Πέτρος Κ. Βελούδας, Τα λιμνάζοντα ύδατα της ποίησης 

Λιμνάζοντα ύδατα αφορμές
συγκρούσεων στο επίπεδο
μιας αδιαπραγμάτευτης
υπερφίαλης εγωκεντρικότητας.

Προτάσεις για ανταλλαγή εκφράσεων
κάτω από την σκέπη ανώριμων μελανιών.
Εικονικές συχνότητες κυμάτων,
μιας μαγεμένης παλίρροιας στοχασμών
που διαπερνά νοητικά καλώδια,
τεχνητής όσφρησης, μελαγχολικών
φορτισμένων ψυχικά συναισθηματισμών
και αντιλήψεων…

Όσοι γνωρίζουν να αναγνωρίζουν
τις λέξεις δεν ντρέπονται να τις
κοιτάξουν κατάματα, αφού ούτε
οι ίδιες κολυμπούν σε ρηχά διανοούμενα
ύδατα, ούτε όμως συνομιλούν σε εξοργιστικά
υπόγεια ρεύματα και τρυφηλά σκαμπανεβάσματα
σε πλοίο ποίησης που αγκυροβολεί σε στεριές
πνευματικής σιωπής.

Οι σκέψεις τυραννιούνται την νύχτα,
η αυπνία τους γίνεται σπόγγος φεγγαριού
παλεύοντας με αστρικά ξίφη και ασπίδες
τα ουράνια μαξιλάρια των ατίθασων συννεφιών.

Λιμνάζοντα μα εσωτερικά γαλήνια
ποιητικά ύδατα, φράσεις και επιφωνήματα όντας
αναψυκτικά ροφήματα κυλούν σαγηνευτικά
στα χείλη των διψασμένων για αιώνια δροσιά
χάρτινων σελίδων, έχοντας σκαρώσει λέξεις
και σταυρωμένα επιρρήματα σε ολόκληρες
επικεφαλίδες της σύγχρονης πληκτικής,
άγευστης απορρέοντας ξύλινο λόγο γνώσης.

Τότε σαν από μηχανής Θεός έρχεται το φιλί
το λυτρωτικό, καρδιακό της ποίησης για να
λυτρώσει δισταγμούς, έγνοιες και ψυχαγωγούμενες
οι σελίδες αναπλάθουν φωτεινά δίχως ρουτίνες
και γκρίζα σπίτια ή μια γκρίζα γειτονιά
ο έσω ψυχικός ήλιος λούζει με τις στιχουργικές
του αχτίνες, δίνοντας νόημα αληθινό
σε έναν κουρασμένο ταξιδιώτη
τον πληθωρικό του “γίγνεσθαι”… ντουνιά!

Γεωργία  Διάκου, Ποιήματα

Φωτογραφία: Joao Cabral

Όπως είπε η Άρια

είναι ένα φίδι κομμένο
που μοιάζει με φυτό
είναι φυτό που πέρασα για φίδι

Ένα απόγευμα οι φίλες μου σέρβιραν καφέ
με τα ράμφη τους γερμένα στο παράθυρο

Είμαστε φως ή αυτό που το εμποδίζει;
Η μητέρα προβάρει φούστα για παρέλαση
“ Ένα παλιό θεατρικό.” λέει “ Κανένας λόγος ανησυχίας.”

Τις τίγρεις τις ταΐζουμε με μπιμπερό
ρίχνουμε μια στάλα στον αγκώνα μας
και προσπαθούμε να την γλείψουμε

στη θερμοκρασία θα φανεί η πιο ευλύγιστη
αυτή που σπάει κόκαλο στην οδηγία
το τσίρκο το επιλέξαμε για σπίτι
κανείς δεν σε παρακολουθεί όταν μετακινείσαι διαρκώς

Διαλέγει αυτή με τη δαντέλα στο τελείωμα
“Στο θέατρο φοράμε τα καλά μας.” λέει
και στο χερούλι δένει μια τούφα από τα μαλλιά της
να πάρω εγώ κληρονομιά, το ακροβατικό της κρέμασμα

