Eιρήνη Παραδεισανού, Να σώπαινες… το αίμα

Έλατα ριζώνουν σε ραγισμένο νερό
η φλούδα τους απλώνει κύματα στο δέρμα

όρθια σε τρύπα που χάσκει
απλώνω σπασμένα κλαδιά τα χέρια μου
με πείσμα να τρυπήσουν τα τοιχώματα του πηγαδιού
που σκάφτει στο κρανίο μου
ο μπέτης σου

άθλιε στιχοπλόκε

έστω να σώπαινες το αίμα

*Από τη συλλογή “Παιδικές παλάμες”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2021.

Langston Hughes, Δύο ποιήματα 

ΟΝΕΙΡΑ

Κράτα γερά τα όνειρα
Γιατί αν τα όνειρα πεθάνουν
Η ζωή πουλί με σπασμένα φτερά
Να πετάξει δεν μπορεί.

Κράτα γερά τα όνειρα
Γιατί αν τα όνειρα χαθούν
Η ζωή ένα άγονο χωράφι
παγωμένο μες το χιόνι.

DREAMS

Hold fast to dreams
For if dreams die
Life is a broken-winged bird
That cannot fly.

Hold fast to dreams
For when dreams go
Life is a barren field
Frozen with snow.

*

ΧΑΡΛΕΜ

Τι συμβαίνει σε ένα όνειρο που όλο αναβάλλεται;

Ξεραίνεται
σαν σταφίδα στον ήλιο;
Ή κακοφορμίζει σαν πληγή-
και μετά πυορροεί;
Βρωμάει σαν σάπιο κρέας;
Ή πήζει και ζαχαρώνει-
σαν σιροπιαστό γλυκό;

Ίσως απλά κρεμάει
σαν βαρύ φορτίο.
Ή μήπως εκρήγνυται;

HARLEM

What happens to a dream deferred?

Does it dry up
like a raisin in the sun?
Or fester like a sore—
And then run?
Does it stink like rotten meat?
Or crust and sugar over—
like a syrupy sweet?

Maybe it just sags
like a heavy load.

Or does it explode?

*Πηγή: The Collected Works of Langston Hughes. The poems, 1921-1940. Copyright © 2002 by Langston Hughes @ Poetry Foundation. Μετάφραση: Μαργαρίτα Παπαγεωργίου

**Από εδώ: https://strophess.blogspot.com/2023/10/langston-hughes.html

Guy Bennett, Γυμνό ποίημα

Το ποίημα αυτό έχει απογυμνωθεί από κάθε ποίηση. Στα
θέματα που θίγει και στη γλώσσα που χρησιμοποιεί έχει
καταβληθεί κάθε προσπάθεια να εξαλειφθούν τα γνωρί
σματα και τα τεχνάσματα των παραδοσιακών ποιητικών
έργων.

Έτσι, λοιπόν, ο αναγνώστης δεν θα βρει εδώ συζητήσεις
περί έρωτα, σεξ, ναρκωτικών ή θανάτου˙ ούτε και στοχα-
σμούς για τα πάθη της ζωής ή την ομορφιά της φύσης˙ ούτε
και σχόλια οποιουδήποτε είδους για τις λοιπές οδύνες και
τέρψεις των διαπροσωπικών σχέσεων κάθε επιπέδου.

Ούτε και πρόκειται η αναγνώστρια να συναντήσει στίχο,
ρίμα ή ευφωνία, μα και δεν θα διαφύγει της προσοχής της
η έλλειψη οποιασδήποτε μορφολογικής ή τυπογραφικής
ιδιορρυθμίας στον γραφιστικό σχεδιασμό, την οπτική υφή
ή τη διάταξη στη σελίδα.

Παρ’ όλα αυτά, δεν θα υπάρξει καμία αμφιβολία ότι αυτό
είναι όντως ένα ποίημα, διαφορετικά ούτε θα το διαβάζατε
ούτε θα το ακούγατε να το διαβάζουν σε αυτό το πλαίσιο.

*Μετάφραση: Ελένη Γιώτη.

