Lisa Suhair Majaj, Τι είπε εκείνη

Είπε εκείνη, πήγαινε παίξε έξω,
αλλά μην παίζεις μπάλα κοντά στους στρατιώτες.
Όταν περνάνε τζιπ,
να κατεβάζεις το βλέμμα.
Και μη μαζεύεις πέτρες,
ούτε καν για το κουτσό.
Είπε εκείνη, μην ενοχλείς τους γείτονες,
χτες βράδυ συνέλαβαν τον γιο τους.
Άπλωσε την μπουγάδα, στρώσε τα κρεβάτια,
σβήσε το γκραφίτι απ’ τον τοίχο
πριν το δουν οι στρατιώτες. Είπε εκείνη,
δεν υπάρχουν λεφτά˙ αν σε σφίγγουν
τα παπούτσια, κόψε τις μύτες.
Αυτά έχουμε να φάμε,
και δεν θα φάμε ξανά μέχρι αύριο.
Όχι, δεν έχουμε πορτοκάλια,
τις έκοψαν τις πορτοκαλιές.
Δεν ξέρω γιατί. Μπορεί τα δέντρα
να ’ταν απειλή για τα τανκς. Είπε εκείνη,
δεν έχουμε νερό, θα κάνουμε μπάνιο την επόμενη βδομάδα,
ινσαλλάχ. Στο μεταξύ, μην πατάς το καζανάκι.
Και μην πλησιάζεις τον ελαιώνα,
υπάρχουν άποικοι με όπλα εκεί.
Όχι, δεν ξέρω πώς θα μαζέψουμε
τις ελιές, και δεν ξέρω τι θα κάνουμε
αν ισοπεδώσουν τα δέντρα. Έχει ο Θεός
αν είναι θέλημά Του, ή η UNRWA, όμως σίγουρα όχι
οι Αμερικάνοι. Είπε εκείνη, δεν μπορείς να
βγεις έξω σήμερα, έχει απαγόρευση κυκλοφορίας.
Μείνε μακριά απ’ τα παράθυρα,
δεν ακούς τους πυροβολισμούς;
όχι, δεν ξέρω γιατί κατεδάφισαν
το σπίτι του γείτονα. Κι αν ξέρει ο Θεός,
δεν το λέει. Είπε εκείνη,
δεν έχει σχολείο σήμερα,
έχει στρατιωτική εισβολή.
Όχι, δεν ξέρω πότε θα τελειώσει,
ούτε αν θα τελειώσει. Είπε εκείνη,
μη σκέφτεσαι τα τανκς
ή τ’ αεροπλάνα ή τα όπλα
ή τι έπαθαν οι γείτονες.
Έλα στον διάδρομο,
κινδυνεύουμε λιγότερο εδώ. Και κλείσε τις ειδήσεις,
είσαι πολύ μικρή γι’ αυτές. Άκου,
θα σου πω μια ιστορία για να μη φοβάσαι.
καν για μα καν – υπήρχε και δεν υπήρχε-
μια χώρα που λεγόταν Φαλαστίν,
τα παιδιά παίζαν στους δρόμους
και στα χωράφια και στους μπαξέδες
και μάζευαν βερύκοκα και αμύγδαλα
κι έπλεκαν γιρλάντες από γιασεμί για τις μανάδες τους.
Κι όταν πετούσαν από πάνω τους αεροπλάνα
Φώναζαν χαρούμενα και χαιρετούσαν.
Καν για μα καν. Κράτα το κεφάλι σκυφτό.

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στην έκδοση «Αραβίδες ντίβες: Ανθολογία σύγχρονης αραβο-αμερικανικής ποίησης», έκδοση Τεφλόν και Αρχείο 71, Αθήνα 2021.

**Η Lisa Suhair Majaj γεννήθηκε το 1960 στην Αϊόβα των ΗΠΑ από Παλαιστίνιο πατέρα και Αμερικανίδα μητέρα. Μεγάλωσε στο Αμμάν, σπούδασε στη Βηρυτό και στο Μίτσιγκαν. Από το 2001 κατοικεί στη Λευκωσία.

