John Mbiti (1931–2019), Οι ουρανοξύστες της Νέας Υόρκης

Οι αδύνατες σκορπισμένες αχτίδες του κίτρινου ήλιου
Ξεπρόβαλαν απ’ τα σκοτεινιασμένα υφάσματα
Που τις τύλιξαν με διαφανές κερί·
Κι όπως οι ρυτιδωμένες αχτίδες κλείσαν τη μέρα,
Καπνισμένες οι καμινάδες της Νέας Υόρκης βήξανε
Κοιτάζοντας σε λυγισμένους πύργους
Και ξέρασαν λυπημένα δάκρυα σκοτεινού καπνού.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ανθολογία Νέγρων Ποιητών”, εκδόσεις Εγνατία, Θεσσαλονίκη 1969. Επιλογή, μετάφραση, επιμέλεια: Αλέξης Τραϊανός.

Μαρία Λαϊνά, Τέσσερα ποιήματα

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ

Ω γλυκύ μου έαρ
γλυκύτατό μου τέκνο
πέρα απ΄ την άλλη τη ζωή
υπάρχει τούτη η ζωή
κι όχι ανάποδα
όταν η τάξη θ’ αποκατασταθεί
τότε η τάξη θ’ αποκατασταθεί

*

ΑΠΛΩΣ

Ένα μωβ πουλί
που έχει
κίτρινα δόντια
φτερούγες κόκκινες
πράσινα πόδια
και ροζ κοιλιά
δεν είναι
ένα μωβ πουλί

*

Πέρα απ΄την αγάπη
ή το φόβο
είναι κι η μυρωδιά του δέρματος
που μας προδίδει
ακόμα και τις Κυριακές

*

ΔΙΑΒΡΩΣΗ

Καιρός
και σιγανές σταγόνες
κι υπομονή
κι ακόμα μια ζωή
κι ακόμα μια

*Από τη συλλογή “Αλλαγή τοπίου”, εκδ. Κέδρος, 1972.

Μάρκος Μέσκος, Ιτιά

Του Χ(ρήστου) Ν(έπκα)*

Τα παιδιά κατέβαιναν με το ποτάμι. Κυλούσαν, κυλούσαν
δεν έκλαιγαν δεν τραγουδούσαν — ήταν παγωνιά
χιόνι λησμονιάς ετρύπαε τα κόκαλα, Μάης δεν ήταν
λουλούδια μήτε και μόνο η μάνα με τα πράσινα μαλλιά
έσκυβε να χαϊδέψει ό,τι έφτανε: Μέτωπα ακίνητα, πόδια
και χέρια κι αγκαλιές και τώρα βούρλα μέσα στις παλάμες τους
μια πάνω μια κάτω στο κόκκινο νερό, έσκυβεν η μάνα
με τα πράσινα μαλλιά (αν είχε πια μαλλιά)
ό,τι έφτανε ν’ αγγίσει απ’ τα νεκρά παιδιά
τους άνδρες πες
που κατεβαίναν σκοτεινά, χωρίς φως το ποτάμι.
Από τη συλλογή Μαυροβούνι (1963)

*Χρήστος Νέπκας (Έδεσσα 1916-1949), αυτοδίδακτος τραγουδοποιός.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Στον Κουρέα

Άσπρο τριαντάφυλλο
η πετσέτα του κουρέα
γύρω απ’ το πρόσωπό σου
που σαν μαμούνι λαμπερό
στα πέταλα καρφώθη.
Τούφες τούφες στο πάτωμα
οι μέρες μου που σ’ αγαπούσα τόσο,
ενώ ψαλίδιζε ο πολύλογος
αισθητικός της κεφαλής
ό,τι περιττό φυτρώνει μες στο χρόνο.
Αχ! και σ’ έκανε ο ασυνείδητος αυτός
ακόμη πιο ωραίο·
γράφτηκε καθαρά η κατηφόρα των φρυδιών
και κάτω απ’ τους νεφρίτες των ματιών
μισάνοιγαν τα άνθη σου, τα χείλια.
Το μαγαζί τυπώνονταν μέσα μου
με κάθε λεπτομέρεια,
σιγά σιγά το τίποτα
που θα ‘τανε σε λίγο η ζωή μου
δίχως εσένα,
έμπαινε σουρνάμενο
στον παρφουμαρισμένο χώρο.
Μες στον καθρέφτη γέλασες,
διπλώθηκα στα δύο
που σ’ είχα και θα σ’ έχανα
σαν τη ζωή που σταματάει
κλασική μ’ ένα ψαλίδι.

