Τάσος Δενέγρης, Το πνεύμα της άμυνας

Είμαι κάτι ασύλληπτο
Είμαι κάτι ασύλληπτο
Για του ανθρώπου το μάτι
Καιροφυλακτώ
Όπως είπα κι αλλού
Στις μεγάλες διαβάσεις
Ή με μία μονάχα ματιά
Εξαφανίζω Φόβους και ολέθριους δισταγμούς.
Γνωρίζω το μοναδικόν
Της αποστολής μου
Βοηθώ τον πλησίον
Ξεσκεπάζω την πλάνη
Πολεμώ τον θρασύ και τον δίβουλο
Τα κριτήρια δεν είναι σαφή
Πιο συχνά, η φωνή του ενστίκτου –

Καταφεύγω στα σύννεφα
Πως αλλοιώνονται τα χρώματά τους στη δύση.
Οι εποχές εναλλάσσονται
Μέσα στη διάρκεια της μέρας
Και δεν μένει καθόλου καιρός
Η ψυχή να χαρεί
Ή απλώς να χειμάσει.

Λάσπη θόλος αέρας ζεστός
Δυνατός και μονήρης
Ποια κορφή ποιος βυθός
Μια τριήρης
Αλυχτάει μες στη νύχτα.

* Πρώτη γραφή 31/10/1971 * Δεύτερη γραφή 1997.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η Εξορία

Διάβασες πάνω στο όστρακο
το όνομά σου ευδιάκριτα
μαύρες κουκούλες έγνεφαν
το δίκαιο
δεν θα γινόσουν καταπατητής του Νόμου
όμως από ένα πέτρινο σπίτι
σε ένα νησί με πέπλα
ερχόταν η μελωδία μίας άρπας
και ήξερες πως ήταν εκεί
σε ανάκλιντρο και σε περίμενε
είχε βαμμένα τα μάτια με ώχρα
ανέπνεε μαλακά
με το πρόσωπο στο μαξιλάρι
χαμογελούσε και έκλαιγε
και μικρές πεταλούδες άγγιζαν
την φλόγα ενός κεριού
μία λεκάνη, μία λίμνη με νούφαρα
κρινάκια σκόρπια σε αρχαία βάζα
γυναίκες με εσθήτες στόλιζαν τους τοίχους
και ήταν εκεί δική σου
μία απαλή πατρίδα που άνοιγε κι έκλεινε
στους ήχους μουσικής
και ήξερες πως δεν άντεχες
πως δεν γινόταν
πως ποτε πια δεν θα έφευγες ξανά
εξόριστος απ’
την γυναίκα που αγαπούσες.

Ακίνητοι σαν αγάλματα

Ακίνητοι σαν αγάλματα
με αισθήσεις αναστενάρηδες
γύρω από τελετές φωτιάς
σε εκδρομές σε ποτάμια
στάσεις σε φωταγωγούς
η μαρμάρινη ανάσα μας διαχέεται
ζητωκραυγάζοντας για τα λάφυρα
των εμπορικών μας εξορμήσεων

Αράδες σκοτεινόμορφες φτιάχνουμε
καπνίζοντας την ανία μας
και λοξοδρομώντας
καθώς αγωνιούμε να προλάβουμε
το στρωμένο τραπέζι
την τελευταία στιγμή
παίζοντας κρυφτό
με τις γυαλιστερές μουτσούνες
πίσω απ’ της γιαγιάς
το σερνάμενο κουφάρι.

Ποζάρουμε σε κοίλα κάτοπτρα
και ψηφιακές με σύγχρονα όνειρα
αφήνοντας το φαγητό στη μέση
σαν μικρά παιδιά που χάρηκαν
για τα νέα τους δώρα
καμώνοντας τους γενναιόδωρους
με μια ύποπτη ημιδιάφανη έπαρση.

* Αρχική δημοσίευση στο http://diasporic.org/2011/09/dimitris/motionless-like-statues/

Γεώργιος Βρισιμιτζάκης, «Το έργο του Κ. Π. Καβάφη», (Εκδόσεις «Ίκαρος», Αθήνα)

Του Δημήτρη Τρωαδίτη

Το βιβλίο αυτό αποτελεί συλλογή κειμένων που έγραψε ο Γιώργος Βρισιμιτζάκης για τον Κωνσταντίνο Καβάφη όταν ο ίδιος ήταν εγκατεστημένος και δημιουργούσε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου την εποχή της πνευματικής (και όχι μόνο) ακμής της εκεί ελληνικής παροικίας.