Για τον πατέρα έβαλα μια καρέκλα δίπλα
αν γυρίσει ανάποδα στον ύπνο του
από τη μεριά της πλάτης
δίπλα στο κρεβάτι του την έβαλα
να μην πέσει και πεθάνει πιο νωρίς
είναι άρρωστος ακόμη

“Μαζέψτε τα σκυλιά” φωνάζει “ Αυτές τις γριές απ’ το παράθυρο σκοτώστε.”
Έχουμε μπει στη νύχτα, οι φίλες μoυ έχασαν τα ράμφη
μεγάλωσαν ανθρώπινα ως γυναίκες

Κλείνω το φως να μην τις βλέπει και τα σκυλιά ταίζω με κονσέρβες

Πήρα το φυτό στο στήθος μου
και ζωντανεύει φίδι
ήδη γυμνή παρουσιάζω
την πρώτη σκηνή της εκδίωξης
Αυτή είναι η άγγελος που κλαίει στη μηλιά της

Για τις παραστάσεις που δίνω εσωτερικά δεν μιλάω σε κανέναν
ρίχνω μηνύματα στη μέση μου, στο σπόνδυλο με το κενό
για να θυμάμαι εγώ τις βασικές αρχές της ηδονής
το χάδι και τον πόνο

*

περίπτωση εφημερίας

Ήταν το μισό της πρόσωπο
από το κόκαλο φαγωμένο
ένα μπλαβί ηλεκτρικό, ανάκατο
στα είκοσί της χρόνια

“Όχι καθρέφτες παρακαλώ. Φτιάξτε με να πάω στη δουλειά να μην απολυθώ.”

και το δάχτυλο να τρέχει στη βελόνα
να φτάσει πρώτο την τιμή
να βγει διαβήτης νικητής
παιδί ρισκάρει πήδημα
και πέφτει

“ Όταν έφυγε είχε κρύο. Κρύο για εδώ και χιόνι. Η εποχή μου, γρύλισε. Άφησε τις ινσουλίνες.
Πάω από εδώ.”

Άννα Ιωαννίδου, Τρία ποιήματα

Paul Klee, Young Tree (1932)

ΕΝΣΤΑΣΗ

Οι άνθρωποι μια ζωή
κοιτάνε να ριμάρουν.

Γέφυρα πλίνθινη
η ομοιόμορφη κατάληξη
σα να σε περιμένει το φάδι της ζωής
στην επόμενη στροφή
να σου ριγάρει τα όνειρα.

Κι όμως,
στον ελεύθερο στίχο χορεύει το ποίημα.
Κι ευτυχώς που ακόμα υπάρχουν αυτοί
που κυκλοφορούν
με στραβό το διάφραγμα.

*

ΠΕΡΙ ΛΟΓΟΥ

Δεν χρειάζονται οι λέξεις
χρώματα κι αρώματα
για να τις καταπιεί ευκολότερα ένα λαρύγγι

και τα αγκάθια των λουλουδιών,
ας μην μπερδεύονται
μ’ εκείνο το κεντρί των φωνηέντων..

Ας μείνει,
κάθε ανθός στον κήπο του
και κάθε στίχος στον δικό μας.

*

ΤΟ ΤΙΠΟΤΑ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ

Χρειάζεται ειδικό ύπτιο
για να μπορείς να πας μπροστά.

Και τις αληθινές σκάλες
μόνο κατεβαίνοντας
τις ανεβαίνεις.

*Από τη συλλογή «αποτυπώματα», εκδ. Αρμίδα, 2022.

Σταύρος Βαβούρης, Ένας λόγος για την εγκαρτέρηση και τη φυγή

Ο ουρανός κοιτάζει, όπως συνήθως, σκοτεινός.
Μετέχει, δεν μετέχει;
Είναι κάτι που δεν θα καταλάβουμε ποτέ.
Όπως κάθε μέρα συννεφιάζει και ξανοίγει
κατά τις κυκλικές του διαθέσεις

μη ρωτήσεις.
Δεν υπάρχει ελπίς νʼ αποκριθεί
ή να κάνει απλώς, έστω, μια νύξη
να υποδείξει κάπως μια κατεύθυνση
να κάνει ένʼ αόριστο σινιάλο.
Όχι,
τέτοια πιθανότης δεν υπάρχει.