Alejandra Pizarnik, la muerte / death / ο θάνατος 

la muerte es solo un sueño como la realidad .. como si por primera vez se respirara dentro de tu alma .
la belleza del espiritu no se encuentra en la razon la puedes ver dentro de ti en tu sentir en tu mirar ..la oscuridad del tiempo nunca fue mas alcanzable .. igual que la tristeza expresada por nuestra conviccion a la vida .. como si pintar fuera solo razon .naufragio sombrio como la paz.
la vida fue solo una escapatoria para los sueños en el tiempo de la oscuridad escrita en nuestra realidad.
toco tu bella alma sin igual tus ojos brillan igual que tu amor hacia la libertad ese rostro magico lleno de emociones reales como tu verdad .. mismo sentir como un ultimo respiro de vida.
la vida no es mas que un simple mirar hacia la libertad donde los poetas jamas estaran de pie y sin hablar .
estelas de fuego solo dentro de su sentir pasion sin igual como el abandonar la triste humanidad. vida.

death is just a dream like reality.. as if for the first time he breathed inside your soul.
the beauty of the spirit is not found in reason you can see it inside you in your feeling in your looking.. the darkness of time was never more reachable.. just like the sadness expressed by our conviction to life.. as if painting was only reason. shipwreck dark like peace.
life was just an escape for dreams in the time of darkness written in our reality.
touch your beautiful soul like no other your eyes shine like your love towards freedom that magical face full of emotions real like your truth.. same feel like a last breath of life.
life is nothing more than a simple look towards freedom where poets will never be standing and without speaking.
fire sparks only within their feeling passion like abandoning sad humanity. life.

ο θάνατος είναι απλά ένα όνειρο σαν πραγματικότητα.. σαν να αναπνέει για πρώτη φορά μέσα στην ψυχή σου.
η ομορφιά του πνεύματος δεν βρίσκεται στη λογική μπορείς να τη δεις μέσα σου στο συναίσθημα στο βλέμμα σου.. το σκοτάδι του χρόνου δεν ήταν ποτέ πιο προσιτό.. ακριβώς όπως η θλίψη που εκφράζεται από την πεποίθησή μας για τη ζωή.. σαν να ήταν η ζωγραφική μόνο λόγος. ναυάγιο σκοτεινό σαν ειρήνη.
η ζωή ήταν απλά μια διαφυγή για τα όνειρα στην εποχή του σκοταδιού που γράφτηκε στην πραγματικότητά μας.
άγγιξε την όμορφη ψυχή σου όπως κανένας άλλος τα μάτια σου λάμπουν όπως η αγάπη σου προς την ελευθερία αυτό το μαγικό πρόσωπο γεμάτο συναισθήματα αληθινό όπως η αλήθεια σου.. το ίδιο νιώθεις σαν μια τελευταία ανάσα ζωής.
η ζωή δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα απλό βλέμμα προς την ελευθερία όπου οι ποιητές δεν θα στέκονται ποτέ και χωρίς να μιλούν.
φωτιά σπίθες μόνο μέσα στο συναίσθημα πάθος τους σαν εγκατάλειψη θλιβερή ανθρωπότητα. ζωή.

Λεωνίδας Καζάσης, Τρία ποιήματα

Στους απύθμενους πυθμένες
μια νυχτιά θα κατεβώ,
μ’ οξυμένες τις αντένες
ύδωρ πύρινο θα πιώ.
Μέσα στων βυθών τα βύθη
σε κλαυσόγελα γοερά,
πίνω απ’ των χρησμών τα στήθη
ποιητών τα ιερά.

