Γρηγόρης Σακαλής, Δύο ποιήματα

ΠΟΙΟΤΗΤΕΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ

Εμείς νοιαζόμαστε
για όλους τους ανθρώπους
τους συνανθρώπους μας
εσείς νοιάζεστε
μόνο για τον εαυτό σας
τέτοιοι είσαστε
εμείς συναναστρεφόμαστε
με απλούς ανθρώπους
όμοιους μ΄ εμάς
εσείς με πλούσιους
και δυνατούς
μήπως πέσει
καμιά φτερούγα
και για εσάς
να γλείψετε
βάζετε τα καλά σας ρούχα
και περπατάτε
μαζί με τους προύχοντες
εμείς με απλούς ανθρώπους
πίνουμε ένα ποτήρι κρασί.

*

ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ

Ποιος νοιάζεται για σένα
αναρωτιέσαι καμιά φορά
όταν σ’ αγκαλιάζει
ο ήχος της μοναξιάς
οι γονείς
αυτοί νοιάζονται σίγουρα
μα έχουν φύγει
ύστερα τ’ αδέλφια σου
αν έχεις
κι αν νοιάζονται
η φιλία πλέον
υπάρχει μόνο στα βιβλία
μένει μόνο
η οικογένεια
που έκανες εσύ
τα παιδιά, η σύζυγος
μα έτσι γινόμαστε
μια κοινωνία μονάδων
ανίκανοι για κάτι συλλογικό.

*Από τη συλλογή “Καράβι στον Αλιάκονα”, εκδ. Ενδυμίων, Οκτώβριος 2023.

Σπύρος Μεϊμάρης, Τρία ποιήματα


Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΤΟΥ ΑΓΝΩΣΤΟΥ

Θα ήθελα μες στα βουνά
να ‘φευγα
μες στις αχτίνες του ήλιου,
στο γαλάζιο χρώμα τ’ ουρανύ
στις κάτασπτρες προσόψεις των σπιτιών,
μακριά απ΄ τον εαυτό μου,
στο άγνωστο.
Σ’ ένα άγνωστο όμως που να ‘ναι γνωστό
πιο γνωστό απ’ οτιδήποτε
πιο γνωστό απ’ το κάθε τι
πιο γνωστό απ΄ τη σιωπή που μουρμουρίζει
στο κεφάλι μου
Όμοιος με τον αέρα να εισέρχομαι παντού,
μακριά απ’ τα πράγματα
και μαζί μ’ αυτά συγχρόνως.
Θα είμαι τα πράγματα και δεν θα είμαι εγώ,
ο εαυτός μου.
Δεν θα έχω βάρος, θα είμαι αόρατος.
Μες στο φως χαμένος θ΄ακτινοβολώ.

*

ΔΥΟ ΕΝΣΤΑΝΤΑΝΕ

Σήμερα, αυτήν εδώ τη στιγμή
μπροστά στο παράθυρο
με τον γκρίζο ουρανό πίσω του,
όλα εξομαλύνθηκαν.
Αισθάνομαι γυμνές τις πατούσες μου
μέσα σε λινά παπούτσια.
Οσφραίνομαι τις αναθυμιάσεις
από την κουζίνα του απέναντι εστιατορίου.
Ακούω το μεσημεριανό κομπρεσέρ της Αθήνας,
τα στριγκλίματα από τα λάστιχα και τα κλάξον.
Βλέπω τις κεραίες της τηλεόρασης.
Είναι μια διάφανη μέρα
χωρίς καθόλου αναμνήσεις.

*

ΦΕΥΓΑΛΕΟ

Μέσα από τις κεραίες
η θάλασσα –
χάθηκε η εικόνα μέσα
σ’ ένα λεπτό –
Ήχοι, όχι θόρυβοι
μεσημεριανοί μες στη ζέστη –
Φυσά ο αέρας.

*Από τη συλλογή “ γραφτά”, εκδ. Απόπειρα, Αθήνα 1998.

