Γιώργος Χιώτης, από τη συλλογή “στη λαβή του κερασιού”

1.

Ποτίζω μια εικόνα
στις γωνίες των επίπλων μου.
Ποιά η μνήμη
όταν τα χέρια ψηλαφίζουν
τη ζωηρή της κρούστα;
Το τσίγκινο τρενάκι
πλανάται ήσυχο τώρα
(κοντεύει, μα)
δες πώς ηχούνε οι ράγες.

// η μνήμη μ΄ακουμπάει
σαν κουκούτσι κερασιού
δαγκώνω το περίβλημα
και πέφτω στη ρωγμή της //

Το σεντόνι του πατέρα μου ξεκινάει από
έναν ζορισμένο λαιμό / και απλώνεται μέχρι
τα πέλματα / και δεν υπάρχει μόνο ως τέ-
τοιο, λευκό υλικό φτιαγμένο από άνθρωπο
/ μα είναι και οι γωνίες του σεντονιού αφε-
τηρίες δρόμων της Αθήνας / περπατημένων
από δύο πέλματα που έχουν πια πρηστεί /
που πια μυρίζουν πύον.

Τα γυαλιά του πατέρα μου είναι γοργόνες
με στρογγυλά στήθη / πλαγιασμένες στο
κρανίο που ‘χει γρουμπούλια έτοιμα να
εκραγούν. Κάποτε / όταν ζητάει να δει και
κάτι παραπανω / ταρακουνάει το κεφάλι
απότομα / να πέσουν οι γοργόνες στην κα-
τεβασιά της μύτης / μπας και ανοίξει εκείνη
η δεξαμενή της όρασης όπου τίποτε πια δεν
υφίσταται στο σχήμα του / και το περιεχό-
μενο των πραγμάτων κλωτσάει το περί-
γραμμα / και κάθε εικόνα πάλλεται στον
ρυθμό του ανορθόδοξου / ελεύθερη / αιωρη-
μένη / αποκομμένη από τη φυλακή της συμ-
μετρίας.

*“στη λαβή του κερασιού”, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούνιος 2023.

Στάθης Καββαδάς, από τις “Νύχτες”

ΝΥΧΤΑ ΠΡΩΤΗ

… που έγκλειστος στο δωμάτιό του μάχονταν τη
θλίψη της ηλικίας
και φανταζόταν τον μελλοντικό, αιώνιο εαυτό του
τον εαυτό του οριστικά σε κείνο το δωμάτιο
απόλυτο, αόρατο πλάι στο φως της λάμπας
με μόνη συντροφιά τη σκέψη του
που ευφραίνονταν μες σε θολούς μαιάνδρους.
Κι έβλεπε ν’ απλώνονται νύχτες αμέτρητες
μπροστά του
νύχτες νηστείας κι ακμής που τον καλούσαν
πάλι και πάλι να γευτή τους μυστικούς καρπούς.

Και φανταζόταν να τον περιβάλη μια αδιαπέραστη
σιωπή
και να χρυσίζη μια αίγλη γύρω από το νοητό του
σώμα
και φανταζόταν να ‘ναι δυνατός, να ‘ναι γεμάτος
μουσική, μέσα στη φτώχεια.

…με δαίμονες να μπαινοβγαίνουν στο τρύπιο του
στήθος
με αγωγούς, τρυπάνια, υπόγεια τραίνα
να τον διαπερνούν
με αυτόχειρες να καταφεύγουν στα όνειρά του

σ’ ένα δωμάτιο από χώμα, σκοτεινό
που έβγαζε μόνο σε υγρές στοές
κι εγκαταλελειμένα ουρητήρια κάτω απ΄την πόλη

εκεί, ταγμένος
ν’ απελπίζεται, να ομνύη, ν’ αναρωτιέται
αν θα τον δικάσουν κάποτε ή πόσο γρήγορα
θα τον ξεχάσουν

