτεύτηκες
ποτέ δεν υπήρξε
στον τελευταίο
αυτός που δεν υπάρχει
είσαι εσύ

ανάμεσα στις απουσίες
ζουν τα σώματα

*Το ποίημα το πήραμε από το “Λογοτεχνικό Δελτίο”.

Μαρία Καντ (Καντωνίδου), Δύο ποιήματα


Βιτρίνα με θέα. Πλάκα, 2016

ουδόλως ντρεπόταν

Να εξηγούμαστε:
ουδόλως ντρεπόταν για τα καράτια στα φτερά του,
ίσως γι’ αυτό να πέθανε
άγγελος μόνο
μόνο άγγελος

σε ράφι βιτρίνας με θέα.

Σαν πιάνει η άνοιξη κι η περσεφόνη, ψάχνω τους από μηχανής θεούς μου και τ’ αγάλματα, δηλώνει αγωνιωδώς και αμέριμνος. Και κείνη την αντηλιά την όλο νάζι.

Έξω οι άνθρωποι τρώνε αμίλητοι.


Φιλοπαίγμων Άτλας
Κηφισιά, 2017

αυτός ο άθλος

Μονόλογος νεαρού στα λευκά σε ικρίωμα ή σε
άνω διάζωμα καλλιμάρμαρου ή άλλου σταδίου:

[…] Επιμένω, ωστόσο, πώς στις πλάτες μου
φέρνω τον ουρανό και την έκπληξη – τίποτα
που να μην είναι δέρμα ή σπλάγχνο ή κόκκαλο
και όχι, όχι τα πρέκια μιας πόρτας αμέτοχης,
ούτε στιγμούλας σαστισμένης.

Τέτοιες στιγμές ακούω τον Ηρακλή,
δεν πάει με αυτόν τον άθλο, να λέει.
Φοράει λευκό T-shirt από υαλοβάμβακα
και αδημονεί να το ξεπλύνει στη θάλασσα.

Το ίδιο αδημονώ και εγώ.

*Από τη συλλογή “stanza”, εκδ. Gutenberg, 2021.

Μάρκος Μέσκος, Από το ”Ιδιωτικό Νεκροταφείο”

IV

Tο φως του δρόμου μόνη συντροφιά
μαχαίρι αμφίστομο κάποτε στομώνει
Γεράσιμε Γεράσιμε πώς μείναμε μόνοι
και τα κεφάλια μας πνίγει η συννεφιά;

Πουλιά – καράβια ξένη προκοπή
μήτε ο ουρανός μήτε ο γιαλός μάς θέλει
σημαία μαύρη κουρέλι απ’ τα βέλη
του μάταιου κόσμου η συγκοπή.

Τι εικόνα τι πέλαο τι δρυμός!
Βουϊζουν όλα στον κόσμο επάνω
πεδίο βολής το λιγόκαιρο πλάνο
ατάλαντος ζωής λογαριασμός.

Αλλά εάν του θανάτου το στόμα πικρό
νέο δεν είναι τα ξέρεις μη φρίττεις
εδώ το πρόβλημα: κανενός πολίτης
καμιάς πηγής δεν ήπιαμε νερό.

ΧΙΙ

Το χάραμα γλώσσα κομμένη
λόγια δεν έχει μήτε φωνή
στάχτη και κόκαλα από πριν-
τέσσερεις σύντροφοι αγκαλιασμένοι.

Το χάραμα γλώσσα κομμένη
έρημο δαμάλι στο βουνό
γυαλί στα μάτια τρομερό-
τέσσερεις σύντροφοι αγκαλιασμένοι.

Το χάραμα γλώσσα κομμένη
του αγέρα ακίνητα κλαδιά
σημάδεψαν καλά στην καρδιά-
τέσσερις σύντροφοι σκοτωμένοι.

XV

-Σπάστε του τα πόδια είναι μακρύς
έτσι κι αλλιώς τον λάκκο θα γεμίσει.
(Μήτε αγκάθι μήτε κυπαρίσσι
δεν φυτρώνει μνήμη επιστροφής).

