William Carlos Williams, Τέσσερα ποιήματα

Πρελούδιο

Γνωρίζω μόνο τα γυμνά βράχια τής σήμερον.
Σ’ αυτά αναπαύονται τα καφετιά μου φύκια ―
φλέβες πράσινου χαλαζία που ελίχθηκαν μέσα από τον υγρό σχιστόλιθο·
σ’ αυτά λιμνάζουν οι πισίνες μου που άφησε η παλίρροια ―
ήσυχες, να λησμονούν τα κύματα·
σ’ αυτά μαρμαρώνουν λευκοί αστερίες·
σ’ αυτά γλιστράω ξυπόλυτος!
Ψίθυροι ψαρίλας στον αέρα πασπατεύουν το κορμί μου·
«Αδερφούλες», τους λέω.

*

Μύρισε!

Ω αδρά κυρτωμένη και βαθιά κοιλωμένη
μύτη μου! Θ’ αφήσεις τίποτα αμύριστο;
Τι απρεπή γαϊδούρια είμαστε, εσύ κι εγώ, κοκκάλω μύτη,
πάντα αδιάκριτοι, πάντα ξεδιάντροποι,
και ορίστε τώρα τα ξινισμένα άνθη στη λάσπη
κάτω απ’ τις λεύκες: ένας πολτός που σαπίζει πάνω στο μουσκεμένο χώμα
που ριζώνουν. Με τι βαθιά δίψα
γκαζώνουμε τα γούστα μας
προς εκείνη την ελεεινή οσμή μιας άνοιξης σε αποδρομή!
Δεν μπορείς να είσαι αξιοπρεπής; Δεν μπορείς να κρατήσεις τη φούρια σου
για κάτι λιγότερο απωθητικό; Ποιο κορίτσι θα γυρίσει
να μας κοιτάξει, πιστεύεις, αν συνεχίσουμε το ίδιο βιολί;
Πρέπει να δοκιμάζεις τα πάντα; Πρέπει να τα ξέρεις όλα;
Πρέπει να συμμετέχεις σε όλα;

*

Ήρωας

Ανόητε,
κράτα τις περιπέτειές σου
για πράγματα που
σπάνε καράβια ―
και όχι γυναικεία σάρκα.
Άσε να ξεπλύνουν
το μυαλό σου
τα νερά
τεσσάρων ωκεανών, οι άνεμοι
τεσσάρων ουρανών!
Γύρνα με το στομάχι κολλημένο στην πλάτη
και το μάτι να κόβει, δυνατός!
Μια-δυο μικρές ουλές.
Μικρά κορίτσια θα έρθουν
να φέρουν τριαντάφυλλα
για το πέτο σου.

*

El hombre

Περίεργο κουράγιο
μου δίνεις αρχαίο αστέρι:
Να λάμπεις ολομόναχο στου ήλιου την ανατολή
και να μην της παραχωρείς το παραμικρό!

*Από το περιοδικό “Χάρτης”, τεύχος 64 {Απρίλιος 2024}. Μετάφραση: Ευγενία Βάγια.

sine lege, το κάπνισμα σκοτώνει

τα τσιγάρα σας
διαχωρίζονται από όποιον νόμους θέτει

με γνώμονα αποκλειστικό των βιομήχανων την τσέπη

σε μαλακά και σε σκληρά
το ίδιο άλλωστε και τα πακέτα τους
βιομηχανία μαζική

εκλέπτυνσης της βαρβαρότητας
λείανσης της σκληράδας
και φοροαποφυγής των ευθυνών

τα σκληρά τσιγάρα εισβάλλουν μέσα σου
σε ξεγυμνώνουν
τα ρούχα σου πεταμένα στην καρέκλα
το μυαλό σου έκθετο στον υπέροχο τρόμο της ζωής
τα χέρια σου κρεμασμένα ζητούν βοήθεια
τα στερεμένα ποτάμια μοιάζουνε ξαφνικά να κυλάνε ανάποδα
κι εσύ ακίνητος απορείς πώς άραγε έφτασες μέχρι εδώ