Όσο για κάτω, εδώ
είναι μιʼ άλλη ιστορία:
Πράγματα δυστυχώς καθορισμένα και σαφή:
Το ποτάμι, από τη μια μεριά φουσκώνει
ο αέρας απʼ την άλλη, μαίνεται:
«Θαρθείς, θαρθείς λοιπόν;»
ρωτάει με τα παράφορα τραγούδια του,
κι έτσι η τραγωδία
που μόνο αορίστως διεγράφετο
ιίθεται σαφώς:
Πρέπει να πάρεις, όπως πάντα
στην πιο ακατάλληλη στιγμή για σκέψη
μιαν απόφαση:

Θα μείνεις;
Θα πας;

Οι προτομές στο πάρκο, οι προσόψεις των κτιρίων
σʼ ατενίζουν θλιβερά:
Δηλαδή «αι γραπται παραδόσεις,
οι τύμβοι των αγωνιστών
αυτοί που υπέμειναν κι έπεσαν
“τοις (ε) κείνων ρήμασι πειθόμενοι”
τι θα γίνουν, θα τα πάρει το νερό;»
Είναι ανάγκη να υψωθούν καινούργια υδατοφράγματα.
Πρέπει λοιπόν να μείνεις.
Τʼ αγάλματα ατενίζουν σταθερά:
«Να μείνεις».

Ο αέρας όμως έχει ξεφρενιάσει·
σπρώχνει μέσα στο στήθος σου
ένʼ αφηνιασμένο ιππικό
και λύσσαξε·
τυλίγει το κεφάλι σου βουερά
μʼ αλλόκοτους ρυθμούς
«κι απόψε, απόψε» τραγουδάει
«απόψε είνʼ το τελευταίο δρομολόγιο·
θαρθείς;»

Οι αλλοτινοί φραγμοί να ʼχουν σαπίσει,
το ποτάμι νʼ ανεβαίνει, νʼ ανεβαίνει αριστερά,
ο αέρας δεξιά
απάνω γρίφος ο ουρανός: αίνιγμα αιώνων
σύνολον: κυκεώνας
κι ανάμεσά του Εσύ
μʼ ένα κοπάδι αλόγων λυσσασμένων
που ήδη εκυριάρχησαν
ήδη καλπάζουν έξω από τα μάτια σου
σέρνουν και ξεσκίζουν με τα γκέμια τους τα χέρια σου·

θα φύγεις; Θα υπομείνεις;

Τα σπίτια που ατενίζουν θλιβερά
κι η κραυγή:

«Μα εγώ, δεν είμαι ακόμα προτομή
μη με βασανίζετε
δεν είμαι πέτρα εγώ».

*Από την ποιητική ενότητα «Ποιήματα», εκδόσεις Ερμής, 1977.