Βάλια Γκέντσου, Το αναζητούμενο νηπενθές

Θεόδωρος Στάμος, Ατέρμονο τοπίο

Στον Κ.Θ.Ρ.

Αιφνίδια ο θάνατος τρέχει μπροστά
της χώρας του τα κάγκελα έσπρωξα να μπω
ολονυχτίς με γύριζαν στα πάρκα
-οι λέξεις μού φέρθηκαν καλά

Με επιμονή το προηγούμενο στεγνό σημείο
κρύβοντας, το χώμα ούρλιαζε·
νεκρός ιστός είσαι
δε λες να αποσυντεθείς

Χρόνια μετά
στο ξύλινο πόδι του θείου
καίει το καντήλι
αδιάκοπτο, ενώ πλάι

του παιδιού το λίκνο
με αθωώνει κρυφά

*Δημοσιεύτηκε στο τεύχος 67 (Φθινόπωρο 2022) του περιοδικού “Μανδραγόρας”, σελίδα 4.

ένα έτσι, τα αεροπλάνα απογειώνονται μέσα από το άδειο στομάχι

τα αεροπλάνα απογειώνονται μέσα από το άδειο στομάχι
ένα ψημένο τοστ είναι δυο φορές τοστ
μπορείς πάντα να θεωρείσαι μεσαία τάξη αρκεί να το πιστεύεις
βάλτε την τηλεόραση στην τουαλέτα κι αφήστε το καζανάκι να τρέχει
η κωλοτρυπίδα μου πάσχει ψυχικά
το 41% δίπλα στην λέξη δικαιοσύνη;
ζωή μαγική! Netflix και ρύζι
ένα οικονομικό θαύμα ανά θηλιά
Ave Mafia! Koulis tecum!
πλέον μπορούμε να βλέπουμε μόνο όνειρα
ήταν κάποτε ένας παπάς, ένας μπάτσος κι ένας βουλευτής
στην χούντα κοιμόμασταν. τελεία
νηστεία, Master Chef και προσευχή στον ΟΠΑΠ
στα πόσα επιδόματα λες κυβέρνηση;
μπουμ! ο θάνατος είναι δεξιός
μπουμ! ήμασταν όλοι τρομοκράτες
μπουμ! νόμιμη αυτοάμυνα πλανητικής συνείδησης
μπουμ! η σωστή πλευρά της λήθης

*Παρμένο από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2024/01/31/7790/#like-7790

Vasyl Makhno | Καφές στα Starbucks


1/15th of a London second – photo by Hugo Lütcherath | LensCulture

τον Δεκέμβρη – στο κέντρο της Νέας Υόρκης –
πίνοντας καφέ στα Starbucks – παρακολουθώ
δύο Μεξικανούς που στρώνουν μαρμάρινες πλάκες τοιχοποιίας
στην είσοδο του κτιρίου

ένα ενοχλητικό Jingle Bells συνεχίζει να παίζει στο καφέ
οι Νεοϋορκέζοι λαμπυρίζουν με τα χριστουγεννιάτικα δώρα και τ’ αυτοκίνητά τους
oι πλανόδιοι έμποροι πουλάνε στους τουρίστες κάθε είδους σαβούρα
οι αστυνομικοί χουζουρεύουν ειρηνικά στο ζεστό αυτοκίνητο τους
υπάρχει ουρά για να μπεις σε μια εκκλησία – όχι, σήμερα δεν είναι Κυριακή –
τα εγκαίνια κάποιας έκθεσης

λοιπόν, να ο δωδέκατος απόστολος της χρονιάς –
ο Δεκέμβρης κάθεται στο τραπέζι του μυστικού δείπνου
από το σακουλάκι ξεπακετάρεις τα πενιχρά φρούτα των ημερών σου
για να κεράσεις τους δώδεκα αποστόλους
στο δρόμο μου έπεσα πάνω σ’ ένα μαγαζί και τ’ αγόρασα όπως όπως
αλλά αυτοί ξέρουν τα πάντα
και στη σιωπή θ’ αποτελειώσεις το άζυμο ψωμί
του τέλους της χρονιάς