Πού εξόριστος στο μακρινό πλανήτη του
υπέμενε τις καθιζήσεις τ’ ουρανού, το μαρασμό
των άστρων, τις λιποταξίες των θεών
άκουγε το τικ-τακ των χιλιετηρίδων
κι υπόσχοταν ν’ αντέξη παγωμένος
και φανταζόταν τον εαυτό του έφηβο παντοτινό
στης φαντασίας το παλάτι,
χρυσοδίαιτο βασιλιά στο κέντρο του ήλιου
γρύπα, αρχάγγελο, αστροναύτη φτερωτό
που θα μπορούσε να πετάξη αν υπήρχε ακόμη
ζωή στο σύμπαν·

… που δεν ταξίδευε ποτέ, που ζάρωνε
μες στο δωμάτιό του
υποφέροντας αιώνια, μεθοδικά
σκυφτός σοφός, το χάος θαυμάζοντας,
απαρηγόρητο έμβρυο μες στο σκοτάδι.

*“Νύχτες 1-6”, εκδόσεις Άγρα, 1995.

D. H. Lawrence, Από το “Πλοίο του Θανάτου”

VIII

And everything is gone, the body is gone
completely under, gone, entirely gone.
The upper darkness is heavy as the lower,
between the the title ship
is gone
she is gone.

It is the end, it is oblivion.

Και καθετί έχει φύγει, το σώμα έχει φύγει
έχει υποχωρήσει πλήρως, έφυγε εντελώς.
Το σκοτάδι επάνω είναι το ίδιο είναι βαθύ όπως το
σκοτάδι κάτω,
Κι ανάμεσά τους το μικρό καράβι
έχει φύγει
έφυγε εκείνη.

Είναι το τέλος είναι η λήθη.

IX

And yet out of eternity a thread
separates itself on the blackness,
A horizontal thread
that fumes a little with pallor upon the dark.

Is it illusion? or does the pallor fume
A little higher?
Ah wait, wait, for there’s the dawn.
the cruel dawn of coming back to life
out of oblivion.

Wait, wait, the little ship
drifting, beneath the deathly ashy grey
of a flood-dawn.

Wait, wait! Even so, a flush of yellow
and strangely, O chilled wan soul, a flush of rose.

A flush of rose, and the whole thing starts again.

Κι όμως μές απ΄την αιωνιότητα μια κλωστή
προβάλλει μοναχή της στο σκοτάδι
ένα οριζόντιο νήμα
που σπάει με θαμπό φως το σκότος.

Είναι παραίσθηση; ή μήπως το θαμπό φως ανεβαίνει
Λίγο πιο ψηλά;
Α, σταθείτε, σταθείτε, διότι υπάρχει και η αυγή
Η αμείλικτη αυγή της επιστροφής στη ζήση
πέρα από τη λήθη.

Σταθείτε, σταθείτε, το μικρό καράβι
που αέναα κινείται, κάτω απ’ τις γκρίζες και μακάβριες στάχτες
μιας αυγής που ξεχειλίζει.

Σταθείτε! Ακόμα κι έτσι, περιμένετε μια έκρηξη του κίτρινου
κι ανεξηγητα εντελώς, ω ψυχρή αναιμική ψυχή, μια έκρηξη
του ρόδινου.

Μια έκρηξη του ρόδινου, κι όλα ξαναρχίζουν

X

The flood subsides, and the body, like a warm sea-shell
emerges strange and lovely.
And the little ship wings home, faltering and lapsing
on the pink flood,
and the frail soul steps out, into the house again
Filling the heart with peace.

Swings the heart renewed with peace
even of oblivion.

Oh build your ship of death, oh build it!
for you will need it.
For the voyage of oblivion awaits you.

Η πλημμύρα κοπάζει, και το σώμα, σαν κοχύλι φθαρμένο
αναδύεται ωραίο και μυστυριώδες
Και το μικρό καράβι φτερουγίζει για το σπίτι, ενώ λοξοδρομεί
και μπατάρει στη ρόδινη πλημμύρα πάνω,
και η αδύναμη ψυχή ανοίγει βήμα, γεμίζοντας πάλι
με γαλήνη την καρδιά μέσα στο σπίτι.

