(Μέρος πρώτο)
Εκεί κατά τα τέλη τού φθινοπώρου τού 1902, ο Franz Xaver Kappus, σπουδαστής τής Στρατιωτικής Ακαδημίας τής Wiener Neustadt, καθόταν στο πάρκο τής σχολής και διάβαζε κάτω από τις γέρικες καστανιές. Απορροφημένος καθώς ήταν, δεν αντιλήφθηκε τον καθηγητή και ιερέα τής σχολής, Horaček, που τον πλησίασε, του πήρε το βιβλίο απ’ τα χέρια, κοίταξε το εξώφυλλο, το ξεφύλλισε, διάβασε μερικούς στίχους και τελικά είπε: «Έτσι λοιπόν, ο εύελπις René Rilke έγινε ποιητής;»
Άρχισε τότε να αφηγείται στον Franz πως γνώριζε τον Rilke εδώ και δεκαπέντε χρόνια, από τότε που οι γονείς τού τελευταίου τον είχαν στείλει στο Στρατιωτικό Προπαιδευτήριο τού Sankt Pölten, προορίζοντάς τον για αξιωματικό. Ο Horaček ήταν τότε ιερέας εκείνου του σχολείου κι ακόμα θυμόταν τον παλιό μαθητή του. Ένα σιωπηλό, σοβαρό, χαρισματικό αγόρι που του άρεσε να μένει αποτραβηγμένο κι υπέμενε καρτερικά τον ζυγό τού οικοτροφείου. Μετά από τέσσερα χρόνια προβιβάστηκε στην Ανώτερη Σχολή τού Mährisch-Weisskirchen αλλά την εγκατέλειψε για λόγους υγείας κι επέστρεψε στην Πράγα.