λοιπόν, πλησιάζει ο καιρός που η πικρή εμπειρία
των φρούτων και του ξινόγαλου των ημερών σου
εμφανίζεται όλο και πιο συχνά στο καθημερινό τραπέζι
όταν ο ήχος του ωκεανού όλο και πιο συχνά
κρέμεται στο μεταξύ των λόγων σου
τόσο πιο συχνά σαν πεντάχρονο παιδί κάνεις μικρά βήματα
στη στάνη να εισπνεύσεις τις εκπνοές των προβάτων
γιατί –λένε– θα σε ανακουφίσουν απ’ τον ξερόβηχα

λοιπόν, να ‘σαι –ένας σαραντάχρονος άντρας –
ακόμα συνθέτεις λέξεις
ακόμα τις μουτζουρώνεις στο χαρτί – τίποτα καινούργιο εδώ;
από την αρχαιότητα μόνο λίγοι κατάφεραν να επιπλεύσουν
αντίπερα στον ωκεανό των χιλιετιών
σήμερα – μαζί με σένα εκατό χιλιάδες ποιητές
συντάσσουν λεξικά της γλώσσας τους
τουλάχιστον τα συντρίμμια μιας στροφής θα πλεύσουν την πορεία τους
(αν υπήρχε τρόπος να επιπλεύσουν κάπου)
τουλάχιστον ο ήχος της γλώσσας σου – σύμφωνα με τους νόμους
της αστρονομίας – τρέπεται σαν αστέρι –
που πια δεν υπάρχει – (αν αυτοί οι νόμοι δεν είναι εσφαλμένοι)

λοιπόν, εδώ καταναλώνεις τις τελευταίες μέρες του παλιού έτους –
σαν ένα δωμάτιο ξενοδοχείου για το όποιο έχεις ήδη πληρώσει –
πίνεις τον καφέ – και βλέπεις:

δύο Μεξικανοί – κόβοντας την πέτρινη πλάκα –
κι οι δυο μαζί τη σηκώνουν – την εφαρμόζουν
στον τοίχο – πάλι αργά την κατεβάζουν και πάλι την κόβουν

η πέτρινη πλάκα είναι βαριά

η ζωή είναι εύκολη

COFFEE IN STARBUCKS

in december – in downtown new york –
drinking coffee in Starbucks – i watch
two mexicans laying marble wall slabs
in the entrance to the building

an irksome Jingle Bells keeps playing in the café
new yorkers shimmer with their christmas gifts and cars
street peddlers sell the tourists all kinds of crap
the policemen snooze peacefully in their warm car
there’s a line to get into a church – no, today’s not Sunday –
the opening of some exhibit

well, here’s the twelfth apostle of the year –
december is sitting down at the table of the last supper
from the bag you unpack the meager fruits of your days
to host the twelve apostles
on my way i ran into a store and hastily bought them
but they know everything
and in silence you’ll finish eating the unleavened bread
of the year’s end

well, the time is approaching when the bitter experience
of the fruits and the soured milk of your days
appear all the more often on your daily table
when the sound of the ocean all the more often
hangs in the space of your words
all the more often like a five-year-old you take small steps
to the sheepfold to breathe the sheep exhalations
because – they say – it will relieve your dry cough

well, here you are – a forty-year-old man –
you’re still composing words
you’re still scribbling them down – what else is new here?
from ancient times only a few managed to float
across the ocean of millennia
today – together with you a hundred thousand poets
are composing dictionaries of their language
at least the debris of a strophe will float its way
(if there’d be a way to float somewhere)
at least the sound of your language – according to the laws
of astronomy – becoming like a star –
that no longer is – (if those laws aren’t wrong)

well, here you’re using up the last days of the old year –
like a hotel room you’ve already paid for –
you drink up the coffee – and watch:

two mexicans – cutting the stone slab –
both of them lift it up – fitting it to
the wall – again they slowly lower it and again they cut it

the stone slab is heavy

life is easy

*Μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Θεοφιλάκου
**Πηγή πρωτότυπου ποιήματος και αγγλικής μετάφρασης: Poetry International