***Μετάφραση: Πίτερ, Ράνια, Ελένη.

Γιώργης Παυλόπουλος, Το διάφανο μετάξι 

Gustav Klimt, The Kiss (1907-1908) – Österreichische Galerie Belvedere, Vienna

Από το ένα μέρος οι δυό μας
να έχουνε δοθεί σαν άλλοτε στον έρωτα.
Κι από το άλλο μέρος οι δυό τους πάλι
ασάλευτοι τώρα να κοιτάζουν.
Κοίταζαν τα διψασμένα σώματα
πού ήσαντε κάποτε
κοίταζαν την ηδονή τους και ποθούσανε
και λιώνανε να σμίξουνε μαζί τους.
Όμως ανάμεσά τους ένα μετάξι διάφανο
σχεδόν αόρατο τους χώριζε για πάντα.

Γύρισε τότε και τού έδωσε με δάκρυα στα μάτια
ένα φιλί που έκοβε τα χείλια σαν μαχαίρι.
Το πήρε και αρχίζοντας να σκίζει το μετάξι
τους φάνηκε τάχα πως περάσανε
στου έρωτα το μέρος
και πέσανε στην αγκαλιά τους
και σμίξανε τους άλλους εαυτούς τους.

Κι Εκείνη πήγε μέ τον Άλλο
κι εκείνος πήγε με την Άλλη.

*Από τη συλλογή “Πού είναι τα πουλιά;”, εκδόσεις Kέδρος 2004. Περιλαμβάνεται στον συγκεντρωτικό τόμο “Γιώργης Παυλόπουλος Ποιήματα 1943-2008”, εκδόσεις Κίχλη, α’ έκδοση Ιούνιος 2017.

Paul Goodman, Poem / Ποίημα

Fever is beautiful the twinkling
campfires of the resistance
the scorched earth and the strait pass,
is terrible to watch unfold
the history of the disease
and the wrong banner flying.

But the loveliest thing the violent stars
roll as they rush is animal health!
the three gaits of locomotion
and the fourfold gamut of song
and practical syllogism
and careless love.

Ο πυρετός είναι όμορφος στο τρεμόπαιγμα
φωτιές της αντίστασης
η καμένη γη και το στενό πέρασμα,
είναι τρομερό να το βλέπεις να ξεδιπλώνεται.
η ιστορία της ασθένειας
και το λάθος λάβαρο που κυματίζει.

Αλλά το πιο όμορφο πράγμα τα βίαια αστέρια
που κυλούν καθώς ορμούν είναι η υγεία των ζώων!
τα τρία βήματα της μετακίνησης
και η τετραπλή γκάμα του τραγουδιού
και η πρακτική συλλογιστική
και η ανέμελη αγάπη.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι, Στον αγαπημένο του εαυτό αφιερώνει ο συγγραφέας αυτές τις γραμμές

Τέσσερις.
Βαριές σα χτυπήματα.
«Τα του Καίσαρος – τα του Θεού».
Κι ένας
σαν κι εμένα.
Που θα πάει;
Πού φωλιάσει βολικά;
Αν ήμουν
μικρούλης
σαν ωκεανός, –
θα στεκόμουν στις μύτες των ποδιών των κυμάτων,
και με την παλίρροια θα χάιδευα το φεγγάρι.
Πού θα βρω την αγαπημένη μου,
που να ‘ναι σαν κι εμένα;
Αυτή δεν θα χωρούσε στον μικροσκοπικό ουρανό!
Ω, αν ήμουν φτωχός!
Σαν εκατομμυριούχος!
Τι να τα κάνει η ψυχή τα λεφτά;
Είναι ένας αχόρταγος κλέφτης γι’ αυτήν.
Της αποχαλινωμένης ορδής των επιθυμιών μου
Δε φτάνει όλο το χρυσάφι της Καλιφόρνιας.
Αχ και να ΄μουν τραυλός
σα το Δάντη
και τον Πετράρχη!
Να φλέγεται για μία η ψυχή μου!
Με στίχους να τη διατάξω να καεί!
Κι οι λέξεις
κι η αγάπη μου –
αψίδα θριάμβου:
από την οποία θα περάσουν
δίχως ν’ αφήσουν ίχνη
με πυκνές γραμμές
οι ερωμένες όλων των αιώνων.
Ω, και να ΄μουν
ήρεμος
σα κεραυνός, –
θα βουτούσα,
τρέμοντας να αγκαλιάσω της γης την γερασμένη σκήτη.
Αν μ’ όλη μου τη δύναμη
ουρλιάξω με φωνή βροντερή, –
οι κομήτες θα δέσουν τα φλεγόμενα χέρια τους,
πέφτοντας κάτω από τη νοσταλγία.
Αν τα μάτια με της νυχτιάς των τύψεων τις αχτίνες –
ω, αν ήμουν εγώ
θαμπός, σαν ήλιος!
Θέλω τόσο πολύ
με τη λάμψη μου να ξεδιψάσω
της γης τον ξερακιανό κόλπο!
Θα πάω
ανέμελος τον έρωτα να ψάξω.
Ποια νύχτα
παράλογη,
άχρηστη
ποιοι Γολιάθ με γέννησαν –
τόσο μεγάλο
και τόσο άχρηστο;

