Κι ὄχι αὐταπάτες προπαντός.
Τὸ πολὺ πολὺ νὰ τοὺς ἐκλάβεις σὰ δυὸ θαμποὺς
προβολεῖς μὲς στὴν ὁμίχλη
Σὰν ἕνα δελτάριο σὲ φίλους ποὺ λείπουν
μὲ τὴ μοναδικὴ λέξη: ζῶ.
«Γιατὶ» ὅπως πολὺ σωστὰ εἶπε κάποτε κι ὁ φίλος μου ὁ Τίτος,
«κανένας στίχος σήμερα δὲν κινητοποιεῖ τὶς μᾶζες
κανένας στίχος σήμερα δὲν ἀνατρέπει καθεστῶτα.»
Ἔστω.
Ἀνάπηρος, δεῖξε τὰ χέρια σου.
Κρῖνε γιὰ νὰ κριθεῖς.
Θεοδώρα Βαγιώτη, Το νηπενθές τέλος της ιστορίας
/ κι αν της πεζότητας η όψη
νυστάζει ξεφυσώντας
πάνω σ’ ένα στίχο
φιλόξενος ο ρυθμός
ρίχνει στρωσίδια στην κλίνη
της βραχύβιας παρθενίας
[για το ελάχιστο του λίγου
η κρίση
σαν του σπουδαίου ποιητή
ω ματαιότης!
που μάτωσε τ΄ απλωμένο σεντόνι
της γαμήλιας κόλασης]
/ άκου στο βάθος μια φωνή
του σοφού κραυγή
σαν καλιαρντά
να αποζητά το όλον
στον περίπατο των γλαυκών λέξεων
/ κι η ιστορία μια αυτοτέλεια
σε ξεχασμένα λιβάδια
του χρόνου και του τόπου
σε ποταμούς Αλιάκμονες
και φίλους
/ μην τη γυρεύεις ποτέ στα ποιήματα
/ μη λυπάσαι
*Από τη συλλογή “Μαρμαρογλυφείο [Shine], εκδ. Στίξις, 2022.
Αργύρης Χιόνης, Απορίες
Τι νιώθει η έρημος
όταν μακρινός άνεμος
αποθέτει πάνω της ένα σπόρο;
Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι;
Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;
Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου;
Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε
ότι υπάρχει μόνον ένα μέγεθος θανάτου;
Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα
ότι ο κόκκος άμμου είν’ αδερφός τους;
Η μετάνοια θυμάται αλήθεια
ότι κάποτε λεγόταν τόλμη;
Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει
ξέρουν ότ’ είναι δυό γλάροι που ζυγιάζονται
πάνω από το κενό της έλλειψης;
Πώς νιώθει τάχα η νύχτα
μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί της
ωραία ή σημαδεμένη;
Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται;
Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ’ το προσκέφαλό του
περίστροφο ή όνειρα;
Τα πούπουλα του μαξιλαριού
ονειρεύονται ακόμα τα ύψη;
Πώς πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος
πώς τρίζει η ψυχή του ερημίτη
όταν την αγγίζει ο θάνατος
τι κρότο κάνει ένα δέντρο που πέφτει
όταν κανείς δεν είν’ εκεί για να τ’ ακούσει;
Είναι το σκοτάδι που ’ναι τυφλό
ή το φως που σκοντάφτει πάνω του;
Ρωξάνη Νικολάου, Με χίλιους τρόπους πως δεν υπήρξαμε
Πέτερ Πάουλ, θα ‘χεις πεθάνει.
Πέρασαν πολλά χρόνια κι ήσουνα ήδη σχεδόν γέρος.
Θυμάναι ο μακρύ σου σώμα πώς κατάπινε του δρόμους.
“Δεν θ’ ασφαλιστώ ποτέ” μου είπες
στο χείλος ενός μπουκαλιού
με τα ερπετά να σου δαγκώνουν την καρδιά.