τα μαλακά τσιγάρα σε χαιρετίζουν φιλικά
ύπουλα σου σφίγγουν τα πνευμόνια
πίσσα και νικοτίνη σου χαρίζουν με αφειδία

και μια συντροφιά που τάχα δε ζητάει ανταλλάγματα

ένας αναπτήρας στέκει εξάλλου πάντα κάπου εκεί κοντά

φίλος καρδιακός
και συ νομίζεις δήθεν

πως μόνος σου ξανά ποτέ δεν θα ‘σαι

έτσι και τα πακέτα σας

τα καυτά ζητήματα της τσέπης αφορούν

τα μαλακά πακέτα χωράνε παντού
στα δύσκολα και στα εύκολα
μια τόση δα τσέπη αποζητούν
στο βόλεμά σου σύντροφοι και πρωτεργάτες
κυκλοφορούν παντού μαζί σου και άλλο τίποτα δεν αποζητούν
μόνο ένα άγγιγμα δικό σου μέσα απ’ την τσέπη του μπουφάν
ίσα για να αισθανθούν κι αυτά πως κάπου υπάρχουν
κι ας στερηθήκανε όλες της ύπαρξής τους τις γωνίες
για να μονίμως άλλοι στέκονται στα πόδια τους
αγέρωχοι και όμορφοι
και σίγουροι για της ζωής τους τα σήματα καπνού

μα τα πακέτα τα σκληρά
γωνίες γεμάτα και σκληράδα
αρνούνται να συμβιβαστούν με μία τσέπη ενός μπουφάν
ρόλο πρωταγωνιστικό επί του τραπεζιού κατέχουν
κι αν θες στ’ αλήθεια το βράδυ σου μαζί τους να το μοιραστείς
πρέπει από τον εαυτό σου χώρο και χρόνο να δώσεις
θα σου χαρίσω δηλητήριο κι απόψε μα πρέπει από όλα τα άλλα εμένα να προτάξεις
μοιάζουν σαν να σου λένε

και η ταμπακέρα
όχι όχι κουβέντα απόψε για την ταμπακέρα
τρέμω να την ανοίξω
ξέρω πως από μέσα της του πόνου μου τα τέρατα

σταυροφόροι ετοιμοπόλεμοι θα δραπετεύσουν

και πως θα τρέξεις να την κλείσεις

πριν καν προλάβει η ελπίδα μου μια αναπνοή να πάρει

γι’ αυτό σου λέω άφησε την πανδώρα ήσυχη απόψε

ίσα το μύθο της να καταπιεί

και να επιστρέψει ύστερα βουβά

σε ένα κιτάπι εικονογραφημένο

εγώ θα σου μιλήσω μόνο για μύθους αντικαπνιστικούς
παραβολές αχρείαστες και άκακες
που δεν πληγώνουν δεν χαράζουν δεν σπαράζουν
και τα νερά αφήνουν απαλά νανουριστά να κυματίζουν
μόνο για παραμύθια με επιμύθια παιδικά θα σου μιλάω πια
κρατώντας άπασες τις γωνίες μου στρογγυλεμένες
χωρώντας μες στην τσέπη σου αβίαστα
ίσα για να με κουβαλάς σε μια εσοχή αθέατη
χωρίς να σου κοστίζω πια
χωρίς βάρος χωρίς πόνο χωρίς ερωτηματικά

δίχως ούτε να φαίνομαι
εδώ θα μείνω στριμωγμένη μαζί με τα θαυμαστικά μου
αποσιωπώντας με αυταπάρνηση της στίξης τα σημεία
ελπίζοντας κι εγώ σ’ ένα τσιγάρο κάποτε
που με καπνό βαρύ και αποπνικτικό
με θράσος την ατέρμονη νύχτα μου θα αναστατώσει
και δίχως του πόνου το αντάλλαγμα
την καινούρια μου ζωή
ανέπαφη από προπετάσματα καπνού
θα μου επιστρέψει