1916

Μαρία Πανούτσου, Timeless


Έργο του ζωγράφου Θωμά Τουρναβίτη

Αφιερωμένο

Τιτιβίζει το κεφάλι μου
το κρατώ να μην σπάσει
ήχοι από ένα βαλς από μακριά

η θάλασσα που αρνήθηκα να με σκεπάσει
τώρα με καλεί για ένα τελευταίο ασπασμό
ξυπόλητη στην ζεστή άμμο περπατώ και σκέπτομαι

τι είναι ο έρωτας παρά η ανεκπλήρωτη επιθυμία
ή πιότερο η άρνηση με ό,τι η φύση περιπαίζει

και εγώ ως υπεράνθρωπος να ξεγλιστρά μακριά
μοναχικός, καθαρός, αγνός, σαν μια σκιά.

Αθήνα
Τα αφιερωμένα.
13/4/24

Θύμιος Χαραλαμπόπουλος, Όλοι μαζί να θυμηθούμε

Όπου κι αν ρίξουμε τη ματιά μας, θα αντικρίσουμε
εγκλήματίες, τρωκτικά, αχαλίνωτη αλαζονεία,
απύθμενη, αλλεργική υποκριτικότητα και ένα
οργανωμένο συνδικάτο που το ενώνει ο κοινός
του στόχος, η χλιδή και το χρήμα…
Παντού βλέπεις την επαίσχυντη υποκριτικοκρατία,
Τη θεοκαπηλεία και γενικά το απύθμενο θράσος των εξουσιαστών.
Εμείς τι κάνουμε;
Ως πότε θα συντηρούμε τους πιράνχας των λαών;
Τους υποκριτές, διεφθαρμένους δυνάστες της σκέψης,της ελευθερίας και του πνεύματος;
Ως πότε θα ανεχόμαστε τους μπαγάσηδες λαοπλάνους τρομοκράτες;
Πότε θα απαλλαγούμε από τις μυστηριοπαγανιστικές θρησκείες;
Πότε θα πάψουμε να πιστεύουμε τους τσαρλατάνους θαυματοποιούς;
Τους φακίρηδες, τους αρχιτσοπάνηδες,
να μας βατεύουν χυδαία καθημερινά;
Δεν πρέπει να μας ξεγελάνε άλλο πια…!
Φτάνει!
Όλοι τους, δεξιοί, αριστεροί, σοσιαλιστές
και όλα τ´άλλα τα κοπρόσκυλα, συνεργάζονται,
συνδιαλέγονται, συν-τρώνε, συν-πίνουν αρμέγοντας άγρια τον απλό αδύναμο άνθρωπο,
τον καλοπροαίρετο και αφελή πελάτη, της
πολιτικοθρησκευτικής λυστοσυμμορίας…
Όλοι μαζί να θυμηθούμε:
Πέτρινα λουλούδια στους τάφους!
Πέτρινα χρώματα στο χώμα!
Για να θυμόμαστε.
Πέτρα το λιβάδι του πόνου!
Πέτρα ο ουρανός της αγανάκτησης!
Πέτρα στην πέτρα της απελπισίας!
Πέτρα τα πρόσωπά μας!
Πέτρα η φωνή μας!
Για να θυμόμαστε.
Τα γερά μπράτσα που σήκωσαν λίγο τον ήλιο!
Τα γερά μπράτσα που κράτησαν λίγο τον ουρανό!
Τα γερά μπράτσα που ερωτεύτηκαν το δίκιο!
Για να θυμόμαστε.
Τα καστανά και γαλανά μάτια των κοριτσιών που οραματίστηκαν!
Τα ξέπλεκα μαλλιά τους που σφούγγισαν τις πληγές!
Τα κερασένια χείλη που φιλί έδωσαν αλλά δεν πήραν ποτέ!
Για να θυμόμαστε.
Όλες και όλους, που έδωσαν αγάπη και αγάπη δεν πήραν ποτέ!
Που ονειροπόλησαν, που μέθυσαν με πικρό κρασί!
Που γεύτηκαν μέλι πικρό, που γνώρισαν της χολής τη γεύση!
Που αγκάλιασαν το κρύο χιόνι μα δεν κρύωσαν!
Για να θυμόμαστε.
Ποιος έκλεψε το φως!
Πώς βυθιστήκαμε στο σκοτάδι του μεσημεριού!
Για την πικρή γεύση της απάτης!
Για το πώς και γιατί!
Για να θυμόμαστε.
Ποιοι είμαστε!
Τα πολλά που ξεχάσαμε!
Όλα αυτά που δεν πολεμήσαμε…
Ναι!
Δυστυχώς ναι!
Έχουμε καταντήσει – αν όχι όλοι,
να αισθανόμαστε κουτσοί και να πουλάμε μπαστούνια!
Τυφλοί και να πουλάμε καθρέφτες!
Εμάθαμε – μας έμαθαν, ο καθένας μας να παίρνει το δρόμο του και να μην κοιτάζει για τη συγκομιδή
του συνόλου, αλλά για την πάρτη μας…
Αν όλοι μαζί, δεν παλαίψουμε και δεν γίνουμε
συνοδοιπόροι σε όλα αυτά που μας έχουν στερήσει,
κλέψει και επιβάλει, τι θα έχουμε να πούμε στις γενιές που έρχονται ;