Λικνίζει την καρδιά την ξαναγεννημένη απ’ τη γαλήνη
ακόμα και με λήθη.

Ω, φτιάξτε το πλοίο του θανάτου, ώ φτιάξτε το!
θα το χρειαστείτε.
Γιατί σας περιμένει της λήθης το ταξίδι.

*Από τη δίγλωσση έκδοση “Το Πλοίο του Θανάτου”, Εκδόσεις Θράκα, 2015. Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος.

Αλέξανδρος Κυπριώτης, Έξι ποιήματα

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ

Τα δύο λακκάκια εκεί χαμηλά,
δεξιά κι αριστερά απ’ τη σπονδυλική σου στήλη·
ένας αντίχειρας σε κάθε μου χέρι.
Τα πάντα εν σοφία εποιήσας.

*

ΥΠΕΡ ΥΓΕΙΑΣ

Αν θέλω να είσαι πάντα υγιής,
είναι που δεν αντέχω ν΄ αρρωσταίνεις
και να σ’ ακουμπάνε ξένα χέρια.

*

ΡΗΤΟΡΙΚΗ

Σύμφωνα
σκοντάφτουνε,
τσακίζονται,
συνθλίβονται,
στο λάρυγγα,
στη γλώσσα,
στα δόντια,
στα χείλια σου·
Φωνήεντα χάνονται,
πνίγονται,
βγαίνουν στην επιφάνεια,
παίρνουν βαθιές ανάσες.
Δεν το είχα προσέξει στην αρχή
αυτό το χάρισμά σου.

*

ΠΑΥΣΙΠΟΝΑ

Μου δείχνεις τα σημεία που πονάς
και όλο με ρωτάς γιατί χαμογελάω.
Μόνο όσο ήσουνα παιδί ήξερες
πώς περνάνε οι πόνοι;

*

ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Τυχαία το γλύτωσα το εγκεφαλικό
όταν μου ‘δειξες
την αριστερή ρώγα σου
πρώτη φορά.
Δεν το περίμενα εκείνη τη στιγμή
μέσα σε τόσο κόσμο.

*

LIVE CAM

Όταν σου είπα
αν πας στην Puerta del sol, θα σε δω,
εννοούσα
πήγαινε στην Puerta del sol για να σε δω.
Δεν ήταν αστείο.
Τρεις μέρες πάταγα συνέχεια το F5,
μέχρι να γυρίσεις.

*Από τη συλλογή “Μπορεί επίτηδες να μένω από τσιγάρα”, Εκδόσεις Σκαρίφημα, Φεβρουάριος 2019.

ένα έτσι, ξοδεύτηκα σε ένα κείμενο

ξοδεύτηκα σε ένα κείμενο
λέξη τελεία. σιωπή
σε έναν καταιγισμό ποιημάτων
λέξη και λέξη και βροχή
έμεινα πιότερο μόνος
από όσο ξεκίνησα
λιγότερο έξυπνος παρά αθώος
με χέρια τρύπια από την προσφορά
ξεμακραίνω στον αιώνα
κανείς δεν πρόκειται να κατεβεί
ως την δίψα των αστεριών μου
άξιζε όμως και ο παραμικρός τόνος
ίσως ακόμη λίγο νερό
να ξεπλύνει το πρόσωπό μου

Μυρτώ Αναγνωστοπούλου-Πισσαλίδου, Δύο ποιήματα

Η ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ

Η νοικοκυρά αγοράζει λάδι και έρωτα, πάθη
προκάτ κι ένα παιδί.
Μ’ ένα μολύβι το στολίζει
μ’ ένα σβηστήρι το προσέχει.
Δεν έχει χρόνο να ρωτήσει το γιατί.
Τηγανίζει μια τεράστια ομελέτα και τυλίγεται.*

*(Πειρατικός σταθμός, εκδ. Εγνατία-Τραμ, Θεσσαλονίκη 1979)

*

ΤΟ ΕΠΙΣΗΜΟ ΤΡΑΠΕΖΙ

Βρισκόμουν όπως πάντα στο δρόμο κάνοντας στα
πουλιά παρέα όταν μεσημεριάτικα μου δώσανε μια
σπρωξιά και βρέθηκα στο επίσημο τραπέζι.
Στην υγειά σου, μου λέει ο πολυέλαιος που,
να σκεφτείς,
πρωτύτερα είχε πέσει πάνω στους καλεσμένους του
και τους σκότωσε όλους.
Μου λέει λοιπόν ο πολυέλαιος:
ό,τι έχεις γράψει ως τώρα να το βάψεις μ’ ένα
από τα χρώματα που σου προτείνω.
Τότε τα κεφάλια των καλεσμένων αρχίσανε ν’ ανάβουν ολοένα.
Μ’ έναν πήδο βρέθηκα κάτω απ’ το τραπέζι
έσκαψα στα γρήγορα ένα ποίημα
Και από κει τώρα σας μιλώ.

Λευτέρης Πούλιος, Από τη συλλογή “Αντί της σιωπής” (συν τρεις πίνακες ζωγραφικής)

1

Νύχτα, δρόμοι άδειοι που μόνο ένα
λεωφορείο περνά.
Φεγγάρι που ‘ρχεται πάνω σε σιδηροτροχιές.
Άνεργη η λύπη χασομερά εδώ.
Ο άνεμος σφυρίζει στο χώρο μου
και μεταδίνει το θλιβερό αόριστο μήνυμα
μιας θάλασσας που αναρριγά.
Το μακρινό στιλπνό μου όνειρο
αναβλύζει απ’ τις πληγές της ψυχής μου.

Πατρίδα μου είναι ο άνθρωπος.

2

Υπάρχουν άλλοι κόσμοι, αλλά μέσα σ’ αυτόν.
Χώρος, χρόνος και αιτιότητα είναι έγκλειστα
στη σκέψη.
Ό,τι υπάρχει μας καλεί σε αγώνα,
μια προσπάθεια εντοπισμού του απόλυτου.
Το σύμπαν δεν γνωρίζει ειρήνη
κι εμείς μοχθούμε με λέξεις να υφάνουμε
έναν ουρανό
έξω απ’ το πραγματικό! Έξω απ’ το πραγματικό!

3

Αυτός είναι ο θάνατος του φωτός
όταν φωτοστέφανα του οτιδήποτε
ποδοπατιούνται και αγωνίες και όνειρα.
Διατρυπώ το δίχτυ των λαθών μου
Κι οι αμαρτίες μου κλείνονται στη σιωπή.
(Ποτέ δεν άρχισα και ποτέ δεν τέλειωσα
τούτο το ποίημα.)
Ο κόσμος είναι ένας
αλλά κομματιασμένος απ’ τη σκέψη.

*“Αντί της σιωπής”, 12 ποιήματα του Λευτέρη Πούλιου συνοδευόμενα από 12 ζωγραφιές του Τάσου Μαντζαβίνου, που εκτίθονταν σε σχετική έκθεση στην γκαλερί “Είκοσι Τέσσερα” στην Αθήνα, το διάστημα 15 Μαρτίου-14 Απριλίου 1993. Την επιμέλεια του βιβλίου είχε ο Μισέλ Φαϊς, του οποίου επίμετρο περιλαμβάνεται στην έκδοση. Επίμετρο για τη ζωγραφική του Τάσου Μαντζαβίνου παρατίθεται από την Ελένη Βακαλό. Το βιβλίο εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, το 1993.

Βασίλης Ιωαννίδης (1948-2022), Έξι ποιήματα

ΚΥΛΟΥΝ ΟΙ ΣΤΑΓΟΝΕΣ

Κυλούν οι σταγόνες
επίμονα, ασταμάτητα.
Σαν σιωπηλή καταιγίδα
εφορμούν,
εισχωρούν στο αίμα,
το πολιορκούν.
Προς τα πού οδεύουν;
Προς τη ζωή ή τον θάνατο;

*

ΚΡΑΥΓΕΣ

Κραυγές,
κραυγές,
κραυγές,
θρήνοι
οιμωγές
κι ούτε μια συλλαβή
δεν βγήκε από το στήθος.