Κώστα Καρυωτάκη!
Γίνε στην αγέλη μας ταγός.
Σχίζεις τις χρυσές κορδέλες
δεν σου πρέπει αρχηγός.
Σ’ αφερέγγυους αγώνες
το κοντάρι παρατάς,
πάντα ρίψασπις, δραπέτης
τους θεσμούς πετροβολάς.

Της χίμαιρας τη θύελλα
μονάχος σου διαβαίνεις,
από τους τόπους τους κοινούς
όλο και ξεμακραίνεις,
της στόχασης αντάρτης,
της στατικής, άβιας ζωής
ο νεκροθάφτης.

*

Το όμορφο ταξίδι στην Ιθάκη,
δοκή του σοφιστή.
Oι κρόταφοί του έσταζαν
στην Πρέβεζα ρυάκι,
του αισθητή η οργή.

*

Στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη

Όταν η νόηση αναγνωρίσει την προέλευσή της, αίσθηση,
και αποκατασταθεί το αυτούσιον του ανθρωπίνου είδους, τότε, ανέμελα, θα
ίπτασαι στα διαστήματα, Ναπολέων!

Τον λόγο σου εποφθαλμιούν
η μουσική, η εικόνα, ο στοχασμός.
Ένα αδήριτο συναίσθημα προτρέπει,
απαράμιλλος της θλίψης αοιδός,
του χάους η αοριστία τέρπει.

Την ομίχλη εκζητείς,
αφουγκραζόμενος διαρκώς την τελευτή.
Του Έρωτος τα σφρίγη ανακαλείς,
μα ο Ίμερος δεν ιερουργεί.

Αλγκέν Χαϊντινόλλι, Άδειο το κρεβάτι σου 

Η ώρα είναι πέντε και μου λείπεις
Δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ
Όλο έκανα να κοιμηθώ
μα κάτι μου ’λέγε:
ξύπνα, ξύπνα, ο γιος σου γύρισε
Και γω, σαν να το πίστευα
έμπαινα στο δωμάτιό σου
μα το κρεβάτι άδειο…

Άδειο όπως η ψυχή μου

Ήξερα πως δεν θα έρθεις πια
και ας μην ήθελα να το δεχτώ
Και πώς να το δεχτώ δηλαδή;
Ποια μάνα το δέχεται;

Σε έχασα
Ήσουν ο μόνος που είχα
Και τώρα;

Πόσο σε πρόσεχα
Πάλεψα πολύ να σε μεγαλώσω
Το καταλάβαινες
το έβλεπα στα μάτια σου

Αχ και να έβλεπα τα μάτια σου…

Πριν προλάβεις να ζήσεις
Μόλις που είχες πάρει μια γεύση
από τη ζωή

Η ώρα είναι πέντε
και το κρεβάτι σου ακόμα άδειο

[να μείνει άσβεστη η μνήμη
ένας χρόνος από το σιδηροδρομικό δυστύχημα
Τέμπη 2023-2024]

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/02/27/άδειο-το-κρεβάτι-σου-αλγκέν-χαϊντινόλ/#like-6783

Δημήτρης Φιλελές, Σκιές

Ζωγραφικό έργο του Σωτήρη Σόρογκα που εκτίθεται σε σταθμό του μετρό της Αθήνας

Οι σκιές περπατούν αμίλητες
στη γέμιση του φεγγαριού
ανεμίζουν λάβαρα διάτρητα
ιδανικών που έφθειρε ο χρόνος
και των επιγόνων η πολτοποιημένη συνείδηση

οι σκιές ψηλώνουν, μακραίνουν, καθαγιάζονται
σαν αγιογραφίες βυζαντινές
σε τοίχους βεβηλωμένης εκκλησίας
απιθώνουν την εύγλωττη σιωπή τους
στις ουράνιες μολυβένιες νεροσυρμές
που ποτίζουν τη χέρσα γη