Κυπαρισσία, 12 Απρίλη ´24

Δημήτρης Πέτρου, Τριετές

του Κυριάκου
του Χρήστου

Από τότε
ήσυχη βροχή ποτιζει τα περιστέρια
στην πλατεία.
Η πόλη αναπαύεται πάνω σε φιλμ
μακαριότητας
κι εγώ αποφεύγω πια
να επισκέπτομαι τα τρένα.
Αντίστοιχες μικρές τροποποιήσεις.
Παράδειγμα η οδός που έμενες,
πρόσφατα πεζοδρομήθηκε
-απόφαση αρμόδιας υπηρεσίας-
φωτο παρελάσεων πουλήθηκαν πολλές
και μόλις χτες ένα φορτηγάκι ανατράπηκε,
ευτυχώς χωρίς θύματα.
Κατά τα άλλα, όλα καλώς.
Υπογράψαμε και μια διαμαρτυρία.
Σήμερον Τετάρτη
δυο-τρεις γνωστοί μαζευτήκαμε.
Κάποιος, αν κατάλαβα καλά
έθεσε θέμα κυβερνητικης ανυπαρξίας.
Και ο παπάς κάτι ανέφερε,
περί των αγίων ο χορός, πάσης σαρκός
μετά πενυμάτων, δεδικαίωται-

ότι συ εί
και νύν
αιτησώμεθα.

*Από τη συλλογή “Χωματουργικά”, εκδ. Μικρή Άρκτος, 2016.

Ποιητικοί καθρεφτισμοί

Δημήτρης Τρωαδίτης «Γέννες ανέγγιχτες», Εκδόσεις Στοχαστής, 2024

Του Χρήστου Νιάρου*

“Πάρε την λέξη μου, δως μου το χέρι σου” κατέθεσε σε μια ποιητική αποστροφή του ο υπερρεαλιστής ποιητής μας, Ανδρέας Εμπειρίκος. Πάρτε λίγο νερό για το μέλλον, προβλέπεται αρκετά ξερό αποφάνθηκε ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός σε μια του γραφή.