Αντιγόνη Κατσαδήμα, Το καφετί πορτοφόλι

Όταν το μπλε ριγέ αρχίσει τον Σεπτέμβριο
σκιρτώ που έμεινα με το τετράδιό μου,
το σπίτι στην ακροθαλασσιά
μας ρίχνει απουσία, θραύσματα ασβέστη,
κι αναζητώ τα μπλε παραθυρόφυλλα,
να γυρίσω μια σελίδα στα βότσαλα,
σχήμα στρογγυλό τα γράμματα δεν έχουν,
αφημένα φθινόπωρα
από φρέσκο χυμό και μάγουλο μετά τον ύπνο
πέφτουν στα μικρά κενά,
κοινοί σε νέα ημερολόγια οι δρόμοι μου
να αφουγκράζομαι απορίες στο λυκόφως,
η γη με τους φιδίσιους ελιγμούς
έχει την προσοχή μου,
χώμα, σκέψη η πλαγιά όλη,
το καφετί πορτοφόλι πίσω από ένα θυμάρι
μιλάει μέσα από την σκόνη του αλάνθαστου.

Jatru Ardita, Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου

Έχω ένα σκυλί μέσα στο κεφάλι μου
που τις νύχτες κλαίει ή αναπολεί
δεν γνωρίζω
δεμένο γύρω από μια σιδερένια πίκρα
ξεδιψά σε μια σκουριασμένη κατσαρόλα
με στάσιμα όνειρα
και να κοιμηθώ δεν μ΄ αφήνει.

Πλησιάζουν τ΄αδέσποτα
έξω από τον φράχτη
και πουλάνε μαγκιές
μα αν είχε μακρύτερη αλυσίδα
θα τους έσπαγε τα κεφάλια
μονάχα μια φορά να έβγαινε εκτός.
Και στριφογυρίζει γύρω από τον εαυτό του
δένοντας τα πόδια του
δείχνοντας τα δόντια σε εκείνους
που τα κόκαλά τους δεν μπορεί να σπάσει.
Ανήμπορος ύστερα σκάβει θυμωμένος
έναν λάκκο, κάθεται μέσα
και αρχίζει να κλαίει ή να αναπολεί.

Έχω ένα σκυλί μέσα στο κεφάλι μου.
Τη μέρα κοιμάται σαν παιδί
Καθώς το πλημμυρίζει ένα όνειρο
τρέμει σε πελάγη ευτυχίας
μέχρι η νύχτα να ξαναρθεί.

*Από τη συλλογή “Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου”, εκδ. Κοινωνία των (δε)κάτων, Φεβρουάριος 2024.

Λιλή Ντίνα, Διαδηλωτές ειρήνης

Να, σφυριές οι μαργαρίτες ορμούν στον ήλιο, ωσότου ο ήλιος να
καταλυθεί κι ο θάνατος δεν θα ’χει πιά εξουσία 

                                         Ντύλαν Τόμας
 
 Αναθαρρεύουν
 τον χαροκαμένο άνθρωπο
 στο νεκρό τοπίο
 αψηφώντας τον κίνδυνο της ζωής τους
 Στολίζουν άφοβα κρανίου τόπο,
 ταγμένα ακόμη και να σκηνοθετούν
 την ελπίδα,
 όταν τη ρημάζει ο πόλεμος
 Μάντεις καλών ειδήσεων
 το όνειρό τους
 Σημαίες ανακωχής να γίνονται
 και όχι παράδοσης
 Εγγυητές ζωής
 σε ώρες ολέθρου
  
Τα λουλούδια

Θέκλα Γεωργίου, Το αντικείμενο

Πάρε ένα αντικείμενο
Ένα οποιοδήποτε αντικείμενο.
Μάθε να σου αρέσει.
Κτίσε με αυτό,
πάνω σ’ αυτό,
κάτω απ’ αυτό,
δίπλα σ’ αυτό,
σ’ ένα δίκτυ φαντασιακό.
Και νιώσε κενός.
Σαν φερθεί απλώς σαν τέτοιο
αντικείμενο που είναι.

*Από τη συλλογή “υποθαλάμια”, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, 2022.

