ΚΟΥΦΙΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ
Ο ήλιος φλόγα που σφύζει έπαρση
η σκόνη του αέρα βαραίνει τους ώμους μας
ενοικιάζεται το παρόν
βογγά η μέρα
σαλεύει λίγο το κενό μέσα μας.
Το φως κρυστάλλινος όφις ουράνιος
τρυπά το στήθος μας
Μας συντρίβει μέσ’ στο ανέφικτο.
Αφήνουμε να μας προσπεράσουν κάποιες μνήμες
-που ξεθώριασαν μέσα μας-
σαν ταινία παιγμένη προς τα πίσω
στην οθόνη της δικής μας συνείδησης.
Ανόητες ιδέες δικές μας
σαρκοφάγα λουλούδια.
Μάταια αντισταθήκαμε
μάταια υπήρξαμε επί μακρόν
στη νεόχτιστη κενότητα μας.
Παρ’ όλο που τόσο επιθυμήσαμε
ν’ ανταμωθούμε στα μάτια των αγγέλων
είμαστε οι κούφιοι άνθρωποι
που τους σκεπάζει η λήθη.
*
ΜΑΚΡΙΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ
Έφυγες
κι άφησες
μία παύση στο τίποτα.
Έτρεξες μακριά απ’ τον ατέρμονα κύκλο του χρόνου
μακριά απ’ τον εαυτό σου
από την ίδια σου φωνή
εσύ ο πρωτότοκος
της κίνησης και της ακινησίας
προτού βλαστήσουν τα δάκρυα
προτού ονειρευτείς το χιόνι στο κορμί
και την αδιάκοπη θλίψη σου
που ολοένα πλέον αναχωρεί.