**Από εδώ: https://teflon.wordpress.com/2024/01/08/%cf%84%ce%b5%cf%86%ce%bb%cf%8c%ce%bd-30-guy-bennett/

sine lege, είμαι

Φωτογραφία: Lizzie Woolfenden

είμαι με τους μόνους που περικυκλωμένοι από τα πλήθη ζούνε

είμαι με τα σπίτια στα χωριά που ζούνε ερήμην δέκα μήνες

με τη θάλασσα του δεκεμβρίου είμαι που τη φουρτούνα της δεν έχει πού να την ξεσπάσει

είμαι με κείνους που εκθαμβωτικούς ποτέ κανένας δεν τους αποκάλεσε

που σκύβουν πάνω από την άσφαλτο και τις πληγές των ζώων δεν τις προσπερνάνε

με τη γάτα είμαι που χτυπημένη από άνθρωπο στέκει στο δρόμο και περιμένει να πεθάνει

με τους μόνους είμαι που πνίγονται στις σκέψεις τους χωρίς μια τόση δα του πόνου μοιρασιά

είμαι με την επαρχία των νησιών που αγόγγυστα έξι μήνες κοκτέιλ σε πισίνα σας προσφέρει

κι ύστερα ερημώνει και μικραίνει και εξαφανίζεται από των αρχόντων τα λογύδρια

με τα καντούνια του χωριού μου είμαι που οι λάμπες τους οσονούπω θα σβηστούνε

είμαι με τα βουνά που σκύβουν όταν χειμωνιάζει και με πνίγουν γιατί έχει πάντα μοναξιά στην κορυφή

με κείνες είμαι που όμορφες δεν τις βρήκε κανείς ποτέ

είμαι με κείνον που του λείπουνε τα δόντια τα λεφτά τα εξοχικά και δεν συνάντησε ποτέ την αίγλη

με τον αλβανό που έλληνας δεν έγινε ποτέ είμαι

μέχρι να φέρει μετάλλια χρυσά και διακρίσεις που όπως φαίνεται μια πατρίδα μπορούν να σου χαρίσουν

με τη μάνα είμαι που της σκοτώσαν το παιδί

ήθελαν βλέπεις να προφυλάξουν της ζωής τους τη βιτρίνα από τον έρωτα που τίποτα μα τίποτα ποτέ του δεν κοιτά

με το παιδί που βίασαν είμαι και ύστερα ως τρελό το διαπόμπευσαν

με κείνους είμαι που για να χαρίσουν στους άλλους την ελευθερία ζήσανε μια ζωή φυλακισμένη

με τους μόνους και τους δυστυχείς είμαι που ένα ψέμα ποτέ δεν βρήκε κάποιος παρήγορο να τους ξεστομίσει

με τον πόνο ζω που γύρω μου ποτέ του δεν τελειώνει

κι αρνούμαι το παιχνίδι σας να παίξω

πως τάχα χορτάτη και όμορφη πρέπει στις φωτογραφίες σας να δείχνω

γιατί ποτέ δεν έμαθα εντέλει αρμοδίως στο φακό σας να ποζάρω

και με χαμόγελο τρεμάμενο κάθε πρωί να σας καλημερίζω

Γιώργος Δανιήλ, Όταν υποχωρούν

Όταν υποχωρούν οι μαλακοί ζέφυροι
και με κυκλώνει χάλκινος ύπνος
τότε και πάλι γεύομαι
αυτή τη μελανή κερήθρα
που βάφτισαν μοίρα.
Βλέπω παιδιά ξυπόλητα
να περπατούν στους δρόμους
κρατώντας αδειανά κλουβιά
ενώ βαθιά μέσ’ στα χαλάσματα
φτεροκοπούνε τα πουλιά με τρόμο
ξωπίσω τους γατιά λιμασμένα
πιο πίσω οι καρχαρόδοντες σκύλοι
και πίσω πίσω ο άνθρωπος
με τη μαύρη μπαγκέττα.

*Πηγή: «Τα αδιέξοδα» που περιλαμβάνεται στο «Γιώργος Δανιήλ: Τα επίθετα, ποιήματα 1968-1983», εκδόσεις Πρόσπερος, 1984.

Δημήτρης Ζουγκός, Οι πολλές μορφές του θανάτου

Τι με έφερε σε αυτή την καταιγίδα;
Τάχα δεν είμαι αρρενωπός
να κοιτάξω κατάβαθα τα σύννεφα
και να διατάξω την διάλυση
ή τάχα τα χρόνια δεν με τύλιξαν με γάζες
και καμία βροχή μέσα μου εισδύει;
Παράξενο είπα και συνέχισα

Ι
Τόσος καπνός ξοδεύτηκε στα υπόγεια
σκέψεις που θρυμματίστηκαν το πρωί
κι η πείνα – αχ αυτή η πείνα
να περιγελάει τους ανώτερους σκοπούς σου
Παράξενο είπα και συνέχισα

ΙΙ
Αργές μέρες φέραν αργές νύχτες
ότι και να κάνεις δεν έχει σημασία
δεν μπορείς να σταματήσεις τα φαινόμενα
και μαθαίνεις αντίθετα με ότι πιστεύεις
πως η απουσία σου δεν σημαίνει τίποτα
Παράξενο είπα και συνέχισα