Κάνοντάς τα πράξη, ρεαλιστικά με την δικιά του προσωπική πένα καταγραφής στο τι μα και ό,τι γίνεται έξω από τα όρια των αισθήσεων και των σημείων τους, ο ποιητής και συγγραφέας Δημήτρης Τρωαδίτης, τα δεδομένα, τα παράπλευρα σημαινόμενα της ζήσης, της μοναχικότητας, της μοναξιάς, του Έρωτα, τις όψεις και τους καθρεφτισμούς της καθημερινότητας, τα αποτυπώνει, τα φιλτράρει, τα ξαναγεννάει, κάνοντάς τα ποιήματα. Η μη ομοιοκαταληξία των στροφών και γραμμών τους είναι και αυτό ένα κομμάτι της τεχνικής του.

Το σίγουρο είναι ότι κάθε εποχή γεννά ή φέρνει καινούργια πράγματα, ιδέες φέρνει και θαύματα εικόνων και λέξεων κοιλοπονεί. Το σίγουρο είναι πως ό,τι αλλάζει στα όρια και στο χρόνο της ζωής μας δεν αλλάζει πάντα για καλό ή για κακό. Σχετικά δε και τα οριστικά ή τα μη οριστικά πλαίσια των αλλαγών που ο τροχός και η τροχιά της, μας φέρνουν στην καθημερινότητα, στην μοναχικότητα -κοινωνικότητα μας.

Το σίγουρο είναι ότι και ο καθείς/μία ερμηνεύει, προσεγγίζει το όποιο θέαμα και το όποιο θεαθήναι της ζωής, που είναι γύρω, μέσα και μακριά του, με υποκειμενικά αντικειμενικά, κριτήρια, μέτρα, βιώματα, μα και ταξίδια ψυχής που πήγε ή δεν πήγε το σώμα του. Κάπως έτσι βγαίνουν και τα βιβλία, κάπως έτσι βρίσκονται ή αγγίζονται οι άνθρωποι και τα έργα τους. Τα λόγια μένουν, τα έργα μένουν, ρητορικό το ερώτημα και στις όποιες του πτυχώσεις, έρχονται…τα καλύτερα ή γενικώς έρχονται αυτά που έρχονται.

Στο δε άγγιγμα των αισθήσεων και των παραισθήσεων που φέρνει η ανάγνωσή τους (τα σημεία επαφής), στο τι γεννά ο καιρός τους και ο μη καιρός τους, καταγράφεται και κυκλοφορεί σελίδα τη σελίδα. Αιθεροβατεί σε άλλο σύμπαν, επικρατεί η κριτική ματιά, μα και εκκολάπτεται, γεννιέται σε μια ακόμη εικόνα σε κάτι καινούργιο στη δεύτερη ανάγνωση και ηχώ τους. Κάπως σε αυτές τις συντεταγμένες και με αυτές τις σκέψεις τριπλοξεφύλισσα την καινούργια ποιητική συλλογή του Δημήτρη Τρωαδίτη από τις εκδόσεις “Στοχαστής”.

Ενδεχομένως, μιας και η ποίηση και ο ποιητικός λόγος, γραπτώς ή και ως άγραφος μονόλογος στης μνήμης τα στενά (ανέγγιχτος, αλλά ποτέ στατικός) που δεν βρήκε χαρτί ή τον κατάλληλο αναγνώστη/στρια να είναι ακόμη σε συνεχή εγρήγορση, μιας και ό,τι θα γεννηθεί, ό,τι θα βγει στο φως, ό,τι θα κλάψει ή θα γελάσει, θα είναι μια πρόκληση διαρκείας. Πιθανόν δεν είναι ή δεν θάναι και το έδαφος και ο χρόνος ο κατάλληλος και το ανέγγιχτο του ταξιδιού πιάνει λιμάνι στην σιωπή και σε ένα γιατί. Επισημαίνει καίρια ο ποιητής Δ.Τ. στο βιβλίο, περίπου στα μισά του: “Οι αισθήσεις νησιά απάτητα/ με άγνωστα ονόματα/ πεπαλαιωμένα νεκροταφεία/ματωμένοι οι σταυροί/ μεταμορφώνονται σε ψαράκια/του γλυκού νερού/μακρινά πεφταστέρια/ που εμφανίζονται κάθε χίλια χρόνια”.