Όπως γράφει ο Γ. Π. Σαββίδης στον εκτεταμένο πρόλογο του βιβλίου, η συγκέντρωση και έκδοση των κειμένων αυτών σε έναν τόμο ήταν στοιχειώδες χρέος τιμής των νεώτερων καβαφιστών απέναντι στη μνήμη του ανθρώπου αυτού ο οποίος θεμελίωσε τη συστηματική κριτική μελέτη του έργου του μεγάλου Αλεξανδρινού. Και όμως μέχρι σήμερα, ο Γ. Βρισιμιτζάκης, αν και δικαιούται πλήρως την πρώτη θέση στην ιστορία των καβαφικών μελετών, παραμένει λησμονημένος ως ποιητής, αγνοημένος ως στοχαστής, αυτόβουλος “προσκυνητής της σιωπής και της λήθης” (όπως είναι ο τίτλος ενός έργου του).

Continue reading

Fernando Pessoa, Συμφορά μας!

Συμφορά μας! Τι κάνεις στο βωμό της δόξας, εσύ, Γουλιέλμε ΙΙ Γερμανέ,
αριστερόχειρα κουλέ από το αριστερό το χέρι, Βίσμαρκ χωρίς καπάκι που
φράζεις τους φούρνους;
Ποιος είσαι εσύ, εσύ με τη σοσιαλιστική χαίτη, Δαβίδ Λόυντ Τζωρτζ,
κλόουν με το φρυγικό σκούφο φτιαγμένο στην Ένωση Τζακ;
Κι εσύ, Ελευθέριε Βενιζέλε, βουτυρωμένη φέτα του Περικλή, πεσμένη
χάμω από την μεριά του βουτύρου;
Κι εσύ, δεν έχει σημασία ποιος άλλος, όλοι οι άλλοι, Briand – Dato – Boselli
σούπα της αναρμοδιότητας μπροστά στα γεγονότα, όλοι εσείς οι αρχηγοί-
Κρατών-ψωμί-πυρομαχικών που χρονολογείστε πολύ πριν τον πόλεμο!
Όλοι! Όλοι! Όλοι! Σκουπίδια, απόβλητα, επαρχιώτικε υπόκοσμε,
πνευματικοί παλιάνθρωποι!
Και όλοι εσείς, οι Αρχηγοί Κρατών, αναρμόδιοι αλήτες, σκουπιδοτενεκέδες
αναποδογυρισμένοι μπροστά στην πόρτα της Στέρησης της Εποχής μας!
Να μη βλέπω κανένα από όλους αυτούς!
Πάρτε μερικά αχυρένια δεμάτια και κάντε ανθρώπους διαφορετικούς από
αυτούς εδώ!
Όλοι έξω από εδώ! Όλοι έξω από εδώ!
Τελεσίγραφο σε όλους, και σε όσους τους μοιάζουν!
Εάν δεν θέλουν να φύγουν δια της βίας, ας μείνουν, αλλά να πλυθούν!

Γενική αποτυχία σε όλα εξ αιτίας όλων!
Γενική αποτυχία σε όλους εξ αιτίας του κάθε τι!
Αποτυχία λαών και της μοίρας τους – απόλυτη αποτυχία!

* Απόσπασμα από το “Ultimatum”. Μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης

Να γκρεμίσουμε τώρα τα είδωλα

Να γκρεμίσουμε τώρα τα είδωλα.
Ν’ αναιρέσουμε τ’ απόλυτα σκοτάδια.
Να ηχήσουν τεράστιοι αυλοί.
Ν’ αναδειχτεί ο οργασμός μας
σ’ ένα πανδαιμόνιο φωτός.
Να κολυμπήσουμε σε νερά απύθμενα,
έξω από δίνες κι αφρισμένα κύματα.
Η πανσέληνος να μας στέλνει μουσική από ψηλά.

* Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκόρπια Ποίηση” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του 1980.

Γιώργος Φαλελάκης (1965-2006), Ημίφωνα κοάσματα λευκών συνειρμών

Έχω φυλακή
αρχίζω να κρυώνω
εκεί που η μόνωση
μπαίνει στην απομόνωσή μου
Λευκά κελιά λευκά φώτα
Απονιά.
Χρόνια κουβαλώ την ψυχοπάθειά μου
τη χαρίζω στους γιατρούς.
Εγώ κρατώ τ’ αστέρια
που τρεμοσβήνουν στις αισθήσεις μου
και το φεγγάρι
να σέρνεται σ’ ανώγεια του μυαλού μου
Κορμί ψυχή και μοναξιά
Όποιος αντέξει.

(Από τη συλλογή «Ατέρμονη Ροή», 1996)
* Το πήρα από το translatum.gr

Κατερίνα Γώγου, Άτιτλο

Η ελευθερία μου είναι στις σόλες
των αλήτικων παπουτσιών μου.
Φέρνω τον κόσμο άνω κάτω.
Μπορώ να σεργιανίσω ότι ώρα μου γουστάρει.
Π.χ. την ώρα που βάζετε τις μασέλες σας
Στο ποτηράκι με το νερό πριν κοιμηθείτε
την ώρα που απαυτωνόσαστε
την ώρα που κάνετε το χρέος σας
στα παιδιά σας, στο σωματείο σας
την ώρα που σας έχουν χώσει την ιδέα
πως τρώτε αυγολέμονο
και τρώτε σκατά
μπορώ και περπατάω,
με τα αλήτικα παπούτσια μου
πάνω από τις στέγες σας
όχι ρε παιδάκι μου σαν εκείνη
την ηλίθια με τη σκούπα, τη Μαίρη Πόπινς-
δεν πιάνετε το κανάλι μου
μόνο όσοι έχουμε το ίδιο μήκος κύματος
ανθρωπάκια χέστες, κατά βάθος σας λυπάμαι
αλλά τώρα δε χάνω το χρόνο μου μαζί σας
δεν θέλω παρτίδες με κανέναν σας
η ελευθερία σας
είναι στις σόλες των τρύπιων παπουτσιών μου
θάρθει η ώρα που θα τις γλύφετε
και θα ουρλιάζετε κλαίγοντας «θαύμα, θαύμα»
αυτά τα παπούτσια
ποτέ δεν ξεκουράζονται και ούτε βιάζονται
όταν εγώ καθαρίσω από εδώ
θα τα φορέσει ο Παύλος, η Μυρτώ, φοράμε το ίδιο νούμερο, δεν
λειώνουν,
όσες πρόκες και αν ρίχνετε στο δρόμο.
Σας βαράνε στο δόξα πατρί σας
θα έρθει η ώρα
που θα τρέχετε απεγνωσμένα στο στιλβωτήριο
«συνοδοιπόροι» και «αποστάτες»
να βάψετε τα δικά σας
μα η μπογιά
δεν θα πιάνει
ότι και αν κάνετε, όσα και αν δίνετε
τέτοιο άτιμο κόκκινο είναι το δικό μας.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Επίκαιροι αμίλητοι

Την ώρα που αεροκοπανάνε οι άρχοντες
περί δημοκρατικής τάξης, ανάμεσά
μας οι αμίλητοι ζούνε.
Κι όσο σαν δούλοι εμείς μένουμε σιωπηλοί,
οι ηγεμόνες δυναμώνουν,
ξεσκίζουν, βιάζουν, ληστεύουν,
των ανυπόταχτων τα μούτρα
τσαλακώνουν.
Ετούτων των αμίλητων το πετσί, περίεργα θα ’λεγες είναι
φτιαγμένο.
Τους φτύνουνε καταπρόσωπο κι αυτοί σκουπίζουνε σιωπηλά το πρόσωπο το
φτυμένο.
Να αγριέψουνε δεν το λέει η ψυχούλα τους,
και που το παράπονό τους να πούνε;
Απ’ του μισθού τα ψίχουλα, πώς να αποχωριστούνε;
Μισή ώρα, κι αν, βαστάει το κόχλασμά τους,
μετά αρχινάνε το τρεμούλιασμά τους.
Ει! Ξυπνήστε κοιμισμένοι!
Από την κορυφή ως τα νύχια ξεσκεπάστε τους,
άλλο δε μας μένει.

* Το πήρα από το http://poetrybar.blogspot.com/

Φτύσε αυτό το δράμα

Κοίταξε τη ζωή που χάνεται.
Κοίταξε τις μεταλλικές της αποχρώσεις
που σκουριάζουν στην όρασή σου.
Μην υποκύπτεις στο βάρος των ανοιχτών τάφων
αυτής της βαθιάς ερημιάς.
Αρνήσου λιτανείες βροχής,
μίση επίμονα που χάσκουν απειλητικά,
δάκρυα που παραδέρνουν κατάκοπα.
Αρνήσου τη ζωή που χάνεται
σε μια κατάντια γεμάτη άγνωστο,
τη ζωή που αγκομαχεί σε φαιδρά χρόνια.
Βγάλε ένα ουρλιαχτό δαιμονισμένο
και κομμάτιασε τη διάχυτη σιωπή,
τα παγερά ίχνη εγκατάλειψης,
τις απρόσωπες διαστάσεις θανάτου.
Πάψε να χάνεσαι πίσω από ήχους
που τρέμουν.
Μην αφήνεις την ελπίδα
να γίνει μάταιος κρίκος γελοιότητας
μέσ’ τους άλλους γελοίους κρίκους
της ίδιας σκουριασμένης αλυσίδας.
Φτύσε αυτό το δράμα
της συμβατικής επιβίωσης.
Μη στέκεσαι σε πεζοδρόμια απόγνωσης.
Ανακάλυψε διαθέσεις απόδρασης.
Πυρπόλησε όλα αυτά που σε ναρκώνουν.
Πυροδότησε εκρήξεις
στα κοινωνικά ηφαίστεια.

* Από την ανέκδοτη συλλογή “Σκόρπια Ποίηση” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα τη δεκαετία του 1980.