ΙΙΙ
Τα ψιλά δεν φτάνουν για τσιγάρα
και τα επόμενα δέκα λεπτά
καμιά επιτυχία δεν σε περiμένει
αν καταφέρεις και δεν κλάψεις
δυο μπαμπουίνοι θα χειροκροτήσουν ρυθμικά
την γενναιότητα σου
Τι στο διάoλο πάει να πει αυτό;
Παράξενο είπα και συνέχισα

IV
Είσαι σπουδαίος
μπορείς να τερματίσεις την ζωή σου ότι ώρα θέλεις
ανέλυσες τα σκοτάδια και την φρίκη τους
και κάποιοι είπαν πως αξίζεις καλύτερη τύχη
Τους πίστεψες.
Παράξενο είπα και συνέχισα

V
Ακίνητος ο κόσμος ακίνητος κι εσύ
Θαρρείς πως περπατάς και αναρωτιέσαι
πως θα ξεφύγεις από τον θάνατο
Ανόητε, μονάχα η ίδια η ζωή ρωτά
μονάχα η ζωή αναρωτιέται
ζω-ή;
Παράξενο είπα και συνέχισα.

Jack Micheline, Everywhere I go is beauty / Όπου κι αν πάω είναι όμορφα

Everywhere I go is beauty
trees illuminated
street lights glowing in the darkness
I want to run up to strangers and kiss them
but there is too much noise
men kill each other
I’m sick and tired of seeing sad faces
stop that bastard machine
everyone is God and Holy
a spike is ripping at my throat
I smell a fragrance of a rose
everywhere I go is beauty

1958

Όπου κι αν πάω είναι όμορφα
δέντρα φωτισμένα
τα φώτα των δρόμων λάμπουν στο σκοτάδι
θέλω να τρέξω σε αγνώστους και να τους φιλήσω
αλλά υπάρχει πολύς θόρυβος
οι άντρες σκοτώνονται μεταξύ τους
Βαρέθηκα να βλέπω θλιμμένα πρόσωπα.
Σταματήστε αυτό το μπάσταρδο μηχάνημα.
όλοι είναι θεοί και άγιοι.
ένα καρφί σκίζει το λαιμό μου.
Μυρίζω το άρωμα ενός τριαντάφυλλου.
Όπου κι αν πάω είναι όμορφα.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Έφη Καλογεροπούλου, Βυθός

Η σιωπή είναι άβυσσος
έρημος και φωτιά
σιωπή το πριν και το μετά
η λύπη η κραυγή η αφωνία
μαζί και χωριστά
το Καλό και το Κακό σιωπή
και το νερό το τρεχούμενο
στο μονοπάτι της λήθης
σιωπή το κύμα το παλιρροϊκό
της ασίγαστης ελπίδας
η τρυφερότητα που καίει και κλαίει
το Είναι και το Μηδέν σιωπή
τα γράμματα οι αριθμοί οι λίμνες
και της ζωής μας τα αποσιωπητικά
Κι ακόμη τα χέρια μου μες στα δικά σου
κι ο τρόμος του πυροβολισμού που βρίσκει στόχο
σιωπή κι άλλη σιωπή ο αιφνιδιασμός
κι ακόμη πιο πολύ
εκείνη η ησυχία των μέσα μας σελίδων

*Από τη συλλογή “Χάρτης Ναυαγίων”, εκδ. Μετρονόμος, 2017.

Rafael Alberti, Περπάτησα όλη νύχτα με τα μάτια κλειστά

Ο γαλαξίας πέθανε μπας και κοιμηθεί μία ώρα μόνο πάνω από τα στάρια,
έστω και μια ώρα για να ξεχάσει τόσο δρόμο χυμένο,
τόσο πολύ και έσχατο απόηχο ανώνυμων ηρωικών ψυχών που τις ξανάκανε ο αέρας δικές του.
Βεβαίως και ξέρω πώς να σώσω τον εαυτό μου στα τυφλά απ’ αυτούς τους πύργους που πρέπει να ρωτήσουν την αυγή για τη ρίζα και την καταγωγή του λίκνου του δικού μου.
Είμαι αυτός,
αυτός ο ίδιος που ακολουθεί την εναέρια διαδρομή του αίματός του χωρίς να θέλει ν’ ανοίξει τα μάτια του.
Γεννιούνται πουλιά που διατρέχουν τον κίνδυνο να πέσουν και να συντριβούν επάνω στα κοντυνότερά τους άστρα.
Τα πόδια μου έχουν δείξει ότι αν υπάρχουν πέτρες στον ουρανό είναι σχεδόν ακίνδυνες
εκεί που τα χέρια διαλέγουν για την ανάπαυσή τους το όποιο μισόφωτο συντηρούν οι κιθάρες,
και τα μαλλιά θυμούνται ακόμα το κλάμα των που κλαίνε οι ιτιές όποτε πεθαίνουν τα ποτάμια.
Αύριο θα μ’ ακούσετε να βεβαιώνω ότι υπάρχουν ακόμα ύψη
όπου τ’ αφτιά αντιλαμβάνονται το λείψανο του όποιου φύλλου
κι ας έχει πεθάνει εδώ και δέκα αιώνες πριν
καθώς και εκείνο το συγκεκαλυμμένο όνομα που επιπλέει στων εξαφανισμένων φωνών την κάθοδο.
Κι όσο για μένα καθόλου μα καθόλου να ελέγξω δεν χρειάζεται της Γης τη στρογγυλότητα.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Sufia Kamal, Ντάκα*

