Τάκης Σινόπουλος, Δύο ποιήματα

Klimt, Tree of life

ΑΝ

Απ’ το πρωί ο άνεμος ξεκάρφωνε τον ουρανό.
Απ’ το πρωί ο ήλιος κάπνιζε
ανάμεσα στα ερείπια.
Αν το πρόσωπό σου, το πρόσωπο ασπίδα. Και το σύν-
νεφο εκείνο κι ο τόπος τοπίο, και τα μάτια σου στρέ-
φοντας ξαφνικά δεν είχαν σκοτώσει την εικόνα που
κοίταζαν λίγο πιο πριν.
Αν το χέρι σου ήταν.
Αν τα μάτια σου.
Αν το χέρι σου.
Αν η λέξη που πήγες να πεις.
Λοιπόν όλη τη μέρα ο άνεμος.
Όλη τη νύχτα οι στάχτες της φωτιάς σου.

Από τη συλλογή “Πέτρες”, 1972.

*

Ο ΚΑΙΟΜΕΝΟΣ

Κοιτάχτε! μπήκε στη φωτιά! είπε ένας απ’ το πλήθος.
Γυρίσαμε τα μάτια γρήγορα. Ήταν
στ’ αλήθεια αυτός που απόστρεψε το πρόσωπο, όταν του
μιλήσαμε. Και τώρα καίγεται. Μα δε φωνάζει βοήθεια.
Διστάζω. Λέω να πάω εκεί. Να τον αγγίξω με το χέρι μου.
Είμαι από τη φύση μου φτιαγμένoς να παραξενεύομαι.
Ποιος είναι τούτος που αναλίσκεται περήφανος;
Το σώμα του το ανθρώπινο δεν τον πονά;
Η χώρα εδώ είναι σκοτεινή. Και δύσκολη. Φοβάμαι.
Ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις, μου είπαν.
Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος.
Κι όσο αφανίζονταν τόσο άστραφτε το πρόσωπο.
Γινόταν ήλιος.
Στην εποχή μας όπως και σε περασμένες εποχές
άλλοι είναι μέσα στη φωτιά κι άλλοι χειροκροτούνε.
Ο ποιητής μοιράζεται στα δυο.

*Από τη συλλογή “Μεταίχμιο Β”, 1957.

Fivos Delfis, A bird

Bird with hurt wings,
I hide my deep sorrow;
you have sometimes felt my stone
with your hand
and the corn and lily are born,
the song of the lark
at the dawn of my first life.
Apollo’s flute
and then the noon fire comes
and the heart’s hammering
on life’s anvil.
Iron collar
warm as your neck,
I’ll open the window of slavery
where gold murmurs.
Pure as crystal I am those springs
that you have poured in me
with aerial promise
that your fleeting vision brings.
You disturb the springs.
O the tears that loving
memory now distills
are heard to fall silent
in the empty hour-glass.

II

The resurrection of the dead
with the swallows I tend
cannot happen
without your presence
when the gay hour of Dionysious
and young springtime strikes.
You will bring as bright leaf for me-
your token
your page, your heart,
the hope of resurrection.
Now bird with hurt wings
I tend you,
Hide myself in the world.
See, desire transforms your pure body
like a serpent;
I’ve forsaken all the old past!
Old age has approached your green bough,
the may bells
in the year of seven candles
ring in the wilderness;
wings unfolded
on sick naked bodies
haunted by phantoms
and eternal fear.

*Translated from the Greek by Charles Guenther. Δημοσιεύτηκε στο “Yugen” που εξέδιδαν οι LeRoi Jones και Hettie Cohen, τεύχος 3, Νέα Υόρκη, 1958.