Ξεχάσαμε στο ανέγγιχτο σύμπαν του κόσμου μας τον εαυτό μας, τις αισθήσεις μας, σε κλειστό κύκλο (κλειστά σαν χώρος τα νησιά, η γυάλα κλειστή) και περιμένουμε… επανεκκίνηση (γέννα) από την επαφή, την μακρινή των κάθε χιλίων χρόνων από τα πεφταστέρια. Μακραίνουμε δηλαδή ως οντότητες στην τροχιά του χρόνου. Ανέγγιχτοι, γεννάμε απόσταση μεταξύ μας μα και με το εγώ μας.

Αλλά εκεί που λες ή νιώθεις κάπου ότι χωλαίνει η επικοινωνία, εκεί που υπάρχει μια ρωγμή που συνεχώς σε αγγίζει, σε προβληματίζει, έρχεται ο ποιητικός λόγος και δίνει μικρές ή μεγάλες απαντήσεις.

Μιας και όσα τα θαύματά του με την εικονοπλασία τους και με το γιατί τους αλλά και στο πώς της ροής της ιστορίας μας, ενώ ουσιαστικά την περιόρισαν ή μας όρισαν μας κράτησαν ανέγγιχτους, τότευπάρχουν και οι άλλες γραφές, στα ψιλά γράμματα των ποιημάτων και στα χωρίσμαστα των στίχων που ταξιδεύουν με το μήνυμά τους σε ένα άλλο ξέφωτο. Είναι η άλλη πλευρά της μοναξιάς, μα και της αγάπης. Επισημαίνει ο ποιητής Δ. Τρωαδίτης: “Τόσο θλιμμένοι/φταίει η ξηρασία/ η έλλειψη βροχής/τα αυτοκίνητα/οι πλαστικές αισθήσεις/ η αγωνία/ εγώ ο ίδιος”.

Δημήτρης Τρωαδίτης

Από γέννες σε γέννες πάει, προχωράει η ζωή στο τι στράβωσε στον κόσμο τούτο, στο μεταξύ μας, στο μακριά και στο κοντινό πλάνο ζωής και επαφής μα κανείς/καμμία δεν βγαίνει απ’ έξω από το παιγνίδι των σελίδων του ποιητικού αυτού βιβλίου. Είναι το δούναι και λαβείν της ποίησης, είναι το παραλήρημα των λέξεων, όπου και ο δημιουργός του και κρίνεται μα και κρινόμενος, ζει και υπάρχει στην εσωστρέφεια και εξωστρέφεια των πεπραγμένων και της φαντασίας. Εικάζω ότι παίρνει από τα βιώματα, τα μη βιώματα, το κύμα τους και στη δύσκολη εποχή της επιβίωσης (πιθανόν ανέραστης, δυστοπικής, ναρκισσιστικής, τεχνολογικά εύκολης) και στέλνει με τον τρόπο και το έργο του θέαση και θέση του. Λέει, γράφει: “Σχεδόν κάθε μέρα/ κάνει την ίδια διαδρομή /σπίτι δουλειά /δουλειά σπίτι /και τα τραμ/άλλοτε γεμάτα /άλλοτε άδεια / μόνο κάτι σταγόνες βροχής / σπάζουν τη μονοτονία / αν τις συνηθίσει/θα γίνουν ρουτίνα / και αυτές”. Οι ποιητικές εικόνες, η κατάσταση ουτοπίας, τα μεγάλα λόγια, τα λιμνάζοντα νερά της επικοινωνίας των θέλω, τα εκκρεμή θέματα ζωής φυγαδεύονται, εξακτινώνονται στη γραφή του.

Εν κινήσει πάντα γιατί ό,τι είναι ανέγγιχτο ως θαύμα, αλήθεια ή μύθος ποιητικά κατοικείται σε αυτό το σύμπαν. Και από εκεί ξαναγεννιέται. Όπως και οι γέννες με τις γενιές. Τα υπόλοιπα, στις σελίδες του βιβλίου που με τα σαραντατεσσάρων μικρών σε έκταση ποιημάτων, μα αξιολογότατων και σημαντικών, είναι μια εξομολόγηση εξ επαφής. Με πόνο και χαρμολύπη όπως οι γέννες. Όπως και οι λέξεις και η δημιουργία της τέχνης και, κυρίως, οι ανθρώπινες σχέσειςεπαφές που πάντα θα κάνουν και θα έχουν το πρώτο λόγο στα ρήματα, στους στίχους των ποιημάτων. Μα και στης ζωής τα δρώμενα και στις όποιες περιπτύξεις και στα όποια αφηρημένα και συγκεκριμένα σπαράγματα λέξεων, θα στέκουν με παρησσία και θα αγγίζουν το χάδι και την πληγή του χρόνου, της τύχης, των συμφραζομένων τους σε εγρήγορση και με τον δικό τους τρόπο.

