ΝΥΧΤΑ ΠΡΩΤΗ
… που έγκλειστος στο δωμάτιό του μάχονταν τη
θλίψη της ηλικίας
και φανταζόταν τον μελλοντικό, αιώνιο εαυτό του
τον εαυτό του οριστικά σε κείνο το δωμάτιο
απόλυτο, αόρατο πλάι στο φως της λάμπας
με μόνη συντροφιά τη σκέψη του
που ευφραίνονταν μες σε θολούς μαιάνδρους.
Κι έβλεπε ν’ απλώνονται νύχτες αμέτρητες
μπροστά του
νύχτες νηστείας κι ακμής που τον καλούσαν
πάλι και πάλι να γευτή τους μυστικούς καρπούς.
Και φανταζόταν να τον περιβάλη μια αδιαπέραστη
σιωπή
και να χρυσίζη μια αίγλη γύρω από το νοητό του
σώμα
και φανταζόταν να ‘ναι δυνατός, να ‘ναι γεμάτος
μουσική, μέσα στη φτώχεια.
…με δαίμονες να μπαινοβγαίνουν στο τρύπιο του
στήθος
με αγωγούς, τρυπάνια, υπόγεια τραίνα
να τον διαπερνούν
με αυτόχειρες να καταφεύγουν στα όνειρά του
σ’ ένα δωμάτιο από χώμα, σκοτεινό
που έβγαζε μόνο σε υγρές στοές
κι εγκαταλελειμένα ουρητήρια κάτω απ΄την πόλη
εκεί, ταγμένος
ν’ απελπίζεται, να ομνύη, ν’ αναρωτιέται
αν θα τον δικάσουν κάποτε ή πόσο γρήγορα
θα τον ξεχάσουν
Πού εξόριστος στο μακρινό πλανήτη του
υπέμενε τις καθιζήσεις τ’ ουρανού, το μαρασμό
των άστρων, τις λιποταξίες των θεών
άκουγε το τικ-τακ των χιλιετηρίδων
κι υπόσχοταν ν’ αντέξη παγωμένος
και φανταζόταν τον εαυτό του έφηβο παντοτινό
στης φαντασίας το παλάτι,
χρυσοδίαιτο βασιλιά στο κέντρο του ήλιου
γρύπα, αρχάγγελο, αστροναύτη φτερωτό
που θα μπορούσε να πετάξη αν υπήρχε ακόμη
ζωή στο σύμπαν·
… που δεν ταξίδευε ποτέ, που ζάρωνε
μες στο δωμάτιό του
υποφέροντας αιώνια, μεθοδικά
σκυφτός σοφός, το χάος θαυμάζοντας,
απαρηγόρητο έμβρυο μες στο σκοτάδι.
*“Νύχτες 1-6”, εκδόσεις Άγρα, 1995.