**Ο Φοίβος Δέλφης (1909 – 15 Φεβρουαρίου 1988 ) ήταν ποιητής, μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών (ΠΕΛ), του Δελφικού Οργανισμού και της Ένωσης Ελλήνων Λογοετχνών (ΕΕΛ). Γεννήθηκε στους Δελφούς και το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος Κανέλλος. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Είχε φιλικές σχέσεις με τον Σικελιανό,που επηρέασε και το έργο του. Πρωτοεμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα σε ηλικία 28 ετών με την ποιητική του συλλογή “Ειδύλλια”. Παρότι ζούσε στην Αθήνα από το 1929, δεν έπαψε ποτέ να διατηρεί στενές σχέσεις με την πατρίδα του. Σ’ αυτόν ανήκει η σύλληψη της ιδέας ενός πρώιμου ανοικτού Πανεπιστημίου, του «Δελφικού Περιπατητικού Πανεπιστημίου», που περιόδευε στα χωριά του Παρνασσού και η λειτουργία ενός ορειβατικού συλλόγου. Τη δεκαετία του ‘40 ήταν ένας από τους πρωτεργάτες των πολιτιστικών εκδηλώσεων που πραγματοποιούνταν στον αρχαιολογικό χώρο των Δελφών. Για το συνολικό του έργο βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών με τον α΄ έπαινο. Έγραψε πολλά ποιήματα και ποιητικές συλλογές, όπως τα “Βουκολικά” (1938), “Όργος Οργής” (1948), “Η μοναξιά του λιθαριού” (1948), “Αχαοί” (1951), “Άνθρωπος της Γης” (1943), “Ρόδα του Απόλλωνα”, “Θλιμμένο Πάσχα”, “Ο γερο-Θωμάς”, “Αγροτική συμφωνία” , “Πεσταλότσι” και άλλα. Μερικά έργα του βραβεύτηκαν και στο εξωτερικό.

Phoebe Giannisi, Earth and Sky 


Photo: Alexandra Siougkari

I.

Clouds have enveloped the mountain
losing its peak in the sky
which like an embroidered dress
covers everything
encircling with its holy
the body of the earth
humming ceaselessly
and us mortals below
with friendship joy
joining limbs
like our works when we look upon them
and when they are complete

Strife stands apart
parting one into many

II.

Sky dark
sea grey blue
trees acquiescing to gusts of wind
everything obeys the sky
bowing, rooted to the earth
only a ship in motion
has volition to resist
a machine’s volition
invisible to us
propels it onward
life is that which leaves
motion volition
forward
what parts the volition of others
from the sky?
what parts it
from its roots in the earth?

III.

Is the departure
the journey
just a working
of sky?

if fate is the sky
one which
comes from somewhere overhead
one which
like war or earthquakes
finds you.
The name of the unknown was always Sky.

*From “Cicada”, New Directions. Translated from Greek by Brian Sneeden.

Ηρώ Νικοπούλου, Ο χρόνος που περνά και χάνεται

πάει εκδρομή στις λαϊκές
με παπούτσια αθλητικά
και ψαθάκι του ήλιου
γεμίζει χρώματα το καροτσάκι
γλαρωμένα ψάρια μεσημεριάτικα
Με το μούχρωμα τραβά κατά τα νερά
κι επιβλέπει τον άνεμο
από τους σιωπηλούς γερανούς
των ναυπηγείων
Στις μεγάλες αντάρες
τεμπελιάζει ο χρόνος τού παίρνει καιρό
όμως αποκαθιστά τον ορίζοντα
σαν το νερό στ’ αλφάδι
Τα καλοκαίρια ασβεστώνει ξωκλήσια
Το μαρτιάτικο ξημέρωμα
παραδίδει ωδική στα πουλιά
Σαβανώνουν οι αράχνες του
κοιμητήρια και χαμοσπηλιές
γεφύρια κι ουρανοξύστες
τον αντιγράφουν οι καλλιτέχνες
και ξιπάζονται ανεπανόρθωτα
άλλοτε πάλι αργοπορεί σαν ξένοιαστος
πάνω σ΄ οργωμένο χώμα
ποδοποτάει την σοδιά και χάνεται
Πού πάει ο χρόνος όταν φεύγει
Βάζει τα παπούτσια του και σε κυνηγά
γαλαξιακό γίνεται φως
στο μάτι μακρινού τηλεσκοπίου
σύνθημα γίνεται στο στόμα
εκ γενετής αλάλων
Κάνει την πρωινή γυμναστική του
στο πρώτο κλάμα ενός μωρού
Κόλουρος είναι και φυσά
μέσ’ απ΄ την ουρά του
κι όλο επιστρέφει
μέσα από παλιά σπασμένα
Ζενίθ μεγαλόπρεπα
Ο Μέγας Ωρολογοποιός που
κουρδίζει τον υπερφίαλο πετεινό
και τα ταπεινά του πάγκου ρολόγια
με βήματα ανεπαίσθητα αθόρυβα
ανύπαρκτα
και πάντα πέφτει ύστερα απαλά
χιονίζει τρυφερή καρβουνόσκονη
στις απορημένες μας πλάτες