Καταλήγοντας, για την ιστορία είναι η δέκατη ποιητική συλλογή του Δ. Τρωαδίτη, ενώ ποιήματά του και στα ελληνικά και στα αγγλικά βρίσκονται σε ιστοσελίδες πολιτισμού και λόγου και στις δύο γλώσσες. Επίσης, ο συγγραφέας διαχειρίζεται το προσωπικό του blog (είναι ελεύθερο και προσβάσιμο σε όλους/ες τους βιβλιόφιλους), στη διεύθυνση http://tokoskino.me

*Δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.fractalart.gr/gennes-aneggichtes/

Ασημίνα Κ. Λαμπράκου, Γυρεύω έναν τόπο

Γυρεύω έναν τόπο
έναν ήσυχο τόπο κάτω από ίσκιο πεύκου ή συκιάς
ένα σκαμνί
νερό
γαλήνη να σκεπάζει τη γη κι ένα αεράκι χλωμό να τη σηκώνει
εκεί θα σε ζωγραφίσω μέσα στο πλήθος ονομάτων
το σύκο θα σκάει από λάβρα γινωμένο
και, όπως το μέλι του θα δραπετεύει από τους σπόρους
και το χείλος της πληγής
θα σέρνω τα πινέλα στο χώμα τον άνεμο και το πηγάδι με τα νερά
έπειτα στο χαρτί που θα κάμπτεται από το φορτίο
οι γραμμές σαν κίτρινα κεφάλια βρώμης θα γέρνουν
σε χωράφι της Κωπαΐδας
φίδια θα μπλέκονται στη γάμπα μου
ένα θα με τσιμπήσει
τότε με όλο το δηλητήριο αντλημένο
θα βάλω φωνή στη ζωγραφιά τη δύναμη από το κρώξιμο ενός τσα-
λαπετεινού και μιας φραγκόκοτας
σκούξιμο από γεράκι
το κλάμα της φώκιας
και το αερικό του μπούφου
στα κλωνιά του πεύκου τα δειλινά των καλοκαιριών
που χάθηκαν στον χρόνο
πιστεύω πως τότε θα ησυχάσω κι αμέσως σιγουρεύω πως λέω ψέματα
κι οι δυο μας γνωρίζουμε την αλήθεια:
τώρα πια δεν μας χρειάζεται ο χρόνος
κι είμαστε σβησμένοι στα μάτια των παιδιών και των ερώτων
θόλοι από πέτρες που νήστεψαν όλο τον έρωτα που τους δινόταν
για τον μοναδικό που ποθούσαν να μη συναντήσουν χορτασμένοι
ποτέ μην ακούσεις στη φωνή που θα σε καλεί να επιστρέψεις
θέλω να σ’ αγαπώ ως το θάνατο

*Από τη συλλογή “Solidago”, έκδοση Καλλιτεχνικό Σωματείο Έβδομο Βήμα, Αθήνα, 2018.

Κατερίνα Φλωρά, Το ξύπνημα των αισθήσεων 

Διακριτικές αχτίδες ανοιξιάτικου ήλιου
σαν διστακτικό άγγιγμα
ζεσταίνουν δίχως κόπο και βιάση.

Λαμπυρίζουν στις φυλλωσιές
ξεκλέβοντας λίγο χώρο
για να χαϊδέψουν το στερημένο
απ’ την παγωνιά δέρμα
καθώς τα μάτια σκιρτίζουν στο πέρασμά τους.

Φευγαλέα αίσθηση θερμής απλότητας
το σώμα πλημμυρίζει
στιγμής πληρότητα
πρώτης αγκαλιάς θύμιση.