Κρίτων Αθανασούλης, Απόσπασμα από την διαθήκη μου

Δεν θέλω να γενείς περίγελος του κόσμου.
Σου αφήνω τον ίδιον ήλιο που άφησε σε μένα
ο πατέρας. Τ’άστρα θα φέγγουνε ίδια, οι νύχτες
ίδια θα σε καλούν σε γλυκόν ύπνο,
η θάλασσα θα σε γεμίζει όνειρα. Σ’αφήνω
το πικραμένο μου χαμόγελο να το ασωτέψεις,
όμως μη με προδώσεις. Σήμερα ο κόσμος τούτος
είναι φτωχός. Ματώθηκε πολύ ο κόσμος τούτος
κι απόμεινε φτωχός. Γίνου εσύ πλούσιος
κερδίζοντας του κόσμου την αγάπη.
Σ’αφήνω τον μισοτελειωμένο αγώνα
και το όπλο μου με την πυρακτωμένη κάνη.
Μη το κρεμάσεις στον τοίχο. Ο κόσμος το’χει ανάγκη.
Σου αφήνω το παράπονό μου. Τόσο πόνο
κερδισμένο στις μάχες του καιρού μου.
Να θυμάσαι. Αυτή την εντολή σου αφήνω.
Να θυμάσαι θα πει να μην πεθάνεις.
Μην πεις ανάξιος ότι στάθηκα, ότι
με πήρε μπρος η απελπισιά και πίσω
ξέμεινα στο χαράκωμα. Αχ, μύρια φώναξα «όχι»,
αλλά φυσούσε αγέρας πολύς, βροχή, χαλάζι
κι έθαψαν τη φωνή μου. Σ’αφήνω
την ιστορία μου γραμμένη με το χέρι
κάποιας ελπίδας. Εσύ να την τελειώσεις.
Σ’αφήνω των ηρώων τ’αγάλματα
με κομμένα χέρια, παιδιά που δεν προφτάσαν
να πάρουν το σεμνό σχήμα του ανθρώπου,
μητέρες μαυροφόρετες, κόρες ατιμασμένες.
Σ’αφήνω του Μπέλσεν και του Άουσβιτς τη μνήμη.
Μην αργήσεις να μεγαλώσεις. Θρέψε καλά
την απαλή καρδιά σου με τη σάρκα
της ειρήνης του κόσμου, αγόρι, αγόρι.
Μάθε, εκατομμύρια αδέλφια σου αθώα
χάθηκαν μονομιάς στα κρύα τα χιόνια
σ’ένα τάφο κοινό κι αποριγμένο.
Κι ονομάζονται εχθροί,ώ, οι εχθροί του μίσους.
Σ’αφήνω τη διεύθυνση του τάφου
να πας το επίγραμμά μου ν’αναγνώσεις.
Σ’αφήνω τα στρατόπεδα της πόλης
ανάμεσα σ’αιχμαλώτους που λένε
όλο ναι και μέσα τους βρυχιέται
το σκλαβωμένο τ’ όχι του ελεύθερου.
Είμαι κι εγώ απ’αυτούς που απ’έξω λένε
της ανάγκης το ναι, μέσα μου θρέφω τ’όχι.
Έτσι έγινε ο καιρός μου. Στρέψε
το γλυκό βλέμμα σου στην άχαρή μας δύση.
Το ψωμί είναι πετρωμένο, το νερό λάσπη
κι η αλήθεια είναι πουλί χωρίς τραγούδι.
Αυτά σ’αφήνω. Κέρδισα το θάρρος
νά’μαι περήφανος. Προσπάθησε να ζήσεις.
Πήδα το φράγμα μόνος σου κι ελευθερώσου.
Σε περιμένω να μου πεις. Αυτά σ’αφήνω.

*Από τη συλλογή “Δύο άνθρωποι μέσα μου”, Εκδόσεις “Δαίδαλος”, Αθήνα 1957.

Βερονίκη Δαλακούρα, Τρία ποιήματα

ΟΡΟΠΕΔΙΟ

Ευλογημένος εσύ που έκρυψες τον σπόρο
στα εργόχειρα της γυναίκας.
Πίσω από τη μαγεία η ασέλγεια
ασθμαίνοντας ρίχνει την τελευταία ζαριά.
Αυτός που ψάχνει για νερό είναι ραβδοσκόπος που
μόνο σε θάλασσα πλανιέται γιατί
το οροπέδιο ξεχάστηκε.

Κι αυτή η πλάνη, χειρότερη από την πρώτη,
τον κάνει να βγει
από μέσα του
λάμνει μ’ όση δύναμη απομένει
στα μαλλιά
μεταμορφωμένα
σε δέντρο

*

ΠΕΜΠΤΗ

Κλείνει ο δρόμος η σκόνη θρυμματίζει ένα φεγγάρι που πυροβολούσα χρόνια.
Από τη μια μεριά τα κυπαρίσσια κι από την άλλη εκείνη με τα ξέπλεκα μαλλιά και το καλάμι.
Μητέρα κοντοκουρεμένη στην καρέκλα, κοιτάς το μέλλον κούφιο δόντι που μασάει το ψωμί σου.
Πώς θ’ αποδράσουμε παραβιάζοντας την πόρτα – αν υπάρχει;