Costas Reúsis-Κώστας Ρεούσης: «La irrealidad submarina / Η υποβρύχια υπερπραγματικότητα (1993-2015)»

ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ ΜΙΑΣ ΠΑΡΩΔΙΑΣ

αφιερωμένο του ποιητή Μιχάλη Πιερή

βρόμικη πόλη περήφανη απ’ τα σπλάχνα της χαλασμένη γυναίκας αιδοίο που στέρεψε ποιους χυμούς να ζητήσεις άγριο το αγόρι πισωγυρίζει μέσα του να γνέφεις τ’ ανέμου νευρικά αφήνοντας γράμματα λέξεις ασυνάρτητα σχιζοφρενείς δολοφόνοι συναντούν σχιζοφρενείς ποιητές στα άδυτα μπορντέλου χειρουργείου μιας μεγάλης πουτάνας που είναι ξαφνικά η μάνα τους φορώντας παλιόρουχα μιας άλλης γιορτής μυρίζοντας κραιπάλη αίμα σφαγμένου γουρουνιού σαπίλα φρονιμίτη στην κηδεία γλυκού οδοντογιατρού θεραπευτή όσες κραυγές ακολουθούν φέρνουν το μανδραγόρα που απομένει να γευτεί ένας νευρικός στιχοπλόκος λίγο πριν την αυτοκτονία της ηλικίας του αίφνης θανατικό το καλοκαίρι σαλτάρει στο ποίημα κι αγκομαχώντας αφυπνίζεται περαστικές γυναίκες σημαδεύουν σωστά ανατινάζοντας το στόχο στο κέντρο κύκλος σε κύκλο με η ουρά του παραθεριστή

LOS ROSTROS DE UNA PARODIA

dedicado al poeta Mijalis Pierís

sucia ciudad orgullosa de sus vísceras estropeada de la mujer pubis que se agostó los humores de quién pedirás salvaje el vástago retrocede para que dentro de él saludes al viento nerviosamente dejando letras palabras incoherentes esquizofrénicos asesinos se encuentran con poetas esquizofrénicos en los santuarios de un burdel quirófano de una gran puta que es de repente su madre que lleva puesta ropa vieja de otra fiesta oliendo a libertinaje sangre de un cerdo inmolado podredumbre de una muela del juicio en el funeral del dulce dentista terapeuta todos los gritos que vienen a continuación traen la mandrágora que queda por saborear un nervioso coplero un poco antes del suicidio de su edad de repente mortal el verano brinca hacia el poema y resollando se despierta mujeres que pasan señalan correctamente haciendo saltar por los aires el objetivo en el centro círculo en con círculo la cola del veraneante

*Antología bilingüe / Δίγλωσση ανθολογία. Traducción / Μετάφραση: de Mario Domínguez Parra, Ediciones de «La Isla de Siltolá», Sevilla (España), 2017, p. 96-97.

Δανάη Σιώζιου, Οικιακά

Δεν πρόσεξε,
ίσως και να μην το κατάλαβε
απλά συνέχισε να κόβει
πέρα απ’ τη φλούδα των αχλαδιών
τα χέρια της.
Το αίμα κύλησε ήσυχα
απ’ τις γραμμές της τύχης
της ζωής, του έρωτα
στο νεροχύτη
και στροβιλίστηκε
ανάμεσα στα άπλυτα πιάτα
και τα αποφάγια
Η γάτα της ανήσυχη
έτρεξε κοντά της
και με συμπόνια ειλικρινή
έγλειψε τα τραύματά της
ενώ εκείνη
για μια σύντομη
μια ακαριαία στιγμή
είδε τον εαυτό της
μέσα απ’ τα γυάλινα μάτια
ξένο
μες σε βρώμικο κλειδί φυλακισμένα
οροφή δίχως ανατολή
στο πάτωμα μικρά σκαθάρια
στο νεροχύτη η σκοτεινή λίμνη
που μέσα της μουλιάζει τα χέρια της
και τώρα αστράφτει στεφανωμένη από
πάχνη λευκή, απολυμαντική
Απ’ τον βυθό της
αναδύονται πανσέληνα, ολόασπρα φεγγάρια
σκέφτηκε,
να τελειώνει σήμερα τουλάχιστον
με τα πιάτα.

*Δημοσιεύτηκε στο “Τεφλόν” Νο 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-2010.