*

ΜΙΛΑ ΜΟΥ

Μίλα μου,
μίλα μου πολύ εαυτέ.
Μίλα μου συνέχεια,
ασταμάτητα,
για να νιώθω ότι υπάρχω·
μια θερμή γωνιά
για ν’ ακουμπήσω
τον αγιάτρευτο πόνο.

*

ΚΑΘΕ ΣΟΥ ΛΕΞΗ

Κάθε σου λέξη
πολλαπλασιασμένη ηχώ
μαύρης αυγής.
Η ψυχή
γυμνή και μόνη
ζητά ένα κορμί
ακέραιο
για να κουρνιάσει.

*

ΚΡΑΤΑ ΤΟ ΦΩΣ

Κράτα το φως
γερά μέσα σου·
για να βαδίζεις
στέρεα
μες στο βαθύ
σκοτάδι.

*

ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ

Κάθε μέρα
γκρεμίζεται
ένα άστρο.
Σε λίγο
ο ουρανός
θα μείνει
ορφανός.

Marija Dejanovic, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ

Στον έρωτα όλα είναι ανάποδα
Να χωρίζεις σημαίνει να ξεκινάς από την αρχή
και το να φεύγεις σημαίνει να έρχεσαι

Την Πέμπτη να συνέρχεσαι:
να χαστουκίζεις και να αγκαλιάζεις τον εαυτό σου
Να τον στριμώχνεις στη γωνία

Κάτι περίεργο συμβαίνει στον λαιμό
εκκολάφθηκε μια μικρή λέξη

Την Τετάρτη είπε έχω ένα δώρο για σένα
κάτι να σου θυμίζει εμένα
και μου πρόσφερε μια κοσμηματοθήκη δεμένη με σπάγκο
περασμένο στο σπάγκο ήταν το κλειδί του σπιτιού

Δεν ήθελα να πάρω το κλειδί κι έτσι μου έδειξε
πώς να διαρρήξω το διαμέρισμά του
χρησιμοποιώντας πιστωτική κάρτα

Φόρεσα πάντως το κολιέ στο λαιμό μου
-ανάποδα, να μη με ληστέψουν-

και πήγα μια μεγάλη βόλτα

Ήταν Πέμπτη, ζεστό δειλινό

Ήταν μια όμορφη βραδιά νηφαλιότητας

Την Παρασκευή το πρωί άλλαξα την κλειδαριά
για να ταιριάζει στο δικό του κλειδί

*

ΑΘΑΝΑΤΗ

Η μεγαλύτερή μου δύναμη είναι
ότι ενίοτε επιθυμώ να μην υπάρχω
Έτσι, όταν υπάρχω, τότε πράγματι υπάρχω

Θα έπρεπε να έρθετε να με επισκεφθείτε
να δείτε ότι είμαι καλά
Φυτεύω βότανα στις γλάστρες του σπιτιού
δηλητηριώδη και θεραπευτικά σαν την αγάπη της μητέρας

Στον κήπο – άγρια χόρτα
ανθεκτικά και αθόρυβα σαν την αγάπη του πατέρα

Μου ανήκουν όλα όσα είναι δικά μου
Και τίποτα άλλο
Γι’ αυτό μπορώ να τα μοιραστώ μαζί σου
την νύχτα και την μέρα

Εσύ δεν είσαι νεκρή
Αθάνατη είσαι σαν τη μόδα των πυκνών φρυδιών
Και τον πρωινό καφέ

Κάθε τόσο κάποιος λέει ότι δεν υπάρχεις
-τότε πως γίνεται να σε βλέπω στα πρόσωπα όλων;

*Από τη συλλογή “Η καλοσύνη διαχωρίζει τη μέρα από τη νύχτα”, εκδ. Θράκα, 2023. Μετάφραση: Irena Gavranovic Luksic.