οι σκιές ανηφορίζουν τον λόφο του μαρτυρίου
αρνούνται τη ματαιότητα της θυσίας
αντικατοπτρίζονται στη λευκότητα των κορυφών
και στων θαλασσών τη νηνεμία
ζεσταίνουν στον κόρφο ανεκπλήρωτα οράματα
ξαγρυπνούν στην εύκαρπη μήτρα της νύχτας
μέχρι τη γέννηση της νέμεσης.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή “Αντι…σώματα” (εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα, 2020).
**Αναδημοσίευση απο εδώ: https://dfphotosblog.wordpress.com/2024/02/27/δημήτρης-φιλελές-σκιές/#like-824

Λίνα Βαταντζή, Μέσα από ρόδα

Jacques Hérold, Heads (1939)

Από αμφιθεατρικά πεζούλια
παράλληλα στο ποτάμι
με μια χαλύβδινη Γέφυρα δεξιά
και κρυστάλλινα Κτίσματα αριστερά,
ατενίζω έναν Πύργο πετρόκτιστο.
Μεσημέρι Κυριακής,
ο αέρας είναι λεπτός,
κυριαρχεί το σταχτί
πάνω από το χρώμα του χώματος –
σκέφτομαι
τι μπορώ να κάνω με τα συναισθήματα
που δημιουργούν οι εμπειρίες.
Αναρωτιέμαι
πόσα ενθυμούμαι
από τα προπύργια της ζωής.
Πόρθησα κάστρα
άλωσα χώρους
έχτισα γεφύρια
διέσχισα τάφρους.
Βρίσκομαι εδώ
με τον κότινο της νίκης,
με το μαντήλι της ήττας,
ανάμεσα σε γη και ουρανό,
κουκίδα και γίγαντας συγχρόνως,
πολλή φωτιά και πάγος
σε μουσική και όχθες.
Από θνητότητα καμωμένη
ασφυκτιώ
στην τρικυμία των αναμνήσεων
αρπάζω τα σύννεφα που λιάζονται.
Επιμένω –
σε λίγο ο ουρανός
θα δακρύσει για μένα
κι αμέσως θα ανοίξει την αυλαία
για να θριαμβεύει το φως.
Ανακινώ το σακίδιο της μνήμης –
πρώτα,
διαχέονται τα συναισθήματα
κατόπιν,
αναδύονται οι εικόνες.
Ντύνομαι στον χορό
που αποκαλούμε ζωή.
Και είναι ακόμη
μεσημέρι Κυριακής.

Χρηστίνα-Καλλιρρόη Γαρμπή, Δύο ποιήματα


Φωτογραφία εξωφύλλου: Χρηστίνα-Καλλιρρόη Γαρμπή

1.

μου αρέσει
όταν σε λένε πάχνη
άνθρωποι που μόλις γνωρίσαμε

οι πληγές σου
είναι αστέρια τρύπες
όλοι βλέπουν καλύτερα μέσα σου

έχω παρατηρήσει
ότι ο τρόπος που με πιάνεις
είναι μια ζακέτα στους ώμους
ενός ανθρώπου που κοιτάζει τον γκρεμό

εάν γυρίσω και δω το βλέμμα σου
-βλέμμα ικανοποιημένου δέντρου-
αναγνωρίζω αυτά που επίτηδες ξέχασα

σε έχω δει
να σηκώνεις τους ώμους για μέρες
ασύνειδη υπενθύμιση σε όλους
ότι δεν φταις

4.

ονειρεύτηκα
Έναν άντρα
που διάλεξε για σπίτι του
μια αμμουδιά

το χαμόγελό του
ήταν μια αγκαλιά

από παιδί
Είχε αφήσει τα δόντα του να πέσουν
(άμα δεν θες να ξεσκίσεις κάτι
τι να την κάνεις τη σκληρότητα)

ονειρεύτηκα
πως έπεφταν οι τοίχοι του σπιτιού μας

μπορούσαμε να δούμε
μέσα στις κοιλιές μας

εσύ φορούσες ένα μπλε φόρεμα
και γω ήμουν μόνο χέρια

*Από τη συλλογή “Άπω Αργεντινή”, εκδ. Σμίλη, Σεπτέμβριος 2023.