Κατερίνα Φλωρά, Περαστικό 

Τον ερχομό σαν άνοιξης κάλεσμα
τα γκρίζα σύννεφα στη σκιά του βλέμματος
που χαμηλώνει στης χαράς το πέρασμα

Στιγμή που αναβλήθηκε σε χρόνο αόριστο
σε μελλοντικής κουκίδας πιθανότητα
χαρτάκι που το πήρε ο αέρας και χάθηκε

Άτεγκτος ο χρόνος
σαν δειλιάσουμε να κινήσουμε

Μυρτώ Χμιελέφσκι, Δύο ποιήματα

Home or not home

Τα υφάσματα στην ντουλάπα
στην καρέκλα στο σχοινί είναι μετρημένα
φτάνουν για δυο με τρεις ζωές
η στέγη συντηρείται
με νερό και ηλεκτρισμό
η τροφή στο ντουλάπι στο ψυγείο στο τραπέζι
φτάνει για μια εβδομάδα
με λίγο μειωμένες τις μερίδες

Υπάρχουν και κάποια είδη πολυτελείας
όπως η λεκάνη με το καζανάκι
και μια οθόνη που ενημερώνει
για τις εισροές προσφύγων και τυχόν πνιγμένους

Κάποιος λέει τι κρίμα και θέλει να παρακολουθήσει
αλλά αρχίζει η δημοφιλής δραματική σειρά

*

Migration.gov

Φτάνουν στις τάξεις υποδοχής
όταν το σχολείο έχει αδειάσει.
Τότε κάποιες στήνουμε πανό
-ζητάμε να φοιτούν μόνο δικά μας παιδία.
Κλειδώνουμε με αλυσίδες.
Προφασιζόμαστε ασθένεια
-μην πάμε απ’ έξω και φωνάζουμε.
Άλλες ορθώνουμε τα σφιχτά μας στήθη
ασπίδα για να περάσουν.
Λίγο λίγο συνηθίζεται η αδικία,
τέλος ο ακτιβισμός και άλλα τέτοια.
Ερωτευόμαστε και ασχολούμαστε
με την παραγωγή βιολογικών προϊόντων.

*Από τη συλλογή «Ο πίσω τοίχος, ο ανεπίσημος», εκδόσεις Ενύπνιο, 2021.

Δημήτρης Ζουγκός, Η μελέτη του κόσμου ολοκληρώθηκε

Ι
Για κάθε κατσαρίδα υπάρχει
ένα παπούτσι νούμερο 39
και για κάθε μεγάλη σκέψη
χιλιάδες μικρά κεφάλια.
Την κόβουν σαν λεμονόπιτα
σε επαρχιακή πόλη του Τέξας.

ΙΙ
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία
η τύχη είναι ο χρυσός των μοχθηρών.

ΙΙΙ
Όπου υπάρχει νόημα
υπάρχει περισσότερη ανοησία
και για να την εντοπίσεις
δεν έχεις πάρα να πάρεις μέρος
σε μια συζήτηση με νόημα.

ΙV
Όπου τα λουλούδια είναι νάρκισσοι
τα λιοντάρια δεν χρειάζεται να είναι καχύποπτα.

V
To σύμπαν δεν απαντάει.
Ο κεραυνός είναι μια ερώτηση ρητορική.

VI
Πίσω στο Τέξας
ο Γκιγιώμ αισθάνθηκε δυσφορία.
Έφαγε μια ολάκερη πίτα
κι άρχισε να βλέπει τους ανθρώπους σαν καμπάνες
κάθε χτύπος και μια αγωνία να φωνάξεις υπάρχω.

VII
O Γκιγιώμ πέθανε στο βουνό.
Έκανε πολύ δυνατά ντιν – νταν
και οι λύκοι τον άκουσαν.

Αλέξης Τραϊανός, Ο μορφασμός του νερού

Χιόνιζε απέραντα στους δρόμους
Χιόνιζε σε μένα
Καπνούς του Νοέμβρη
Καπνούς ξεχασμένων ωρών
Μ’ ένα σκούντημα της φωνής σου
Ανάβοντας τους χαμηλούς πυράκανθους
Την τελευταία φωτιά
Πριν απ’ το μορφασμό του νερού

*Από τη συλλογή, “Μικρές μέρες”, εκδ. Τραμ, Θεσσαλονίκη, 1973.

Κωνσταντίνος Βορβής, Κενότητα

Κλείνοντας τα μάτια εισέρχομαι
σε ένα αδυσώπητο λευκό κενό
με βάθος απροσμέτρητο, ασύλληπτο
εχθρικό προς κάθε αίσθηση
άθικτο, άοσμο, αδιόρατο
πυκνό γαλάκτωμα του ανύπαρκτου
κολλώδες στη ρευστότητά του
κινείται, μεταλλάσσεται στο χρόνο
ωστόσο μένοντας αδιάλλακτο
εκεί, στο εσωτερικό των βλεφάρων
να εξαλείφει την όραση, την προοπτική
τα ανώφελα βλέμματα στο αύριο
μέχρι να ανοίξω ξανά τα μάτια
στο μαύρο της αέναης νύχτας.

Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Τρία ποιήματα

Πολιτικά μπάσταρδοι

Πολιτικά μπάσταρδοι
ζούμε ένα νέο είδος εξορίας
στους μικρούς μας τόπους.
Η ιστορία και η γεωγραφία
διαμόρφωσαν την ταυτότητά μας
αγνοώντας την απλή ευτυχία.
Τα κιγκλιδώματα ασφαλείας
ενοχλούνται από τους αεραγωγούς μας.
Ουρλιάζουμε το θάρρος μας.
Θα τα γκρεμίσουμε.

(Από τον καθιστικό στον μεταναστευτικί πληθυσμό
η απόσταση είναι οριακά μηδενική).

*

Ανώφελο

Ο σκόρος και το παγόνι συμπάσχουν,
έπαιξε μαζί τους η φύση κι ας ξεπαραδιάστηκε.
Τα φτερά του σκόρου θορυβούν
σαν τον πεινασμένο Χάρο
και το παγόνι σε διώχνει
πετώντας πέτρες από το στόμα.
Ο σκόρος και το παγόνι καρφώνονται
κάνοντας τα ίδια λάθη.
Πλουμίζουν τα φτερά τους,
στήνονται ως άλλα όντα
όμως τους προδιδει η στιγμή.

*

Στον τόπο που έχει φύγει από τον τόπο του

Στον τόπο που έχει φύγει από τον τόπο του
είμαι η γιορτή.
Οι άλλοι μια σπασμένη θηλιά,
μα εγώ είμαι η γιορτή

*Από τη συλλογή “Στον τόπο που έχει φύγει από τον τόπο του”, Έναστρον Εκδόσεις, 2024.