“Κι αν δεν βρίσκω σκέπη να κοιμηθώ – καλή ώρα –
μακριά απ’ τπυς ανθρώπους
ο ίσκιος τους είναι γλυκύτερος”.
Η Αφροδίτη με μια λεπτή κορδέλα μου έζωνε το μέτωπο
σα δαχτυλίδι γύρω απ’ το αίνιγμα του κόσμου.
Κι ενώ χόρευα στη “Σπηλιά”
λυνόταν η κορδέλα.
-Έχεις τα πιο λυπημένα μάτια που είδα ποτέ μου.
Μια λευκή νύχτα διέσχιζα τη Χάουπστρασσε
με τον Ντάνιελ, δεκαεννιά χρονών μισεμένο πορτοκάλι
ξαφνικά του έγινα άγνωστη ξένη
κι άρχισε να κρύβεται μες στον γιακά του
κι ήμασταν φίλοι δύο δευτερόλεπτα πριν
κρύωνε κι έτρεμε
λευκή νύχτα,
νύχτα της Χαϊδελβέργης, δεν έφυγα
μέχρι το πρωί.
Μ’ αποχαιρέτησε λέγοντας “μείνε όπως είσαι”.
Γκρεμούς ανοίγει ανάμεδα
σ’ εμένα και τους ανθρώπους
αυτό που είμαι.
Ό,τι θυμάστε από ‘μένα,
λίγο ή πολύ αλήθεια ή ψέμα φυλάξτε το
κι όταν ο θάνατος μάς πιει τον ύπνο της ζωής
ο αέρας θα τραγουδά με χίλιους τρόπους
πως δεν υπήρξαμε
Γιώτα Αργυροπούλου, Ποιήματα
ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ
ΙΙ.
Μνήμη Γιώργη Παυλόπουλου
Ένας άντρας τραγουδάει
στο απέναντι γιαπί,
σπάνια τραγούδι ολόκληρο
μια δυο στροφές
και το ρεφραίν μονάχα.
Κι αυτός ο ήχος ο ξερός καθώς καρφώνει τις σανίδες
κρατάει τον άντρα τον ημίγυμνο
αιχμάλωτο στον ήλιο, τη μελωδία αιχμάλωτη
στον ίδιο τον καημό της.
Εκεί στο ίδιο οικόπεδο στα ταπεινά του δένδρα
φώλιαζε ένα αηδόνι.
Το αηδονάκι πάει πια
κι ο μάστορας θα φύγει.
Ανέλπιστο και το δικό του το κελάηδημα,
ανέλπιστο στην πόλη
το αηδόνι.
*
ΜΑΝΝΑ
Ι.
Γελούσαν οι μεγάλοι, τον πειράζανε.
-Τί θα λες άμα πεθάνει η μάννα σου;
-Πω-πω, μαννούλα μου…
Γέλαγε η μάννα και τον χόρευε στα πόδια της
γέλαγε και κείνη.
Πάντα σκιάς ασθενέστερα
πάντα ονείρων απατηλότερα
η μάννα του κοιμήθηκε βαριά
μες στα κεριά μες στα λουλούδια.
Άντρας σαραντάρης πια
ίδιος της Μάνης τα βουνά
την παραστέκει βουρκωμένος.
Στο πλάι ο πατέρας του συντετριμμένος τύραννος.
Χαρτοπαιξία, δανεικά, ούτε τον έβλεπε το σπίτι.
Εκείνη όμως καρδιά υπομονετική
εξαρχής τον είχε συγχωρήσει.
Καρδιά παλιάς γυναίκας υπομονετική κι ευρύχωρη,
χώρεσε, βάσταξε πολλά
και ξάφνου χθες βαρέθηκε τις αλλαγές του κόσμου.
Όταν πια την έραναν με λάδι και με χώμα,
ο γιος της στέναξε ασυναίσθητα την παλιά του υπόσχεση
και εγώ ήρθα πίσω στις αυλές και στα παλιά τα γέλια.
Σα να στενάξαν τα βουνά.
Και μαζί του άκουσα
όλους τους γιους του κόσμου.
*Από τη συλλογή “Διηγήματα”, εκδ. Μεταίχμιο.
Octavio Paz, Δύο ποιήματα
Μνήμη θανάτου του Octavio Paz [+19 Απριλίου 1998]
Ο ΑΛΛΟΣ
Επινόησε ένα πρόσωπο.
Πίσω του
Έζησε, πέθανε κι αναστήθηκε
Πολλές φορές.
Το πρόσωπό του
Σήμερα έχει τις ρυτίδες εκείνου του προσώπου.
Οι ρυτίδες του δεν έχουν πρόσωπο.
*
ΝΕΟΤΗΤΑ
Το άλμα του κύματος
Λευκότερο
Κάθε ώρα
Πιο πράσινη
Κάθε μέρα
Νεότερη
Ο θάνατος
*Από τη συλλογή «Ladera este» (1962-1968). Μετάφραση: Κώστας Ρεούσης.
Γιάννης Βούλτος, Κυριακή στο γήπεδο
Αντρέας Παγουλάτος, Πέραμα (απόσπασμα)
φωνές
χιλιάδες φωνές:
γαμώ το κέρατο σας
δοσίλογοι σπιούνοι τζάκια εξουσίας
τοπία ολέθρου κι οι βόμβες να πουλιούνται
για να πέφτουν να φέρνουν ίδιο σ’ όλους θάνατο
κι αυτοί που δεν λογίζονται ν’ αντισταθούν κι οι άλλοι
με το δισάκι και
οι άρρωστες ψυχές
κάτω από
το μαστίγιο
αλυχτούν
σαν τα σκυλιά
δαγκώνουν
τις σάρκες τους
στο διάβολο αδικητές
διψάτε για αίμα βρυκόλακες
εμποδίζετε μ’ όλα τα μέσα το πέρασμα
μια διάφανη ώρα όταν ο χρόνος ξαπλώνεται
στον ξάστερο ουρανό και μ’ ένα άλμα του
λαμπρύνει
την αυγή
Πηγή: https://www.poiein.gr/2010/03/23/aionyao-dhaaioeuoio-1948-2010-aiaoonyoeic-onidhth/
Βασίλης Νικολόπουλος, Τζάνκι
[στη Μάργια, τη Βάσω, τον Γκίνσμπεργκ]
Τζάνκι, ο συμμαθητής μου απ’ το γυμνάσιο
Τζάνκι, το λίγο που στάζει απ’ την υδρορροή
Τζάνκι, ο ήλιος του πρωινού, τα τιτιβίσματα στο κέντρο της άδειας πόλης
Τζάνκι, ο γάτος της μάνας μου
Τζάνκι, το ποίημα που δεν θα γράψεις ποτέ,
Τζάνκι, η ακόρεστη δίψα, ο παλιός μου φίλος και ο νέος
Τζάνκι, οι λογαριασμοί κάτω απ’ την πόρτα, τα ξέφρενα απογεύματα
Τζάνκι, τα μπλουζ της Τζάνις, οι μετεωρίτες
Τζάνκι, όταν μου ζητάς τα ποσοστά σου, το χλωμό σου πρόσωπο
Τζάνκι, οι άπιαστες μελωδίες στην άκρη της νεκρής πόλης
Τζάνκι, η άσπιλη ομορφιά των λουλουδιών, τα ψάρια στον πίνακα, που είναι τα μάτια σου
Τζάνκι, οι υπόγειες στοές
Τζάνκι, το απεριτίφ στις μία το μεσημέρι
Τζάνκι, ξεχνάω τ’ όνομά σου
Τζάνκι, δεν έχω λόγια για να υποφέρω, είμαι μια μπάλα που την κλωθογυρίζει ο άνεμος
Τζάνκι, διασταύρωση παθών και φαντασίας
Τζάνκι, κουνάω τα χέρια μου στο ρυθμό, γυμνάζω το πνεύμα μου με φαινομενικά άχρηστες σκέψεις
Τζάνκι, δολοφονούν γυναίκες απ’ άκρη σ’ άκρη τη γης και ατάιστα μωρά
Τζάνκι, δεν ξέρω αν σου μιλώ ή αν σου δίνω υπόσταση ορίζοντάς σε
Τζάνκι, ο τριμμένος καναπές και τα συρματοπλέγματα
Τζάνκι, οι χιονίστρες και η ψυχική διαταραχή
Τζάνκι, τα φώτα της ντίσκο και τα σκοτάδια στην Ασωμάτων
Τζάνκι, η φλέβα μου πάλλεται καθώς αυτή η λέξη δεν χορταίνει θάνατο και φως
Τζάνκι, αυτό το λούκι θα τραβήξει πολύ
Τζάνκι, αν ακούς χτύπα με τις ανοιχτές σου παλάμες το σώμα σου, αυτά τα κουπιά θα πρέπει κάποτε να δουλέψουν
Τζάνκι, το σταυροκόπημα καθώς σωριάζεσαι ξανά στο χώμα, το σφυροκόπημα, το φτερούγισμα των αγγέλων στο σούρουπο
Τζάνκι, η λάμπα τρεμοπαίζει
Τζάνκι, η άνυδρη, ξεθωριασμένη επαρχία, η βωμολόχα μητρόπολη, τα καρτέλ των βιομηχάνων εφοπλιστών, το άγνωστο, οι υπερωρίες
Τζάνκι, καθώς ξυπνάς χαράματα και τρίβεις τα πόδια σου στα πόδια μου
Τζάνκι, όλοι οι διάβολοι, τα σούπερ μάρκετ, οι ουρές, τα συσσίτια
Τζάνκι, οι γειτονιές και οι εμφύλιοι σπαραγμοί
Τζάνκι, τα κόκκινα φανάρια των οδών και των μπουρδέλων
Τζάνκι, όταν μιλάς για ηδονή, όταν στην εμμονή αφήνεσαι
Τζάνκι, οι σειρήνες των οχημάτων
Τζάνκι, η περιστροφή σου καθώς αγόρευες άγρια, μόνος, εκείνο το βράδυ
Τζάνκι, το φως διεισδύει σαν σε γιορτή νεκρού
Τζάνκι, τράβηξε τις κουρτίνες και πες μου τι βλέπεις
Γιώργος Κοζίας, Ρωμαϊκή Αγορά
—Τρία κομμάτια σαπούνι ἀρωματικό, μία βέρα,
ἕνα σφράγισμα χρυσό, πόσο ἔμπορα ζητᾶς;
—Δὲν πουλάω, δὲν χαρίζω μὲ λεφτά!
Τί κοστίζουν οἱ τρυφερὲς ψυχὲς στὸν πάγκο;
Πόσο πιστώνετε τὶς μαργαρίτες στὴν ἀγορά;
Μία λίβρα κρέας, δύο οὐγγιὲς χρυσάφι;
—Ἀργυραμοιβοί, τί δίνετε;
—Κοράλλια μὲ ἀσημένιες ραφές, τὸ γαλάζιο φιλί,
πέρλα λευκή, τὴν οὐλή!
Σάϋλοκ τραπεζίτη, μπάσταρδε Γερμανέ, Καίσαρα πωλητὴ
δικό σου τὸ ἐμπόρευμα — δική μας ἡ τιμή:
μαχαίρια Ἀλεξανδρινὰ κι ἅγια Κωνσταντινάτα!
*Από τη συλλογή “41ος Παράλληλος”, εκδ. “στιγμή”, 2012.









