Χάρης Μελιτάς, Δύο ποιήματα

Σ Υ Μ Φ Ι Λ Ι Ω Σ Η

Εσχάτως έχω γίνει νυχτοπούλι.
Αφήνω τον παλιό μου εαυτό
στην πολυθρόνα
και ρίχνομαι στα κύματα της πόλης.
Συχνάζω σε υπαίθρια κελιά
σε θέατρα του πόθου και της θλίψης
και στις πλατείες που ρεμβάζουν τα φαντάσματα
απόκληρες σημαίες τυλιγμένα.
Μεσάνυχτα βουλιάζω σ’ ένα μπαρ.
Ανώνυμο με ύποπτα ποτά
και στίχους ακατάληπτους στους τοίχους.
Φοβάμαι μόνο τον παλιό μου εαυτό
όταν γυρίζω ξημερώματα στο σπίτι.
Εκείνο τον μονόλογο της άρνησης
τις ξύλινες ατάκες με τα «πρέπει».
Σαν να τον βλέπω κιόλας στον καθρέφτη
πίσω από σήματα καπνού και μουσικές
να κατεβαίνει σκυθρωπός τα σκαλοπάτια
να διασχίζει τη βουή, να με ζυγώνει …

Δεν ξέρω αν πιστεύετε στα θαύματα.
Με κέρασε ένα διπλό -σε χαμηλό- με πάγο.

Continue reading

Άρης Αλεξάνδρου, Η στενογραφία της νεκρής ζώνης (απόσπασμα)

… Με κάθε τρόπο
κοίτα να κρατήσεις όλα σου τα χέρια.
Ας τσούζει το ιώδιο και η γύμνια.
Με τις πληγές ολάνοιχτες στα ακροδάχτυλα σου
ζούπηξε τα στη σήμανση του κόσμου.

…με έναν ήλιο που ρουφάει το τελευταίο φως
βουλιάζοντας στη θάλασσα
και τώρα ακόμα δεν θέλω να πεθάνω

…Ίσως προφτάσουμε – ποιός ξέρει
μα μετρήσουμε μια νύχτα
σαν τα παιδιά που απλώνουνε τα χέρια
για να σου δείξουν πόσο σε αγαπάνε
…Είπες πως δεν θέλεις μήτε να νικήσεις
Είπες πως δεν σε νοιάζει…
…Λοιπόν,λίγο κουράγιο ακόμα
Όποιος βρεθεί με άλογο
του μένει να τραβήξει για την ήττα
καβαλάρης

Άη Στράτης 1951

* Από τη συλλογή “Άγονος Γραμμή”.

Μιχάλης Κατσαρός, Θα σας περιμένω

Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος-
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.
Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.

Δήμητρα Καραφύλλη, Δύο ποιήματα

ΟΙ ΑΣΟΙ

Πράσινη τσόχα σαν πελούζα μαγική
εξαίσιο βελούδο στην αφή της.
Κάστρα χτισμένα από μάρκες φωσφορίζουσες
υψώνονται διάφωτα στο στρογγυλό τραπέζι.
Κάτω απ’ τις μεταξωτές μανσέτες
με τα χρυσά ξενόκουμπα, οι Άσοι.
Της πειραγμένης τράπουλας. Standby.
Στις χαραμάδες της παλάμης ελλοχεύουν
σε μια παρτίδα έντεχνα στημένη.
Ανάμεσα στα φύλλα διεισδύουν
μοιράζουν και μοιράζονται χορεύοντας
στου πόκερ τους αμείλικτους ρυθμούς
μέχρι να εγκαταλείψουν το παιχνίδι
μετά από κάποια μπόμπα ή χαρακίρι
κι οι τελευταίοι αμύητοι χαμένοι.

Continue reading

Ανέκδοτος Ελύτης από την Στοκχόλμη του 1979

Mε αφορμή την ολοκλήρωση του εορτασμού των 100 χρόνων από την γέννηση του Οδυσσέα Ελύτη το 2011 στην Ελλάδα, το ΑΠΕ-ΜΠΕ παρουσιάζει ένα ανέκδοτο κείμενο του ποιητή, από ομιλία του στους Έλληνες μετανάστες στη Στοκχόλμη. Ομιλία του ποιητή έγινε τον Νοέμβριο του 1979,μετά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ της Σουηδικής Ακαδημίας για το έργο του.

Η ομιλία μεταφέρεται αυτούσια με την επισήμανση του Ελύτη «ότι η γλώσσα είναι ένας φορέας ήθους που, αν δεν του υπακούσεις, θα τιμωρηθείς».

Continue reading

Εσύ…

Εσύ φεγγάρι ολόγιομο
μέσ’ του πλήθους τις γκρίζες αναλαμπές,
που ξαστερώνεις πάθη.

Εσύ καθάρια ύπαρξη
μέσα στη σφοδρότητα…

Εσύ ανατολή γοργή και σίγουρη,
γλυκιά ζεστασιά
στα σκιρτήματα της αγκαλιάς.

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Αργύρης Χιόνης, Το ωραίο καλοκαίρι (Επανόρθωση)

Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω

Μια πάλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
οι δικοί της τώρα την αναζητούν
μέσω του Ερυθρού Σταυρού

Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα
ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν
του φάγαν την καρδιά

Ένα σκυλί κυνηγημένο
δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο

Βαθιά, ένα καράβι έμενε
ακίνητο ακίνητο ένα καλοκαίρι
φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά
δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε;
κανείς δεν ξέρει

* Από τη συλλογή “Λεκτικά Τοπία” (1983)

Κώστας Γαρίδης, Αυτός ο ήλιος

Αυτός ο ήλιος σήμερα δεν είναι
ήλιος που να μπορεί κανείς να σου τον στείλει.
Είν’ ένας ήλιος κίτρινος βασανισμένος ήλιος
ήλιος που τον σταυρώσανε καταμεσίς στον ουρανό
μια κουστωδία μικρών παιδιών, παίζοντας την αγάπη.

Κώστας Γαρίδης (1919-1984)

Σοφία Γιοβάνογλου, Σφυρίχτρες από χλωρό στάχυ

Την άλλη φορά
θα φτιάξω
σφυρίχτρες από χλωρό στάχυ.

Λεπτές και διαφανείς.

Με μια μικρή πνοή
θα δώσω ώθηση
στην ξεχασμένη ύλη,

η πρώτη, δεύτερη και τρίτη λέξη
δεν θα προδίδουν τίποτε απ’ όσα ξέρεις,

στην τελευταία όμως
θα’ χουν όλα ειπωθεί,

όσα σου έχω ξαναπεί
αλλά και όσα έχω κρύψει,

ευλαβικά κλεισμένα
σε ποθούν
αλλά και σ’ έχουν πια εγκαταλείψει.

* Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το http://giorgosmixos.blogspot.com/2012/01/blog-post_6657.html

Δεν είμαι μόνος

Δεν είμαι μόνος σε ταπεινούς ορίζοντες
σε μαύρα σύννεφα με όξινη βροχή,
σε ξύλινα παγκάκια βρώμικων σταθμών
που μυρίζουν σπέρματα αναμονής.
Δεν είμαι μόνος σε θλίψεις
σε ανάσες γεμάτες αιθαλομίχλη…
Συντροφιά μου είναι η μορφή σου
κι η αγάπη μας στο μακρινό μέλλον.

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.