Ντάκα, αγάπη μου, χαρά μου!
Όπου ο τροχός της μηχανής
νυχθημερόν περιστρέφεται σκοτώνοντας όλο και
περισσότερους ανθρώπους.

Στον δρόμο κίνηση και λαοθάλασσα
ασφυκτικά τόσο που
ξεχνά κανείς ακόμα και τ’ όνομά του.

Σπάστε και χτίστε και
σπάστε ξανά, ατέρμονα μαστροχαλάσματα,
χτίζουν και πάλι και παντού οι οικοδόμοι.
Τα μάτια μου θαμπωμένα, το μυαλό θολό,
φίλε μου, προς τα πού με οδηγείς!
Παράγκες κατά μήκος του σκουπιδότοπου
τρένα αγκομαχάν πάνω σε ράγες χαλύβδινες,
άνθρωποι, κατσίκες και βόδια
σέρνονται να
ζήσουν μεταξύ κι ανάμεσα σε
ώρες χαράς και δάκρυα φόβων απεγνωσμένων.

Τότε
ένα σούρουπο
κάποιος αλάθητα τραγουδά
γαμήλιους χαρούμενους ρυθμούς.
Γέννηση, θάνατος και γάμος
σε ένα τρίο
μέρα-νύχτα
συγκεντρωμένα σε κοπάδια
πλάι με κείνους που
ζουν παραπέρα
στις μακρινές εκτάσεις με τις δεντρομολόχες.

Τα νταάκ (1) δεν βροντάνε άλλο στην Ντάκα μα
μουγκρίζουν οι βόμβες, τα πολυβόλα κροταλίζουν,
νεκροί ξαπλώνουν πλάι στα πεζοδρόμια μέσα σε
όλο και πιο πλεγμένους σωρούς
χωρίς πόνο να φέρνουν σε καμία καρδιά πια.

Μα εμείς
θα ζήσουμε ακόμα στην Ντάκα,
μέσα στον πόνο και την ευχαρίστηση
στην ελπίδα και την απόγνωση.
Θα επιστρέφουμε ξανά και ξανά
απ’ όπου κι αν πάμε
όποτε κι αν πάμε
στην πόλη που ζει μέσα στις καρδιές μας
με των πουλιών τα τραγούδια, τα σκιερά ξέφωτα και
τα κελαριστά νερά,

στην πόλη
που καθαρίζει μέσα σε στοργική φροντίδα
τη βρώμα και τη φρίκη της πραγματικότητας,

στην Ντάκα, την αγάπη μου, την ακριβή μου πόλη!

(1) Dhaak· μεγάλο τύμπανο που ακούγεται σε εορταστικές και πανηγυρικές εκ- δηλώσεις.

*Η απόδοση του ποιήματος στα ελληνικά βασίστηκε στην αγγλική μετάφραση του Shahed Kamal.

**Το ποίημα περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Σιωπές – Ποιήτριες από το Μπανγκλαντές, την Ινδία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, το Ιράν”. Εκδόσεις opportuna, Πάτρα 2023. Ανθολόγηση – επιμέλεια: Γιώργος Μπουρλής. Η απόδοση του ποιήματος στα ελληνικά βασίστηκε στην αγγλική μετάφραση της Rukhsana Ahmed.

*** H Begum Sufia Kamal γεννήθηκε στις 20 Ιουνίου 1911, στην Barisal Sadar Upazila, και πέθανε στις 20 Νοεμβρίου 1999, στην Ντάκα. Ήταν ποιήτρια, φεμινίστρια και πολιτική αγωνίστρια από το Μπαγκλαντές. Υπήρξε πρόεδρος του Bangladesh Mahila Parishad.