-Σπάστε του τα πόδια είναι μακρύς
άλλο πια στητός δεν περπατάει.
(Πουλί στα σύννεφα που αργοπετάει•
χάιδεψέ το κι ώρα του καλή).

-Σπάστε του τα πόδια είναι μακρύς
κλειστό το στόμα του χλωμό κεφάλι.
(Η ψυχή του τώρα μαύρο λαμπογυάλι
έσβησε για πάντα κι ο καημός βαθύς).

-Σπάστε του τα πόδια είναι μακρύς
την καρδιά στα μαύρα ψάρια της θαλάσσης.
(Με τραγούδια που αγαπάει να τον σκεπάσεις
κι ύστερα τίποτε. Άνεμος σταχτής).

Βίκυ Δερμάνη, Ζωή χαλασμένη 

Άνθρωποι σφάγια σαρκοβόρων
κυματορροές φοβισμένων
στα σπίτια κλείστηκαν
τάχα σε ζώνη ουδέτερη
σε μιαν άδεια παντέρημη πόλη
σκοτεινή και ανίερη
που τις πομπές της κρύβει
τυφλοπόντικες
τους δρόμους της σκάβουν
χτυπιούνται οι μέρες της
σαν πορτοπαράθυρα
ζωής ανεπισκεύαστης
άνθρωποι που ησύχως πεθαμένοι
αναρωτιούνται με πόσα καρφιά
ο ήλιος στον ουρανό στεριώθηκε
τις ώρες που έμπαιναν όλο και βαθιά
μες το πικρό του τάφου τους σκοτάδι

Χρήστος Κασσιανής, Σημειώσεις στ’ Αναφιώτικα

Ήσυχη η μέρα,
στ’ Αναφιώτικα και πέριξ.
Σχεδόν να λείπουν τα πρόσωπα.
Οι τοίχοι σχεδόν, ν’ αγγίζουν τους ώμους,
Δίχως χνάρια, αόρατα ονειροβατούμε,
από απλή σύμπτωση και μόνο,
στα στενοσόκακα,
συναντιούνται τα μονοπάτια μας.

Νίκος Λάζαρης, Δύο ποιήματα

ΜΗΤΡΙΚΟ ΣΩΜΑ

Πίστεψες πως ήταν η βροχή
αλλά ήταν τα βήματα των πουλιών
στη σιδερένια καταπακτή της ταράτσας.
Πίστεψες πως ήταν ο άντρας σου
πίσω απ’ την πόρτα,
αλλά ήταν ο βήχας του που ακούστηκε
από τον άλλο κόσμο.
Πίστεψες πως ήταν επίπληξη θεϊκή,
αλλά ήταν η φωνή του εκφωνητή
στη τηλεόραση.
Τώρα βυθισμένη στην πολυθρόνα σου,
64 χρόνων, σαν από θαύμα, σταδιακά
μεταμορφώνεσαι:
γίνεσαι πάλι νήπιο, γίνεσαι παιδούλα,
κόρη που δίνει αίγλη στο χορό,
γυναίκα ετοιμόγεννη στην Κατοχή,
(με την κοιλιά στο στόμα να περιμένεις
τον αγνοούμενο άντρα σου) ,
μάνα φυλακισμένη
μες στο χρόνο
στην κουζίνα
στη συνήθεια.
Και ούτε που ακούς της εγγονής
γλυκόηχο το κλάμα
ούτε του τηλεφώνου το κουδούνισμα
―τον ακριβό χαιρετισμό
καθώς ανάλαφρη πετάς και χάνεσαι
με τα φτερά του νυφικού σου
στο σκοτάδι.

*

ΚΗΦΙΣΙΑ, Ή ΤΟ ΤEΛΟΣ ΤΟΥ ΕΠΟΥΣ ΗΤΑΝ ΒΡΟΧΕΡΟ

Οι εικόνες του υγρού προαστίου που αγαπήσαμε
θα σβήσουν η μια την άλλη αναιρώντας,
τα χρώματα θα πέσουν με ορμή στο νερό,
οι δρόμοι που βαδίζουμε
στο ίδιο πάλι αρχικό σημείο θα ενωθούν.
Και δεν θα ’ναι μάτι ανθρώπου,
θα ’ναι ζώο αυτό που θα μας κοιτάζει
στο σκοτάδι.
Τα σώματα που μας άγγιξαν θα μείνουν
για λίγο μετέωρα πριν το κενό τα καταπιεί,
οι χειρονομίες μάταια θ’ ανακληθούν,
η βροχή θα πέφτει χωρίς να χτυπά
τα πλήκτρα της ψυχής μας.
Και δεν θα ’ναι κερί, θα ’ναι η σελήνη
των ποιητών που θα λιώσει
στα δάχτυλά μας
Ο λόφος που φαίνεται από το παράθυρο
αθώος θα γείρει, τρομαγμένος,
του ποταμού το στόμα θα ξεραθεί,
κάπου μακριά ένα γέλιο παιδικό
σαν νόμισμα θα κυλίσει στον υπόνομο.
Και δεν θα ’ναι χάδι αυγής φευγάτης
θα ’ναι χέρι ξυλιασμένο
ο άνεμος που θα μας χτίζει στα κράσπεδα.

*Από τη συγκεντρωτική έκδοση “Η ένταση είναι διαρκής”, εκδ. τυπωθήτω/λάλον ύδωρ.

Κώστας Ριτσώνης, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΚΑΡΠΟΥΖΙΑ

Παραδεχθείτε το λοιπόν πως χρησιμεύουμε
και δοκιμάστε τα καινούργια μας καρπούζια

χωρίς εμάς τα βερύκοκα
θα ‘ταν μόνο βερύκοκα
τα καρπούζια
μόνο καρπούζια

γι΄ αυτό όλο κουραζόμαστε και πάσχουμε
συνέχεια προσπαθούμε να ωφελήσουμε
κι όταν καμιά φορά φυσάει αεράκι
θλιβερό

εμείς τα καταφέρνουμε και φτιάχνουμε
απ’ τα βερύκοκα – νέα βερύκοκα
κι απ’ τα καρπούζια – νέα καρπούζια

*

ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΑΔΕΙΟ ΠΟΤΗΡΙ

Κάτω απ’ τη βρύση
γεμίζω λέξεις
και μιλώ για το νερό

Μπροστά στο φως
γεμίζω χρώματα
και φέγγω

Κι όταν με σπας
τσακίζομαι με θόρυβο
κι ακούς τη μοναξιά μου

*Από το βιβλίο “Ο ανάπηρος λαχειοπώλης”, Εκδ. Διαγωνίου Αριθ. 11 Θεσσαλονίκη 1982.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Τρία ποιήματα

ΓΑΡΓΑΡΟ ΧΩΜΑ

Τα δέντρα είχαν πεσμένους
ώμους
από τα μάτια τους τρέχαν
σχοινιά σαν προσευχές
έσερναν το αλγοθραυστικό προς
την κοινωνία των ανθρώπων

Ξύπνησα με ξεραμένο χρόνο στα χέρια μου
άκουσα τον εφιάλτη να λέει:
“Να δούμε τώρα τι θα κάνουμε το ενήλικο πτώμα σου”

*

ΣΑΝ ΛΕΞΗ

…ταξιδεύω μέσα μου ινκόγκνιτο
ο δρόμος
είναι στρωμένος με το κίτρινο που δραπέτευσα
από την Κραυγή του Μουνκ

πάνω τους έχει ξαπλώσει
ααν μαντήλι το πλήθος των ανθρώπων

δεν υπάρχουν φωτογραφίες του πυρετού
μόνο ξεχαρβαλωμένων θερμομέτρων

*

ΤΟ ΜΕΤΡΟ

Το μετρό είναι μια πελώρια ουρά χωρίς σώμα
βρυχάται
χάνεται με ένα σάλτο
και τρέχει πάνω στο σκοτάδι

Η ραχοκοκαλιά
είμαστε εμείς
σε ταχύρρυθμα μαθήματα κάτω
απ΄το χώμα

*Από τη συλλογή “Συντηρητής ουράνιων τόξων”, εκδ. στίξις, 2022.