*

ΕΣΥ

Ευτυχώς που πρόλαβα να σε αγγίζω
πριν στερέψει η πηγή
από λάδι
ευτυχώς μίλησα όταν αυτή άδειασε
με τον τρόπο που η αγάπη επινοεί τη λησμονιά.
Ευτυχώς δεν τόλμησα να επαναλάβω τα λόγια που κράτησαν
στη ζωή εσένα κι εμένα
καθώς με το χτένι την κόμη συγύριζες
πριν ακόμη
κριθεί

*Από τη συλλογή «Καππαδόκες», εκδ. Κουκκίδα, Αθήνα 2020.

Ειρηναίος Μαράκης, Δύο ποιήματα

1821

(Πάνω σε μια ιδέα του φίλου Κώστα Π.)

Οι επετειακές ταινίες του Τζέιμς Πάρις
το ερωτικό ειδύλλιο της Κατερίνας
και του Παπαφλέσσα
οι καλοσιδερωμένες και πεντακάθαρες
φουστανέλες στους «Σουλιώτες»
οι παρελάσεις της Χούντας
και η ΥΕΝΕΔ
αναβιώνουν σήμερα
με τρόπο περισσότερο έντεχνο
αλλά ακόμα πιο χυδαίο
κι εσύ, στα καφέ και στις ταβέρνες
να γκρινιάζεις
ότι ο μπακαλιάρος
δεν ξαλμύρισε σωστά.

25/4/2024

*

ΝΟΙΚΟΚΥΡΕΜΕΝΗ ΕΛΛΑΣ

Η νοικοκυρεμένη Ελλάδα
της εξορίας
και των βασανιστηρίων
των δέντρων που ψήφιζαν
των πραξικοπημάτων
των πιάτων που σπάνε
στις λαϊκές πίστες
του Ωνάση
του έπους του Γουέμπλεϊ,
η Ελλάς των Ελλήνων.

22/11/2023

Αργύρης Χιόνης, Τα παιδιά μας

Τα παιδιά μας δεν μοιάζουνε σε μας·
Το πρόσωπό τους
δεν έχει τίποτ’ από τη σκασμένη πέτρα,
τα μάτια τους δεν έχουν το χρώμα του θανάτου
κι η καρδιά τους είναι πιο απαλή
κι απ’ την καρδιά του ζαρκαδιού.

Τα παιδιά μας μοιάζουμε στα όνειρά μας.
Κάποτε, όταν υπήρχε ακόμα ο ύπνος,
ονειρευτήκαμε κάτι ρόδινες άνοιξες,
κάτι ξανθά καλοκαίρια,
ονειρευτήκαμε ότι ανθίζει το κορμί μας.
Τα παιδιά μας είναι κάτι εποχές που δεν ζήσαμε
είναι κάτι αισθήματα
που δεν υποπτευθήκαμε ποτέ την ύπαρξή τους,
είναι κάτι θεοί μεγαλοδύναμοι
που κατορθώνουν ό,τι δεν τολμήσαμε.

Ξεκομμένα απ’ τον κόσμο μας,
μοιάζουν αυθύπαρκτα
σαν τελειωμένα ποιήματα
ή σαν ηρωικές χειρονομίες,
αυθύπαρκτα όπως η ίδια η ομορφιά.
Τα παιδιά μας δεν μάς ανήκουν.

*Από τη συλλογή “Σχήματα απουσίας”, 1973.

Oktay Rifat, Ποιήματα

Η ΚΟΠΕΛΑ ΠΟΥ ΠΟΥΛΑΕΙ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Η νεαρή τσιγγάνα που πουλάει λουλούδια
έχει βρώμικα χέρια και βρώμικα πόδια,
καπνίζει,
τα λουλούδια της μυρίζουν τσιγάρο,
καθώς μιλάμε κρατά τα τριαντάφυλλα
με το μακρύ τους κοτσάνι ανάμεσά μας,
ένα ανοιξιάτικο σύννεφο ακριβώς
από πάνω μας
κι ο ουρανός
απίστευτα γαλάζιος.

