Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό. Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε ανάμεσα στα ερείπια. Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα. Και το σύν- νεφο εκείνο κι ο τόπος τοπίο, και τα μάτια σου στρέ- φοντας ξαφνικά δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που κοίταζαν λίγο πιο πριν. Αν το χέρι σου ήταν. Αν τα μάτια σου. Αν το χέρι σου. Αν η λέξη που πήγες να πεις. Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος. Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.
Από τη συλλογή “Πέτρες”, 1972.
*
Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ
Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος. Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια. Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου. Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι. Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος; Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά; Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι. Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν. Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος. Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο. Γινόταν ήλιος. Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε. Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.
Bird with hurt wings, I hide my deep sorrow; you have sometimes felt my stone with your hand and the corn and lily are born, the song of the lark at the dawn of my first life. Apollo’s flute and then the noon fire comes and the heart’s hammering on life’s anvil. Iron collar warm as your neck, I’ll open the window of slavery where gold murmurs. Pure as crystal I am those springs that you have poured in me with aerial promise that your fleeting vision brings. You disturb the springs. O the tears that loving memory now distills are heard to fall silent in the empty hour-glass.
II
The resurrection of the dead with the swallows I tend cannot happen without your presence when the gay hour of Dionysious and young springtime strikes. You will bring as bright leaf for me- your token your page, your heart, the hope of resurrection. Now bird with hurt wings I tend you, Hide myself in the world. See, desire transforms your pure body like a serpent; I’ve forsaken all the old past! Old age has approached your green bough, the may bells in the year of seven candles ring in the wilderness; wings unfolded on sick naked bodies haunted by phantoms and eternal fear.
*Translated from the Greek by Charles Guenther. Δημοσιεύτηκε στο “Yugen” που εξέδιδαν οι LeRoi Jones και Hettie Cohen, τεύχος 3, Νέα Υόρκη, 1958.
**Ο Φοίβος Δέλφης (1909 – 15 Φεβρουαρίου 1988 ) ήταν ποιητής, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών (ΠΕΛ), του Δελφικού Οργανισμού και της Ένωσης Ελλήνων Λογοετχνών (ΕΕΛ). Γεννήθηκε στους Δελφούς και το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος Κανέλλος. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είχε φιλικές σχέσεις με τον Σικελιανό,που επηρέασε και το έργο του. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα σε ηλικία 28 ετών με την ποιητική του συλλογή “Ειδύλλια”. Παρότι ζούσε στην Αθήνα από το 1929, δεν έπαψε ποτέ να διατηρεί στενές σχέσεις με την πατρίδα του. Σ’ αυτόν ανήκει η σύλληψη της ιδέας ενός πρώιμου ανοικτού Πανεπιστημίου, του «Δελφικού Περιπατητικού Πανεπιστημίου», που περιόδευε στα χωριά του Παρνασσού και η λειτουργία ενός ορειβατικού συλλόγου. Τη δεκαετία του ‘40 ήταν ένας από τους πρωτεργάτες των πολιτιστικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνταν στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών. Για το συνολικό του έργο βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών με τον α΄ έπαινο. Έγραψε πολλά ποιήματα και ποιητικές συλλογές, όπως τα “Βουκολικά” (1938), “Όργος Οργής” (1948), “Η μοναξιά του λιθαριού” (1948), “Αχαοί” (1951), “Άνθρωπος της Γης” (1943), “Ρόδα του Απόλλωνα”, “Θλιμμένο Πάσχα”, “Ο γερο-Θωμάς”, “Αγροτική συμφωνία” , “Πεσταλότσι” και άλλα. Μερικά έργα του βραβεύτηκαν και στο εξωτερικό.
Clouds have enveloped the mountain losing its peak in the sky which like an embroidered dress covers everything encircling with its holy the body of the earth humming ceaselessly and us mortals below with friendship joy joining limbs like our works when we look upon them and when they are complete
Strife stands apart parting one into many
II.