***Σχετικός σύνδεσμος: https://trenopoiisis.blogspot.com/2023/12/vasyl-makhno-coffee-in-starbucks.html?fbclid=IwAR0I8WoVHiOd8rhOruYPvf12QR4VHMm_j4aPyb8WwGRqD-U3fC2qyr5aT10

Γιώργος Κοζίας, Eμβατήριο με σφιγμένα δόντια 


Φωτογραφία: Peny Delta

Τη νίκη ζητούν στην πολιτεία οι ξιπασμένοι.
Ρώμος Φιλύρας

«Αύριον κηδεύεται δωρεάν μια ζωή σακατεμένη!».
Για όσους δεν έβλεπαν
κανένα πάθος στις ηδονές,
έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους
ή θεώρησαν την ύπαρξή τους χαλασμένο παιχνίδι.
Τους ακούω να έρχονται τσιρίζοντας
ευπρεπείς, νομοταγείς, υποθηκευμένοι,
ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες
από τα εμπορεία Αντιοχείας και Πρεβέζης.
Μνήσθητι
την ώρα που αγοράζουν
τα σάπια ιδανικά,
όπως ψωνίζουν σε τόπο χλοερό
κόκκινα οπωροκηπευτικά απ’ τον μανάβη.
Και με την μάχαιραν στο Σεϊτάν Παζάρ
βρίσκουν ανάπαυση
κερδίζουν, κερδίζουν την μαύρη τους γαλήνη.

*Από τη συλλογή «Πολεμώντας υπό σκιάν… Ελεγεία και σάτιρες», εκδ. Περισπωμένη, 2017.

Σταύρος Μίχας, Δύο ποιήματα

ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Ο ήλιος φλόγα που σφύζει έπαρση
η σκόνη του αέρα βαραίνει τους ώμους μας
ενοικιάζεται το παρόν
βογγά η μέρα
σαλεύει λίγο το κενό μέσα μας.
Το φως κρυστάλλινος όφις ουράνιος
τρυπά το στήθος μας
Μας συντρίβει μέσ’ στο ανέφικτο.
Αφήνουμε να μας προσπεράσουν κάποιες μνήμες
-που ξεθώριασαν μέσα μας-
σαν ταινία παιγμένη προς τα πίσω
στην οθόνη της δικής μας συνείδησης.
Ανόητες ιδέες δικές μας
σαρκοφάγα λουλούδια.
Μάταια αντισταθήκαμε
μάταια υπήρξαμε επί μακρόν
στη νεόχτιστη κενότητα μας.
Παρ’ όλο που τόσο επιθυμήσαμε
ν’ ανταμωθούμε στα μάτια των αγγέλων
είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
που τους σκεπάζει η λήθη.

*

ΜΑΚΡΙΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ

Έφυγες
κι άφησες
μία παύση στο τίποτα.
Έτρεξες μακριά απ’ τον ατέρμονα κύκλο του χρόνου
μακριά απ’ τον εαυτό σου
από την ίδια σου φωνή
εσύ ο πρωτότοκος
της κίνησης και της ακινησίας
προτού βλαστήσουν τα δάκρυα
προτού ονειρευτείς το χιόνι στο κορμί
και την αδιάκοπη θλίψη σου
που ολοένα πλέον αναχωρεί.

Αγνή Μπαγκέρη, Δύο ποιήματα

Η ΠΡΑΓΜΑΤΩΣΗ

Σε μονοπάτι φυλλοστόλιστο
σταθήκαμε ένα δείλι
πουλάκια κελαηδούσαν
πένθιμο τραγούδι
–καλωσόρισμα
μιας άγουρης, ακόμη, αγάπης.