*

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ

Το κορίτσι τραυλίζει, το αγόρι κουτσαίνει
ο πλατύς ουρανός έχει το πιο γαλανό γαλάζιο-
αυτές οι μεγάλες μέρες του καλοκαιριού.

*

ΤΟ ΡΟΖ ΣΠΙΤΙ ΣΤΟΝ ΒΟΣΠΟΡΟ

Κορίτσια τραγανά σαν το μαρούλι
στρογγυλό στόμα, σουφρωμένη μύτη.
Καθισμένα σταυροπόδι στο κατάστρωμα –
φυσά και καθώς τους ρίχνεις κλέφτες ματιές
η καρδιά σου χτυπάει σαν τρελή.
Αχ, Ιστανμπούλ, γερο-διάολος που ‘σαι!
Κάτω, στο Φιντικλί, βολτες και παιχνίδια.
Κρατώ μια πετονιά με εκατό αγκίστρια.
Βουτώ απ’ το καΐκι του καπετάν-Τουργκούτ
και βρίσκομαι ανάμεσα σ’ ένα κοπάδι τόνους.
Δεν πήγα ποτέ στον τάφο του Ορχάν
στο Ρούμελι Χισάρ –
κι ούτε θέλω.
Μια φρέσκια φέτα ψωμί, ένα κομμάτι λευκό τυρί’
θα ‘ναι ‘κεί; – ποιος ξέρει!
Θ’ αγναντεύει τη θάλασσα και θα πίνει τη ρακή του.
Από την προκυμαία μ’ ένα σάλτο βουτώ στο νερό-
από κάτω ψάρια
από πάνω σύννεφα.
Κύμα το κύμα ο Βόσπορος θέλει να με καταπιεί,
κι εγώ συνεχίζω κολυμπώντας προς το ροζ σπίτι στην ακτή.

*Μετάφραση απο τα αγγλικά: Σ.Θ.

Ζέινα Αζάμ, Γράψε τ’ όνομά μου / Ολίβια Ελιά, Τ’ όνομά σου, Παλαιστίνη

«Ορισμένοι γονείς στη Γάζα έχουν καταλήξει να γράφουν στα πόδια των παιδιών τους τα ονόματά τους για να τα αναγνωρίζουν σε περίπτωση που σκοτωθούν είτε οι ίδιοι είτε τα παιδιά τους»

CNN, 22.10.2023

Ζέινα Αζάμ, Γράψε τ’ όνομά μου

Γράψε τ’ όνομά μου στο πόδι μου, Μαμά
Χρησιμοποίησε τον ανεξίτηλο μαύρο μαρκαδόρο
με το μελάνι που δεν τρέχει
ακόμα κι αν βραχεί
ακόμα κι αν ζεσταθεί.

Γράψε τ’ όνομά μου στο πόδι μου, Μαμά
Κάνε τις γραμμές παχιές και καθαρές
Βάλε τα δικά σου περίτεχνα στοιχεία
ώστε να μπορώ να παρηγορηθώ βλέποντας
τον γραφικό χαρακτήρα της μαμάς μου όταν πάω για ύπνο.

Γράψε τ’ όνομά μου στο πόδι μου, Μαμά
και στα πόδια της αδελφής και του αδελφού μου
Μ’ αυτόν τον τρόπο θα είμαστε μαζί
Μ’ αυτόν τον τρόπο θα αναγνωριστούμε
ως παιδιά σου.

Γράψε τ’ όνομά μου στο πόδι μου, Μαμά
και σε παρακαλώ γράψε τ’ όνομά σου
και τ’ όνομα του Μπαμπά στα πόδια σας
για να μας θυμούνται
ως οικογένεια.

Γράψε τ’ όνομά μου στο πόδι μου, Μαμά
Μη βάζεις αριθμούς
όπως το πότε γεννήθηκα ή τη διεύθυνση του σπιτιού μας
Δεν θέλω ο κόσμος να με καταχωρήσει ως έναν αριθμό
Έχω ένα όνομα και δεν είμαι ένας αριθμός.