Sky dark sea grey blue trees acquiescing to gusts of wind everything obeys the sky bowing, rooted to the earth only a ship in motion has volition to resist a machine’s volition invisible to us propels it onward life is that which leaves motion volition forward what parts the volition of others from the sky? what parts it from its roots in the earth?
III.
Is the departure the journey just a working of sky?
if fate is the sky one which comes from somewhere overhead one which like war or earthquakes finds you. The name of the unknown was always Sky.
*From “Cicada”, New Directions. Translated from Greek by Brian Sneeden.
πάει εκδρομή στις λαϊκές με παπούτσια αθλητικά και ψαθάκι του ήλιου γεμίζει χρώματα το καροτσάκι γλαρωμένα ψάρια μεσημεριάτικα Με το μούχρωμα τραβά κατά τα νερά κι επιβλέπει τον άνεμο από τους σιωπηλούς γερανούς των ναυπηγείων Στις μεγάλες αντάρες τεμπελιάζει ο χρόνος τού παίρνει καιρό όμως αποκαθιστά τον ορίζοντα σαν το νερό στ’ αλφάδι Τα καλοκαίρια ασβεστώνει ξωκλήσια Το μαρτιάτικο ξημέρωμα παραδίδει ωδική στα πουλιά Σαβανώνουν οι αράχνες του κοιμητήρια και χαμοσπηλιές γεφύρια κι ουρανοξύστες τον αντιγράφουν οι καλλιτέχνες και ξιπάζονται ανεπανόρθωτα άλλοτε πάλι αργοπορεί σαν ξένοιαστος πάνω σ΄ οργωμένο χώμα ποδοποτάει την σοδιά και χάνεται Πού πάει ο χρόνος όταν φεύγει Βάζει τα παπούτσια του και σε κυνηγά γαλαξιακό γίνεται φως στο μάτι μακρινού τηλεσκοπίου σύνθημα γίνεται στο στόμα εκ γενετής αλάλων Κάνει την πρωινή γυμναστική του στο πρώτο κλάμα ενός μωρού Κόλουρος είναι και φυσά μέσ’ απ΄ την ουρά του κι όλο επιστρέφει μέσα από παλιά σπασμένα Ζενίθ μεγαλόπρεπα Ο Μέγας Ωρολογοποιός που κουρδίζει τον υπερφίαλο πετεινό και τα ταπεινά του πάγκου ρολόγια με βήματα ανεπαίσθητα αθόρυβα ανύπαρκτα και πάντα πέφτει ύστερα απαλά χιονίζει τρυφερή καρβουνόσκονη στις απορημένες μας πλάτες
Τα υφάσματα στην ντουλάπα στην καρέκλα στο σχοινί είναι μετρημένα φτάνουν για δυο με τρεις ζωές η στέγη συντηρείται με νερό και ηλεκτρισμό η τροφή στο ντουλάπι στο ψυγείο στο τραπέζι φτάνει για μια εβδομάδα με λίγο μειωμένες τις μερίδες
Υπάρχουν και κάποια είδη πολυτελείας όπως η λεκάνη με το καζανάκι και μια οθόνη που ενημερώνει για τις εισροές προσφύγων και τυχόν πνιγμένους
Κάποιος λέει τι κρίμα και θέλει να παρακολουθήσει αλλά αρχίζει η δημοφιλής δραματική σειρά
*
Migration.gov
Φτάνουν στις τάξεις υποδοχής όταν το σχολείο έχει αδειάσει. Τότε κάποιες στήνουμε πανό -ζητάμε να φοιτούν μόνο δικά μας παιδία. Κλειδώνουμε με αλυσίδες. Προφασιζόμαστε ασθένεια -μην πάμε απ’ έξω και φωνάζουμε. Άλλες ορθώνουμε τα σφιχτά μας στήθη ασπίδα για να περάσουν. Λίγο λίγο συνηθίζεται η αδικία, τέλος ο ακτιβισμός και άλλα τέτοια. Ερωτευόμαστε και ασχολούμαστε με την παραγωγή βιολογικών προϊόντων.
*Από τη συλλογή «Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος», εκδόσεις Ενύπνιο, 2021.
