1.
Ποτίζω μια εικόνα
στις γωνίες των επίπλων μου.
Ποιά η μνήμη
όταν τα χέρια ψηλαφίζουν
τη ζωηρή της κρούστα;
Το τσίγκινο τρενάκι
πλανάται ήσυχο τώρα
(κοντεύει, μα)
δες πώς ηχούνε οι ράγες.
// η μνήμη μ΄ακουμπάει
σαν κουκούτσι κερασιού
δαγκώνω το περίβλημα
και πέφτω στη ρωγμή της //
Το σεντόνι του πατέρα μου ξεκινάει από
έναν ζορισμένο λαιμό / και απλώνεται μέχρι
τα πέλματα / και δεν υπάρχει μόνο ως τέ-
τοιο, λευκό υλικό φτιαγμένο από άνθρωπο
/ μα είναι και οι γωνίες του σεντονιού αφε-
τηρίες δρόμων της Αθήνας / περπατημένων
από δύο πέλματα που έχουν πια πρηστεί /
που πια μυρίζουν πύον.
Τα γυαλιά του πατέρα μου είναι γοργόνες
με στρογγυλά στήθη / πλαγιασμένες στο
κρανίο που ‘χει γρουμπούλια έτοιμα να
εκραγούν. Κάποτε / όταν ζητάει να δει και
κάτι παραπανω / ταρακουνάει το κεφάλι
απότομα / να πέσουν οι γοργόνες στην κα-
τεβασιά της μύτης / μπας και ανοίξει εκείνη
η δεξαμενή της όρασης όπου τίποτε πια δεν
υφίσταται στο σχήμα του / και το περιεχό-
μενο των πραγμάτων κλωτσάει το περί-
γραμμα / και κάθε εικόνα πάλλεται στον
ρυθμό του ανορθόδοξου / ελεύθερη / αιωρη-
μένη / αποκομμένη από τη φυλακή της συμ-
μετρίας.
*“στη λαβή του κερασιού”, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούνιος 2023.