Γράψε τ’ όνομά μου στο πόδι μου, Μαμά
Όταν η βόμβα χτυπήσει το σπίτι μας
Όταν οι τοίχοι συντρίψουν τα κρανία και τα κόκαλά μας
τα πόδια μας θα λένε την ιστορία μας, πως
δεν υπήρχε πουθενά να τρέξουμε.

*Η Ζέινα Αζάμ είναι ποιήτρια παλαιστινιακής και αμερικανικής καταγωγής. Σπούδασε ψυχολογία, κοινωνιολογία και αραβική λογοτεχνία στις ΗΠΑ. Έχει εκδώσει τις ακόλουθες δύο αγγλόφωνες ποιητικές συλλογές: Μπάινα μπάινα – Στο μεταξύ (2021) και Κάποια πράγματα ποτέ δεν σ’ αφήνουν (2023).

*

Ολίβια Ελιά, Τ’ όνομά σου, Παλαιστίνη

[1]

Δεν έχει μείνει τίποτε άλλο παρά ο δρόμος
και αυτή η χώρα που δεν με θέλει
ταξιδιώτης χωρίς αποσκευές
Στα παιχνίδια της τύχης
έχω κερδίσει
τον άπειρο χρόνο της αναμονής
για την αρχή
της αρχής του αύριο

Η αναμονή είναι ο τόπος
όπου επανεφευρίσκω τον εαυτό μου
αλλοιωμένο από την καταβύθιση
στην ερημιά της ζωής σας.

[2]

Παλαιστίνη, όταν ακούνε το όνομά σου
τα πλήθη σηκώνονται και τραγουδούν την οδύσσειά σου
Πνιγμένη γίνεσαι αιώνια
Πικραμένη η φωνή σου αντηχεί ακόμα πιο δυνατά
και όσο περισσότερο υποφέρεις τόσο περισσότερο πιστεύουμε
στη νίκη σου

Λέω ότι ο θρίαμβος της αγάπης είναι η ελπίδα
Λέω το όνομά σου, Παλαιστίνη
σαν το υπέρτατο μάντρα της απελευθέρωσης
και φεύγω από τα βάθη της φυλακής μου

Μουσικοί, μπορείτε να ακούσετε αυτή τη δόνηση
να εξαπλώνεται σε κάθε ήπειρο;

Παλαιστίνη, πέφτεις και σηκώνεσαι
και κρύβεσαι κάτω από το παλτό σου
των ελαιώνων και των λόφων
τρυπημένη από σφαίρες και χαμένη στη σκόνη
Η ανθρωπότητα με όλο της το μεγαλείο προχωράει μπροστά
εκείνη που ξυπνάει το ξημέρωμα
περπατάει χιλιάδες μίλια
σε απρόβλεπτους δρόμους
και ονειρεύεται ένα καλύτερο μέλλον

Ο Σεζέρ (1) το είπε
Υπάρχει χώρος για όλους
στο ραντεβού της νίκης
Μια νέα καλοσύνη ανατέλλει στον ορίζοντα

Και αφήστε τον ήλιο να χορέψει πάνω από τα κεφάλια μας!

*Η Ολίβια Ελιά γεννήθηκε στη Χάιφα και μεγάλωσε στη Βηρυτό, μετά τον εκτοπισμό των γονέων της από την Παλαιστίνη. Σπούδασε οικονομικά στο Μόντρεαλ και από το 1980 ζει στη Γαλλία. Έχει εκδώσει τα ακόλουθα τρία γαλλόφωνα ποιητικά βιβλία: Η ελπίδα ως μόνη προστασία (2015), Τ’ όνομά σου, Παλαιστίνη (2017) και Διασχίζοντας το χάος (2019).

Σημείωση

1.Αναφορά στον γαλλόφωνο Μαρτινικανό πολιτικό και ποιητή Aimé Césaire (1913-2008). Απόδοση από το πρωτότυπο: Παναγιώτης Ελ Γκεντί.

    *Αναδημοσίευση από την «Εποχή», 16 Μαρτίου 2024.