Ι Για κάθε κατσαρίδα υπάρχει ένα παπούτσι νούμερο 39 και για κάθε μεγάλη σκέψη χιλιάδες μικρά κεφάλια. Την κόβουν σαν λεμονόπιτα σε επαρχιακή πόλη του Τέξας.
ΙΙ Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία η τύχη είναι ο χρυσός των μοχθηρών.
ΙΙΙ Όπου υπάρχει νόημα υπάρχει περισσότερη ανοησία και για να την εντοπίσεις δεν έχεις πάρα να πάρεις μέρος σε μια συζήτηση με νόημα.
ΙV Όπου τα λουλούδια είναι νάρκισσοι τα λιοντάρια δεν χρειάζεται να είναι καχύποπτα.
V To σύμπαν δεν απαντάει. Ο κεραυνός είναι μια ερώτηση ρητορική.
VI Πίσω στο Τέξας ο Γκιγιώμ αισθάνθηκε δυσφορία. Έφαγε μια ολάκερη πίτα κι άρχισε να βλέπει τους ανθρώπους σαν καμπάνες κάθε χτύπος και μια αγωνία να φωνάξεις υπάρχω.
VII O Γκιγιώμ πέθανε στο βουνό. Έκανε πολύ δυνατά ντιν – νταν και οι λύκοι τον άκουσαν.
Χιόνιζε απέραντα στους δρόμους Χιόνιζε σε μένα Καπνούς του Νοέμβρη Καπνούς ξεχασμένων ωρών Μ’ ένα σκούντημα της φωνής σου Ανάβοντας τους χαμηλούς πυράκανθους Την τελευταία φωτιά Πριν απ’ το μορφασμό του νερού
*Από τη συλλογή, “Μικρές μέρες”, εκδ. Τραμ, Θεσσαλονίκη, 1973.
Κλείνοντας τα μάτια εισέρχομαι σε ένα αδυσώπητο λευκό κενό με βάθος απροσμέτρητο, ασύλληπτο εχθρικό προς κάθε αίσθηση άθικτο, άοσμο, αδιόρατο πυκνό γαλάκτωμα του ανύπαρκτου κολλώδες στη ρευστότητά του κινείται, μεταλλάσσεται στο χρόνο ωστόσο μένοντας αδιάλλακτο εκεί, στο εσωτερικό των βλεφάρων να εξαλείφει την όραση, την προοπτική τα ανώφελα βλέμματα στο αύριο μέχρι να ανοίξω ξανά τα μάτια στο μαύρο της αέναης νύχτας.
Πολιτικά μπάσταρδοι ζούμε ένα νέο είδος εξορίας στους μικρούς μας τόπους. Η ιστορία και η γεωγραφία διαμόρφωσαν την ταυτότητά μας αγνοώντας την απλή ευτυχία. Τα κιγκλιδώματα ασφαλείας ενοχλούνται από τους αεραγωγούς μας. Ουρλιάζουμε το θάρρος μας. Θα τα γκρεμίσουμε.
(Από τον καθιστικό στον μεταναστευτικί πληθυσμό η απόσταση είναι οριακά μηδενική).
*
Ανώφελο
Ο σκόρος και το παγόνι συμπάσχουν, έπαιξε μαζί τους η φύση κι ας ξεπαραδιάστηκε. Τα φτερά του σκόρου θορυβούν σαν τον πεινασμένο Χάρο και το παγόνι σε διώχνει πετώντας πέτρες από το στόμα. Ο σκόρος και το παγόνι καρφώνονται κάνοντας τα ίδια λάθη. Πλουμίζουν τα φτερά τους, στήνονται ως άλλα όντα όμως τους προδιδει η στιγμή.
*
Στον τόπο που έχει φύγει από τον τόπο του
Στον τόπο που έχει φύγει από τον τόπο του είμαι η γιορτή. Οι άλλοι μια σπασμένη θηλιά, μα εγώ είμαι η γιορτή
*Από τη συλλογή “Στον τόπο που έχει φύγει από τον τόπο του”, Έναστρον Εκδόσεις, 2024.