Θεοδώρα Βαγιώτη, [ΔΕΝ ΕΧΩ ΤΙ ΝΑ ΣΟΥ ΓΡΑΨΩ]

Egon Schiele, Woman in stockings (1912)

Δεν έχω τι να σου γράψω· οι
λέξεις ελευθερώθηκαν από μένα, πίσω
από εκείνο το βουνό

που τ’ ανεβαίνουν οι θελήσεις μου
για να βάλουν τη σημαία τους
στην κορυφή του, μα

κάτω από την περπατησιά τους δεν
ανθίζει τίποτε, τα ξερόχορτα σπάνε
και με ξεκουφαίνουν

οι μνήμες μου ανασύρουν μια φωτιά
στα περιβόλια της Μαρτιάς
κι ο Χριστός σταυρώνεται μπροστά μου

καθώς βάζω την ελιά στο στόμα μου
ή όταν σηκώνω το φουστάνι μου
κάτω από τον πιο γέρικο κορμό
για να με πάρεις

δοκιμάζομαι κι αργοπεθαίνω
από τη δύναμη του ελέους
μην πιστεύεις τίποτε, ψιθυρίζεις στο αυτί μου,
μόνο εγώ σ’ αγαπώ

τα χέρια, αυτά τα χέρια δεν τα κατάλαβα ποτέ
τραγουδώ από μέσα μου την αφή
με ριγώ, με ζεσταίνω
κάθε τώρα με ετοιμάζω για σένα

και στο στήθος μου χορεύει ένας σταυρός,
από τότε που με βαφτίσανε
με το όνομα, ύπαρξη,
ας είναι οι λέξεις αγύριστες, δικές μου
σε ξένο τόπο

Rae White, Bad poems / Κακά ποιήματα

1
It’s fucking odd to know you’re also just
another person. Makes sense, I guess.
You too drink cold Milo and spill coffee

on whites. You too write bad poems
and read better ones. You too sing off-key
in the shower and totter off-kilter

after three glasses of wine. You too
walk beside me, glancing up
into sun-glittered tree, squinting

to see the culprit:
a lone lorikeet, screeching.

2
It’s fucking odd to know you’re also
attracted to me. I mean, I like me
but how the fuck did we get to the point
where you like me too? We both drink
cold beers and spill curry across white
tablecloth. We both write bad poems

about each other and read better ones
in bed out loud as day whispers
through hotel’s curtains. We both glance up

to see the culprit:
the sun singing, rising.

*
Κακά ποιήματα

1
Είναι γαμημένα περίεργο να ξέρεις ότι είσαι και εσύ απλά…
ένα άλλο άτομο. Είναι λογικό, υποθέτω.
Κι εσύ πίνεις κρύο Milo και χύνεις καφέ

στα λευκά. Κι εσύ γράφεις κακά ποιήματα
και διαβάζεις καλύτερα. Κι εσύ τραγουδάς παράφωνα
…στο ντους και παραπαίρνεις…

μετά από τρία ποτήρια κρασί. Κι εσύ
περπατάς δίπλα μου, ρίχνοντας ματιές
σε ένα δέντρο που λάμπει από τον ήλιο, αλληθωρίζοντας…

για να δεις τον ένοχο:
έναν μοναχικό λορικέτ, που στριγκλίζει.

2
Είναι γαμημένα περίεργο να ξέρεις ότι είσαι και εσύ…
έλκεσαι και εσύ από μένα. Θέλω να πω, μου αρέσω
αλλά πώς στο διάολο φτάσαμε στο σημείο…
να σου αρέσω κι εγώ; Και οι δύο πίνουμε
κρύες μπύρες και χύνουμε κάρυ σε λευκό
τραπεζομάντιλο. Και οι δύο γράφουμε κακά ποιήματα

ο ένας για τον άλλον και διαβάζουμε καλύτερα
στο κρεβάτι δυνατά καθώς η μέρα ψιθυρίζει
μέσα από τις κουρτίνες του ξενοδοχείου. Και οι δύο κοιτάμε ψηλά

για να δούμε τον ένοχο:
τον ήλιο να τραγουδάει, να ανατέλλει.

*Rae White https://raewhite.net/ Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης