Ιάσωνας Σταυράκης, Κηρύττω τον θάνατο της χώρας μου

Κηρύττω τον θάνατο της χώρας μου.
Ας την τυλίξουν μ’ ένα σάββανο λευκό.
Κι ας την θάψουν μαζί με τα όνειρά μας.
Κι ας την ρίξουν στη μήτρα της θάλασσας ξανά μαζί με τα φτερά μας.
Κι ας κατέβουν οι δύτες του μυαλού στ’ αλλοπρόσαλλα μονοπάτια του πελάγου.
Κι ας έρθουν μετά από χιλιάδες χρόνια με αλιευτικές μηχανές να εξορύξουν το λευκό πανί της.
Κηρύττω τον θάνατο της χώρας μου.
Αναρωτιέσαι αν θέλει θάνατο ή ειρήνη;
Θέλει θάνατο ήειρήνη
κι έναν δειλό
να πει σ’ αυτό
τον τόπο
σ’ αγαπάω.

Π.Ε. Δημητριάδης, Δύο ποιήματα

ΤΑ ΒΑΡΕΤΑ ΘΕΑΜΑΤΑ

Μέσα σε ατιμασμένη εκκλησία
αλέσαμε τα αστέρια
της πιο σκληρής εποχής
Βασανιστήριο
Τα βλέφαρά μας βαριά,
φλόγες χρειάστηκαν
να τα σήκωσαν ψηλά
μέχρι το μέλλον,
μα ήταν τέλεια η κατάδυση

Ήτανε τρεις και κάθονταν σε σύννεφα
Ο ένας φάραγε φτερά και οι άλλοι γένια
Και μέσα στην υπόκωφη σιωπή
χέρι αόρατο στο φως μας έδειξε και είπε:
“Εσείς που ανδρωθήκατε στο βόμβο
θα αρνηθείτε τώρα ό,τι σας λυτρώνει;”
Και από την ώρα που μπήκαμε
μέχρι τον αιώνα των αιώνων
δοξάζαμε το Διαιρεμένο Ένα
Που κρατούσε ξάγρυπνο το νου μας
στα βαρετά θεάματα

Leeds, 24.11.07

ΟΤΑΝ ΑΓΚΑΛΙΑΣΑ ΤΟ ΓΑΪΔΑΡΟ

Όταν αγκάλιασα το γάιδαρο
δάκρυα κύλησαν στα μάτια μας·
όχι από πόνο
ούτε από συγκίνηση
αλλά από χαρά
που δε μείναμε μόνοι μας
μες στους αλλόθρησκους.

27.10.08

*Δημοσιεύτηκαν στο “Τεφλόν”, τεύχος 2, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2009-10.

Χαρά Σαρλικιώτη, Φαντασία

Exif_JPEG_420

Ο οδοιπόρος εγκαταλείπει τη θλιμμένη κορυφογραμμή
για τις μεγάλες λεωφόρους.
Χαρούμενος, καθώς ανακαλύπτει
πως η νύχτα έχει το δικό της σχήμα
Το δικό της φως.
Λευκά τριαντάφυλλα αναδύονται συνεχώς από τους κήπους της.
.
Τη φαντασία του – αλίμονο- καθοδηγούν οι φόβοι του
Ανοίγοντας μικρούς κρατήρες κάτω από τα πόδια του
Αλλά τώρα βλέπει τις καταιγίδες και τις μακρινές εκρήξεις
σαν χρώματα και όχι ενδείξεις.
.
Είναι η μελαγχολία η δόξα του;
Και το λιβάδι με τις νεραγκούλες ο τελικός προορισμός του;
.
Ένα είδος πίστης φτερουγίζει στο έρημο μονοπάτι
Ή είναι σμήνος πουλιών;
Σαν σε όνειρο, έρχονται να τον υποδεχτούν
Και να ακούσουν τις σκέψεις του.
«Πολύ αργά να επιστρέψω στον πρότερο εαυτό μου,
στις παλιές πεποιθήσεις.
Όταν κάτω από το σικελικό φεγγαρόφωτο
διάβαζα χωρίς να διορθώνω,
άκουγα χωρίς να κρίνω.
Πολύ αργά να βάλω σε τάξη τα τοπία.
Και μέχρι η ζωή να ξεδιπλώσει το προσωρινό της σχέδιο
για μένα,
θα ακούσω τα πουλιά
που –ευτυχώς-εννοούν αυτό που τραγουδούν».
.
Καθώς ο ουρανός βάφεται με τα σκληρά χρώματα
της καταιγίδας
Ανοίγει το παλιό βιβλίο. Με κόκκινο μολύβι σχεδιάζει
Τον δρόμο της επιστροφής του.
Στην πρώτη σελίδα, κάποιος «πλησιάζοντας στα περίχωρα
της πόλης, αλλάζει το τραγούδι του
για να συνομιλήσει με τους φίλους. Ένα χρυσό ρεύμα
αποκαλύπτει τις επιθυμίες, τους ενδοιασμούς».

Νικόλας Κάλας, Ποιήματα

Θα ‘θελα να φτιάξω έναν ουρανό
να ‘χω τώρα που νύχτωσε
ένα στερέωμα να κοιτάζω
θα το ‘καμνα μεγάλο,
γιομάτο άστρα με σχήματα παράξενα
θα του ‘βαζα αντίς από ‘να,
δυο φεγγάρια ανόμοια
το ‘να μικρό σαν παιδί,
τ’ άλλο μεγάλο σαν παράπονο.
Δε θα πήγαιναν τα δυο πάντα μαζί
το πρώτο θα πλάγιαζε κοντά στο βορρά
και το μεγάλο θα ‘ρχότανε
απάνου απ’ το ρολόι μου
να σημάνει μεσάνυχτα…
[…] Προτού ξημερώσει
ακούγονται φιλιά
είν’ τα φεγγάρια
που πέφτουν και χτυπιούνται.
Όταν ξυπνώ, ξυπνώ από κούραση
το κορμί μου μοιάζει σα να υπέφερε.

………………………………….

Κλεισμένη στα όνειρά της,
στα χέρια μου κλεισμένη
ανασαίνει στην ύπαρξή μου
η ζωή των ωρών ταιριασμένη
σε ένα άλλο είδος χρόνου
ανακριβή μισά άνισων ωρών
κύματα ύπνου
θα πνιγούν ή θα περάσουν!
αφήνοντάς μας απείραχτους
με το όχι τόσο αιθερικό φορτίο
των ονείρων
Θραύσματα από ένα τόπο που απέρριψα
σκέψεις δανεισμένες
από ένα παλιό σύστημα
συνεχίζουν να εισβάλλουν
στην τωρινή μου κατάσταση
άσκοπες περιπλανήσεις με φέρνουν πίσω…
Ποτέ ο Άθως δεν ήταν πιο κοντά μου
δε χρειάζομαι εικόνες
για να ταξιδέψω
από την Αλεξάνδρεια
ως τις χαράδρες του Θιβέτ.

Bob Kaufman [1925-1986], Πουλί με ζωγραφισμένα φτερά /  Bird with painted wings

Ο Μονέ ψιθύρισε απαλά,
πνιγμένη αγάπη σε λίμνες φωτός.

Ο Πικάσο ούρλιαξε εφιάλτες,
κραυγάζοντας: σκαρφάλωσε μέσα σου,
υπάρχει μια τρέλα εκεί.

Ο Μπρακ έδωσε την ηχώ, ακριβώς.

Ο Μοντριάν φανέρωσε τετράγωνα.

Καθώς οι Μεξικανοί μούγκριζαν
στο αστέρι που διέσχιζε την Ινδιάνικη Νύχτα,
το Παρικουτίν* ξέβρασε φωτιά,
ανθίζοντας κόκκινο από τη μαύρη γη.

Ο Μοντιλιάνι, γυμνός, φανέρωσε θλίψη.

Ο Ντεγκά φανέρωσε αγγέλους σε δέρματα μπαλέτου,
καπνίζοντας πίσω από τοίχους
στους αψινθιοτεκέδες της Μασσαλίας.

Η Κόλβιτς σέρβιρε δάκρυα σε ξύλινα κουτάλια,
κάτω από μαύρα φεγγάρια, για πάντα λυπημένα.

Ο Ρουσό απ’ το παράθυρό του
ούρλιαξε ποίηση
σ’ αυτόν τον τρελό κόσμο.

Ένα φλεγόμενο πουλί σφύριξε από ψηλά:
καταβρόχθισέ τα όλα,
πέθανε!

*Παρικουτίν: Ηφαίστειο στην πολιτεία Μιτσοακάν του κεντρικού Μεξικού. Εξερράγη για πρώτη φορά, τον Φεβρουάριο του 1943. Σήμερα παραμένει ανενεργό.

BIRD WITH PAINTED WINGS

(From the poetry collection, “Solitudes Crowded With Loneliness”, 1965, NDP 199, 8th printing, p. 19)
By: Costas Reousis

Monet whispered softly,
drowned in love in lakes of light

Picasso cried nightmares,
screaming: climb through you,
there is some craziness in there.

Brac hit the tone, spot on.

Montrealer has shown himself a square.

As the Mexicans swarm
at the star crossing the Indian Night,

Parikutin* caught fire,
blooming red from the black earth.

Montiliani, naked, expressed sadness.
Dega performed angels in ballet skins,
smoking behind walls
in the absinthe dunes of Marseille.

Kolvich served tears on wooden spoons,
under black moons, forever sad.

The Russian from his window
she screamed poetry
in this crazy world.

A burning bird whistled from above:
gobble it all up,
she died!

*Parikutin: Volcano in the state of Michoacan of central Mexico. It exploded for the first time in February 1943. Today it remains inactive.

##Από τη συλλογή «Solitudes Crowded With Loneliness», 1965, NDP 199, 8th printing, σελ. 19. Απόδοση: Κώστας Ρεούσης

Χρήστος Τουμανίδης, Κάτω απ’ τον ίσκιο του Ολύμπου

Πέτρες λοξές,
κι ένα φαράγγι να το διαβαίνουν
οι μνήμες σκυφτές.
Γριές με τα μαύρα μαντήλια,
με βαριές ανεμόδαρτες νύχτες στην πλάτη.
Κατηφορίζουν αργά.
Σταματούν λίγο στο Λιτόχωρο.
Συνεχίζουν.
Βράδυ θα μπουν, στην Κατερίνη, για να κλάψουν.

Αργύρης Χιόνης, Κέρδος

Όταν σου ζήτησα νερό
δεν δίψαγα·
η πεθυμιά μου ήταν
της προσφοράς την προθυμία
ν’ απολαύσω.

*Το ποίημα το πήραμε από εδώ: https://poiimata.com/2024/05/30/kerdos-chionis/

Μαρία Ταταράκη, Δύο ποιήματα

Βάκχες

Άφησε τις λέξεις σου
στις όχθες των δακρύων μου
Ν’ αναδυθούνε νούφαρα κι αστέρια
Κι ο φθόνος των ανθρώπων
Να κοπεί στα δυο
Γιατί από παλιά έχει γραφτεί
~ Απ’ τους ουράνιους εκείνους ~
Να μη φοβούνται οι ποιητές τα φαύλα.

*

Κατά Συνθήκην Λέξεις

Γράφω τις λέξεις που θα μου φέρουν
Ό,τι άφησα στους καιρούς των υακίνθων
Σε κήπους προσευχών
Ή σε γυμνά τοπία ενατένισης
Του νόστου ανενδοίαστες λέξεις γράφω.
Διότι κι η άνοιξη που είπαμε δεν συνετελέσθη
Κι ας ντύθηκαν οι φίλοι τα ρούχα της πυρκαγιάς.
Μόνον τριγμοί
Υποσχέσεις αμυθήτων δακρύων.
Και συ μια πέτρα ή μια σιωπή εκεί.
Μικρή σαν κυκλάμινο Αντιγόνη.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://edgeofutopia.blogspot.com/

Γιώργος Β. Μακρής, Ασκητικά τετράστιχα

Σάμπως τα κλίματα πια δε μας αγαπούν
Κρύωσε μες στα βλέφαρα το βλέμμα
Τ’ αγαπημένα δέντρα δεν μπορούν να πουν
Θροΐζοντας το λυπημένο ψέμα.

Σάμπως να γίναμε λιγάκι βαρετοί
Στους ανθρώπους, στενέψανε οι τόποι
Είναι που κρύωσε ο καιρός σαν αρετή
Και θέλουνε να κλάψουν οι ανθρώποι

Σάμπως θα βρέξει απόψε στην ψυχή
Κοιτάτε των πουλιών τη λιτανεία.
Είν’ επικίνδυνη, ξέρετε, η βροχή.
Να πάρετε μια εσάρπα, Ουρανία!

Σάμπως θα φύγουμε αύριο την αυγή.
Θα θέλατε να πάρουμε το πλοίο;
Θα αποχαιρετούσαμε τη γη
Στης θάλασσας το πράο μεγαλείο.

Θα’ ταν ωραίο να’ χα δύο φτερά,
Να τ’ άπλωνα κι ας μην πετάξω
Σαν θα ‘ρθουν τα λυπητερά
Θα βρω μαξιλάρι για να κλάψω;

*Από την έκδοση “Γραπτά”, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1986.

Omar Sakr, Grief in the genocide / Θλίψη στη γενοκτονία

Not an hour passes without a murder
Brought to my artless hands and heart.
Before the poem, I am breathless.
before the poem, I kiss the beards
Of the dead. Before the poem I argue
A thousand and one times with God
In the court of despair, and lose.
Before I come to you like this
I gift a million verses to the moon
Telling her to recite them to Falastin.
Who knows if she listens? Who knows
if Gaza hears her speaking soft as milk?
I am here with my stupid pen regardless
Still grieving 1948, still pressing my lips
Again Abel’s cheek.

Θλίψη στη γενοκτονία

Δεν περνάει ούτε μια ώρα χωρίς μια δολοφονία
που να μην έχει γίνει στα χέρια και την καρδιά μου.
Πριν από το ποίημα, έχω μείνει χωρίς ανάσα.
Πριν το ποίημα, φιλάω τα γένια
των νεκρών. Πριν από το ποίημα διαφωνώ
Χίλιες και μία φορές με τον Θεό
στο δικαστήριο της απελπισίας, και χάνω.
Πριν έρθω σε σένα έτσι
Δίνω ένα εκατομμύριο στίχους στο φεγγάρι
λέγοντάς του να τους απαγγείλει στον Φαλαστίν.
Ποιος ξέρει αν ακούει; Ποιος ξέρει
αν η Γάζα το ακούει να μιλάει απαλά σαν γάλα;
Είμαι εδώ με την ηλίθια πένα μου, ανεξάρτητα
Ακόμα θρηνώ το 1948, ακόμα πιέζω τα χείλη μου
Πάλι στο μάγουλο του Abel.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.