Γιώτα Αργυροπούλου, Ποιήματα

ΤΟ ΑΗΔΟΝΙ

ΙΙ.

Μνήμη Γιώργη Παυλόπουλου

Ένας άντρας τραγουδάει
στο απέναντι γιαπί,
σπάνια τραγούδι ολόκληρο
μια δυο στροφές
και το ρεφραίν μονάχα.
Κι αυτός ο ήχος ο ξερός καθώς καρφώνει τις σανίδες
κρατάει τον άντρα τον ημίγυμνο
αιχμάλωτο στον ήλιο, τη μελωδία αιχμάλωτη
στον ίδιο τον καημό της.

Εκεί στο ίδιο οικόπεδο στα ταπεινά του δένδρα
φώλιαζε ένα αηδόνι.
Το αηδονάκι πάει πια
κι ο μάστορας θα φύγει.
Ανέλπιστο και το δικό του το κελάηδημα,
ανέλπιστο στην πόλη
το αηδόνι.

*

ΜΑΝΝΑ

Ι.

Γελούσαν οι μεγάλοι, τον πειράζανε.
-Τί θα λες άμα πεθάνει η μάννα σου;
-Πω-πω, μαννούλα μου…
Γέλαγε η μάννα και τον χόρευε στα πόδια της
γέλαγε και κείνη.

Πάντα σκιάς ασθενέστερα
πάντα ονείρων απατηλότερα
η μάννα του κοιμήθηκε βαριά
μες στα κεριά μες στα λουλούδια.
Άντρας σαραντάρης πια
ίδιος της Μάνης τα βουνά
την παραστέκει βουρκωμένος.
Στο πλάι ο πατέρας του συντετριμμένος τύραννος.
Χαρτοπαιξία, δανεικά, ούτε τον έβλεπε το σπίτι.
Εκείνη όμως καρδιά υπομονετική
εξαρχής τον είχε συγχωρήσει.
Καρδιά παλιάς γυναίκας υπομονετική κι ευρύχωρη,
χώρεσε, βάσταξε πολλά
και ξάφνου χθες βαρέθηκε τις αλλαγές του κόσμου.
Όταν πια την έραναν με λάδι και με χώμα,
ο γιος της στέναξε ασυναίσθητα την παλιά του υπόσχεση
και εγώ ήρθα πίσω στις αυλές και στα παλιά τα γέλια.

Σα να στενάξαν τα βουνά.
Και μαζί του άκουσα
όλους τους γιους του κόσμου.

*Από τη συλλογή “Διηγήματα”, εκδ. Μεταίχμιο.

Octavio Paz, Δύο ποιήματα 

Μνήμη θανάτου του Octavio Paz [+19 Απριλίου 1998]

Ο ΑΛΛΟΣ

Επινόησε ένα πρόσωπο.
Πίσω του
Έζησε, πέθανε κι αναστήθηκε
Πολλές φορές.
Το πρόσωπό του
Σήμερα έχει τις ρυτίδες εκείνου του προσώπου.
Οι ρυτίδες του δεν έχουν πρόσωπο.

*

ΝΕΟΤΗΤΑ

Το άλμα του κύματος
Λευκότερο
Κάθε ώρα
Πιο πράσινη
Κάθε μέρα
Νεότερη
Ο θάνατος

*Από τη συλλογή «Ladera este» (1962-1968). Μετάφραση: Κώστας Ρεούσης.

Γιάννης Βούλτος, Κυριακή στο γήπεδο

Μπήκα στο κατάμεστο γήπεδο
Στην εξέδρα των επισήμων
Παντού σιωπή
Κοιτάζω τριγύρω
Οι φίλαθλοι νεκροί
Οι παίχτες σκοτωμένοι
Τριάντα χιλιάδες κουφάρια
Μόνος εγώ ζωντανός
Άρχισα να φωνάζω
Συνθήματα

*Από την εκτός εμπορίου συλλογή “Ανθρωποθυσία”.

Αντρέας Παγουλάτος, Πέραμα (απόσπασμα)

φωνές
χιλιάδες φωνές:
γαμώ το κέρατο σας
δοσίλογοι σπιούνοι τζάκια εξουσίας
τοπία ολέθρου κι οι βόμβες να πουλιούνται
για να πέφτουν να φέρνουν ίδιο σ’ όλους θάνατο
κι αυτοί που δεν λογίζονται ν’ αντισταθούν κι οι άλλοι
με το δισάκι και
οι άρρωστες ψυχές
κάτω από
το μαστίγιο
αλυχτούν
σαν τα σκυλιά
δαγκώνουν
τις σάρκες τους
στο διάβολο αδικητές
διψάτε για αίμα βρυκόλακες
εμποδίζετε μ’ όλα τα μέσα το πέρασμα
μια διάφανη ώρα όταν ο χρόνος ξαπλώνεται
στον ξάστερο ουρανό και μ’ ένα άλμα του
λαμπρύνει
την αυγή

Πηγή: https://www.poiein.gr/2010/03/23/aionyao-dhaaioeuoio-1948-2010-aiaoonyoeic-onidhth/

Βασίλης Νικολόπουλος, Τζάνκι

[στη Μάργια, τη Βάσω, τον Γκίνσμπεργκ]

Τζάνκι, ο συμμαθητής μου απ’ το γυμνάσιο
Τζάνκι, το λίγο που στάζει απ’ την υδρορροή
Τζάνκι, ο ήλιος του πρωινού, τα τιτιβίσματα στο κέντρο της άδειας πόλης
Τζάνκι, ο γάτος της μάνας μου
Τζάνκι, το ποίημα που δεν θα γράψεις ποτέ,
Τζάνκι, η ακόρεστη δίψα, ο παλιός μου φίλος και ο νέος
Τζάνκι, οι λογαριασμοί κάτω απ’ την πόρτα, τα ξέφρενα απογεύματα
Τζάνκι, τα μπλουζ της Τζάνις, οι μετεωρίτες
Τζάνκι, όταν μου ζητάς τα ποσοστά σου, το χλωμό σου πρόσωπο
Τζάνκι, οι άπιαστες μελωδίες στην άκρη της νεκρής πόλης
Τζάνκι, η άσπιλη ομορφιά των λουλουδιών, τα ψάρια στον πίνακα, που είναι τα μάτια σου
Τζάνκι, οι υπόγειες στοές
Τζάνκι, το απεριτίφ στις μία το μεσημέρι
Τζάνκι, ξεχνάω τ’ όνομά σου
Τζάνκι, δεν έχω λόγια για να υποφέρω, είμαι μια μπάλα που την κλωθογυρίζει ο άνεμος
Τζάνκι, διασταύρωση παθών και φαντασίας
Τζάνκι, κουνάω τα χέρια μου στο ρυθμό, γυμνάζω το πνεύμα μου με φαινομενικά άχρηστες σκέψεις
Τζάνκι, δολοφονούν γυναίκες απ’ άκρη σ’ άκρη τη γης και ατάιστα μωρά
Τζάνκι, δεν ξέρω αν σου μιλώ ή αν σου δίνω υπόσταση ορίζοντάς σε
Τζάνκι, ο τριμμένος καναπές και τα συρματοπλέγματα
Τζάνκι, οι χιονίστρες και η ψυχική διαταραχή
Τζάνκι, τα φώτα της ντίσκο και τα σκοτάδια στην Ασωμάτων
Τζάνκι, η φλέβα μου πάλλεται καθώς αυτή η λέξη δεν χορταίνει θάνατο και φως
Τζάνκι, αυτό το λούκι θα τραβήξει πολύ
Τζάνκι, αν ακούς χτύπα με τις ανοιχτές σου παλάμες το σώμα σου, αυτά τα κουπιά θα πρέπει κάποτε να δουλέψουν
Τζάνκι, το σταυροκόπημα καθώς σωριάζεσαι ξανά στο χώμα, το σφυροκόπημα, το φτερούγισμα των αγγέλων στο σούρουπο
Τζάνκι, η λάμπα τρεμοπαίζει
Τζάνκι, η άνυδρη, ξεθωριασμένη επαρχία, η βωμολόχα μητρόπολη, τα καρτέλ των βιομηχάνων εφοπλιστών, το άγνωστο, οι υπερωρίες
Τζάνκι, καθώς ξυπνάς χαράματα και τρίβεις τα πόδια σου στα πόδια μου
Τζάνκι, όλοι οι διάβολοι, τα σούπερ μάρκετ, οι ουρές, τα συσσίτια
Τζάνκι, οι γειτονιές και οι εμφύλιοι σπαραγμοί
Τζάνκι, τα κόκκινα φανάρια των οδών και των μπουρδέλων
Τζάνκι, όταν μιλάς για ηδονή, όταν στην εμμονή αφήνεσαι
Τζάνκι, οι σειρήνες των οχημάτων
Τζάνκι, η περιστροφή σου καθώς αγόρευες άγρια, μόνος, εκείνο το βράδυ
Τζάνκι, το φως διεισδύει σαν σε γιορτή νεκρού
Τζάνκι, τράβηξε τις κουρτίνες και πες μου τι βλέπεις

Γιώργος Κοζίας, Ρωμαϊκή Αγορά 

—Τρία κομμάτια σαπούνι ἀρωματικό, μία βέρα,
ἕνα σφράγισμα χρυσό, πόσο ἔμπορα ζητᾶς;
—Δὲν πουλάω, δὲν χαρίζω μὲ λεφτά!

Τί κοστίζουν οἱ τρυφερὲς ψυχὲς στὸν πάγκο;
Πόσο πιστώνετε τὶς μαργαρίτες στὴν ἀγορά;
Μία λίβρα κρέας, δύο οὐγγιὲς χρυσάφι;

—Ἀργυραμοιβοί, τί δίνετε;
—Κοράλλια μὲ ἀσημένιες ραφές, τὸ γαλάζιο φιλί,
πέρλα λευκή, τὴν οὐλή!

Σάϋλοκ τραπεζίτη, μπάσταρδε Γερμανέ, Καίσαρα πωλητὴ
δικό σου τὸ ἐμπόρευμα — δική μας ἡ τιμή:
μαχαίρια Ἀλεξανδρινὰ κι ἅγια Κωνσταντινάτα!

*Από τη συλλογή “41ος Παράλληλος”, εκδ. “στιγμή”, 2012.

Στέλλα Δούμου, Ανιχνεύτηκαν ρυτιδώσεις χωροχρόνου

Μπορώ κι εγώ να σου πω ότι
Μακρυά από το σάλιο τ’ ουρανού
Αιώνες μαθουσαλίζουν τα βουνά
Μ’ αχαρακτήριστη αντοχή.
Λεμόνια πηδούν στην ακύμαντη θάλασσα
Την ανάσα κρατώντας
—κρυφάκουσαν μάγια, γι’ αυτό παραφέρονται.
Οι μέδουσες σε κίτρινα, λοιπόν, ψηφιδωτά
Σπασμούς σιωπής διδάσκουν τα μωρά τους.
Είδες πώς όλα συνδέονται
Αν στρίψεις λιγάκι την άκρη τους;
Μπορώ ακόμη να πω πως
Η υδρορροή με φωνή μπαλαλάικας
Κατέβαζει γενειάδες νερού
Και γεννούν νύχτες πόσιμες τα βλέφαρα των εραστών
Κλειδώνοντας όλη την ίαση σ’ ένα σεντούκι βλέμμα.
Σε στοές εξισώσεων, έμβρυα τέλειων αριθμών
Ρίζες θηλάζουν και κυβισμούς, να μεγαλώσουν
Ξέρεις εσύ, να γίνουν κοτζάμ σχετικότητες.
Εν τω μεταξύ, κουκιά ποιήματος
Ρυτιδώνουν ξανά και ξανά τον χωροχρόνο
Κι ώσπου η ύλη να θρηνήσει το αντί της
─που θέρισε ολόκληρα κοπάδια από άστρα—
Φορά ο θάνατος ποδιά νηπιαγωγείου
Γίνονται όλα γης μαδιάμ και ο Θεός τραβάει τα μαλλιά του.

Θες τσίχλα, Άλμπερτ, γλυκέ μου;

Gorge Bataille (aka Elodie Petit), Μανιφέστο της μπάσταρδης γλώσσας 

Η μπάσταρδη γλώσσα είναι ο νευρωτικός καρπός
του σμιξίματος μιας ασθενικής λογοτεχνικής γλώσσας
με τη γλώσσα του δρόμου, την επαρχιώτικη αργκό, τη γλώσσα
του πεζοδρομίου, τον κενό διάλογο ενός οικογενειακού γεύματος.

Είναι χυδαία με την έννοια ότι δεν την νοιάζει
πώς την προσλαμβάνουν, απλώς είναι.

Μιλά υπερβολικά δυνατά, δεν αράζει
εκεί που περιμένεις, δεν δίνει δεκάρα για τους κανόνες.
Επινοείται καθώς αφηγείται.

Γδέρνει.
Γρατζουνά.
Η ποίησή της γεννιέται από σύγχυση, πρόσμειξη,
σύγκρουση.

Εκθέτει τις δυσλειτουργίες
μιας κοινωνίας με γλώσσα κανονικοποιημένη, αυταρχική,
θεσμική.
Είναι διαβολική.
Είναι εσφαλμένη.

Δεν τη νοιάζει αν αρέσει στους άντρες,
στην καλή κοινωνία, στους σπουδαγμένους, στα γαλλικά
γράμματα, στη νέα λογοτεχνική σεζόν.

Είναι απαλλαγμένη απ’ οτιδήποτε δεν της ταιριάζει.
Έχει ξεφύγει από τον παλιό κόσμο.
Κατοικεί στα ερείπιά σας.
Είναι εύθραυστη, ασυνεχής.
Μένει σε διαμερίσματα με κακή θέρμανση.

Δεν φοβάται να γίνει δραματική, ντραμακουίν,
λυρική όταν δακρύζει, ελεγειακή όταν ερωτεύεται,
σαπφική, μελιστάλαχτη, ανοιχτά ερωτική,
πορνογραφική και δυσάρεστη.

Δεν έχει ευθύγραμμο -προφανή- αφηγηματικό ειρμό,
λέει ωμά αυτό που της συμβαίνει.
Εμμένει σε ό,τι είναι αληθινό, έχει ιδρωμένα χέρια.
Προκαλεί με την ειλικρίνεια και την αγένειά της.
Δεν έχει την πρόθεση να είναι καλή.

Δεν είναι διαλλακτική.
Είναι τρανσομολεσβιακή.
Είναι φωνή μειονοτική.
Είναι μεγαλόστομη.

Απ’ όπου κι αν προέρχεται, ανοίγει το στόμα της.
Έχει επίγνωση των διαφορετικών διαδρομών.
Ξέρει πάντα από ποια θέση μιλάει.
Καταγγέλλει το αφεντικό της, είναι κατά της μισθωτής εργασίας,
Είναι αντικαπιταλιστική.

Πίνει πολύ -εκθηλύνει τα πάντα.
Της αρέσει να περιβάλλεται από άλλες μπάσταρδες.
Μουσκεύει το βρακάκι της, υγραίνει το δικό σου.
Καταβροχθίζει τα πάντα.

Είναι φεμινίστρια και τσαμπουκαλεύεται
κάθε φορά που γίνεται μαλακία.
Είναι ζόρικη και φασαριόζα.
Σπάει νεύρα.
Δεν τρώει κρέας.
Μπλοκάρει την καλολαδωμένη μηχανή
της ετεροπατριαρχίας, κατουράει τα παπούτσια σας,
σας τα ζαλίζει.
Γουστάρει το σεξ βρόμικο και χωρίς αναστολές.

Δεν κάνει παραχωρήσεις.

Πειραματίζεται.
Φτιάχνει φανζίν.
Αποκρίνεται στην επείγουσα συνθήκη της.
Δεν ζητάει άδεια.
Ζει χωρίς προφυλάξεις, χωρίς δίχτυ ασφαλείας,
χωρίς μαμά και μπαμπά πίσω της.
Έχει περίσσεια ταξική συνείδηση.
Είναι πνευματώδης, επισφαλής, ασταθής,
συναισθηματικοεξαρτημένη.

Είναι απαιτητική, έντονη, επαναλαμβανόμενη αγχώδης.

Είναι όμορφη γιατί είναι αληθινή, απλή,
άμεση, συγκινητική, αποσχημάτιστη.
Κλαίει εύκολα, γελάει μέχρι δακρύων,
Είναι παράφορη.

Λογοκλέβει.
Τζουρνεύει.
Υφαρπάζει.
Λεηλατεί.
Απομυζά.

Έχει θέμα με τα ναρκωτικά.
Δεν τα χορταίνει με τίποτα.
Θέλει πάντα περισσότερα.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τεφλόν”, τεύχος 30, Χειμώνας-Άνοιξη 2024 (σελ. 76-77). Μετάφραση: Γιάννης Χονδρός.

Μαριάννα Παπουτσοπούλου, Ιεριχούς Τείχη


Σχέδιο: Μπερνάρ Μπυφέ

Σε γραμμωτό ορίζοντα απλωμένος
πολύχορδος αχός πολύφωνος
στροβίλιζε και σάρωνε
τα νέφαλα
και με συρτές τραβούσε, όμοιος
ρόδινος ερωδιός.
Εκλάγκαζε φωνές ποιητικές,
παλιές και ξεχασμένες ώρες
των σαλών και των αγίων
με τα χαραγμένα μάτια
–ένα φρέσκο αγωνίας-
με ξυραφάκια από κείνα τα φτηνά.
Μόνο στα κάγκελα πια ζει
το υπόλοιπο του κόσμου
ή σε αντίσκηνα σαβάνας άνυδρης;
Ύστερα που μας τελείωσαν
οι θρίαμβοι των στεφάνων,
κουδούνισαν τα τελευταία ηχηρά
τα τρίηχα.
Ψίθυρος του γερο-Καβάφη
τα γυαλιά
καθρεφτισμένα
στο γυαλί
της περιεκτικής του ερημίας.
Εκεί που διυλίστηκε η χαρά σαν το πετρέλαιο
μιας εταιρείας
-ιδιωτικής ή δημοσίας-
τι μ’ αυτό,
μιας εταιρείας.
Εκραύγαζε σιωπές η ανταύγεια
της βροχής στα φύλλα,
κροτούσανε γυμνά κλαριά
τα δάχτυλα στο τζάμι.
Σε ποιόν χρωστούσαμε εμείς τέτοια αδικία;
Ποιόν πότε εμείς εβάλαμε ποτέ
σε πειρασμό;

*Από τη συλλογή «Διάδρομος», εκδ. Γαβριηλίδης, 2008. Εμείς το πήραμε από τη σελίδα της ποιήτριας στο Facebook.