Σταθήκαμε
πλέκοντας τα τρίκλωνα δάχτυλά μας
κάτω απ’ της σελήνης
τ’ ολόχρυσο υφαντό.

Γονυπετείς,
«χάρισέ μας μαρμάρινο φως»
κι αμέσως
σμίξαμε τα μάτια.

Οι ήλιοι σου
μ’ όλο μέσα τους το καλοκαίρι
αχτιδοβόλησαν στον συννεφιασμένο μ’ ουρανό
άναψαν φλογίτσες στις φωλιές μου
φλογίτσες άκακες.

Σταθήκαμε ένα δείλι
σε μονοπάτι φυλλοστόλιστο
το δέντρο κι οι καρποί του
σταθήκαμε κι αγαπηθήκαμε.

*

ΣΕΜΝΗ ΠΡΟΣΠΟΙΗΣΗ

Κόρες χαλαζοστόλιστες
ακολουθούν το δρομολόγιο πιστά.
Τι κι αν θολή φαντάζει η πλάση;
Τι κι αν δεν έχουν κορμί να τους σταθεί;
Το δρομολόγιο ορίζει να μη χαθεί στιγμή
κι όλο παραμερίζουν τις σταγόνες
κι αδημονούν το δείλι να τις φτάσει.

Σε μια πλάνη κατοικούν
τη σκοτεινιά ποτίζουν
σαν παύουν η μια την άλλη να κοιτούν
συλλογίζονται ν’ ανθίζουν.

Αχρείαστες, τάχα
σαν η σελήνη ανάψει
με τα βλέφαρα θα σκεπαστούν
κι αλόγιστα θα προσποιηθούν
πως το δάκρυ δεν θα στάξει.

*Από τη συλλογή «Το άγγιγμα της Λίλιθ», ΑΩ Εκδόσεις, Μάρτιος 2022.

Πασχάλης Κατσίκας, Δύο ποιήματα

ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ Ο ΕΤΙΕΝ ΛΑΝΤΙΕ 1885

Κρέμασε την καρβουνιασμένη ρεντιγκότα
κι από κάτω στοίχισε τις κατάμευρες γαλότσες
Ξάπλωσε ικανοποιημένος
στο ημίφως του τάφου του
χορτασμένος απ’ τις πατάτες
που τον φίλεψαν οι Μαέ
μα πιο πλήρης από το κρασί και
τα λόγια της ταβέρνας
Έριξε κλεφτά μια ματιά
στην Κατερίνα πλάι του
στα κίτρινα γιλέκα που σαν μαργαρίτες
φύτρωναν στο χώμα που τον σκεπάζει
και ήσυχος ξανακοιμήθηκε

-Τίποτε δεν είχε αλλάξει
όλα ήταν όπως τα άφησε-

*

ΟΜΟΛΟΓΙΑ Ή ΜΟΝΟΛΟΓΙΑ;

Ξεχείλωσε τις αξίες
όπως το σώμα που το ταΐζεις χοληστερίνη
καλοθρεμένε μικροαστέ
με τα προεξέχοντα
αδρανή κατά τα άλλα ξύγκια
να πάλλονται
μόνο εμπρός στον κίνδυνο
της παραμικρής αλλαγής

-και η μιζέρια έχει τη γοητεία της

Βούλιαξε ανέμελα
με τον αντίχειρα στο κουμπί
κρύψε το μικροσκοπικό σου ήθος
στις ιδρωμένες πτυχές
Άσε τους λιπόσαρκους
που είναι σε κρίση – μη δίαιτα
τ’ ατροφικά να υψώσουν μέλη
είναι λαφρύτεροι
με γραμμωμένες αξίες
απαλλαγμένες από εμφράγματα.

*Από τη συλλογή «Το κοιμώμενο τσίρκο», εκδ. Εξιτήριον.