Cesare Pavese, Μια ματιά

Verrà la morte e avrà i tuoi occhi

Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου –
αυτός ο θάνατος που μας συντροφεύει
πρωί-βράδυ, άγρυπνος,
άηχος, σαν παλιά τύψη
ή ανόητη διαστροφή. Τα μάτια σου
θα ‘ναι μια λέξη κενή,
σιωπηρή κραυγή, ησυχία.
Ετσι τ’ αντικρίζεις όλα τα πρωινά
όταν μόνη σου σκύβεις
στον καθρέφτη. Αχ, γλυκιά ελπίδα,
εκείνη τη μέρα θα μάθουμε κι εμείς
πως είσαι η ζωή και είσαι το τίποτα.
Για όλους ο θάνατος έχει ένα βλέμμα.
Θα ‘ρθει ο θάνατος και θα ‘χει τα μάτια σου.
Θα ‘ναι σαν να κόβεις μια κακή συνήθεια,
σαν να βλέπεις μες στον καθρέφτη
ν’ αναδύεται πάλι ένα πρόσωπο νεκρό,
σαν ν’ αφουγκράζεσαι χείλη σφιγμένα.
Θα κατεβούμε στην άβυσσο βουβοί.

(μτφρ.: Silio D’Aprile/Βασίλης Ρούβαλης)

Κλείτος Κύρου, Κραυγή δέκατη πέμπτη

Μιλάω με σπασμένη φωνή… δεν εκλιπαρώ τον οίκτο σας
Μέσα μου μιλούν χιλιάδες
Που κάποτε φώναζαν οργισμένα στον ήλιο
Μια γενιά που έψελνε τα δικαιώματά της
Κουνώντας λάβαρα πανηγυριού, σειώντας σπαθιά
Γράφοντας στίχους εξαίσιους μιας πρώτης νεότητας
Ποτίζοντας τα σπαρτά με περίσσιο αίμα
Μικρά παιδιά που αφέθηκαν στο έλεος τ’ ουρανού
Η γενιά μου ήταν μια αστραπή που πνίγηκε η βροντή της
Η γενιά μου καταδιώχτηκε σα ληστής
Σύρθηκε στο συρματόπλεγμα
Μοίρασε σαν αντίδωρο τη ζωή και το θάνατο
Οι άνθρωποι της γενιάς μου δεν πεθαίναν στα νοσοκομεία
Κραύγαζαν έξαλλοι στα εκτελεστικά αποσπάσματα
Τα χέρια τους ήταν μαγνήτες
Τρώγαν πικρό ψωμί, καπνίζαν εφημερίδες
Ζητώντας ευλαβικά μια θέση σ’ αυτήν τη γη
Όπου κι αν στάθηκαν οι σκιές τους ριζώσαν
Άδικα προσπαθείτε δε θα ξεριζωθούν ποτέ
Θα προβάλλουν μπροστά στα τρομαγμένα σας μάτια
Τώρα τα καταλάβαμε όλα
Καταλάβαμε τη δύναμή μας… και για τούτο μιλώ
Με σπασμένη φωνή που κλαίει
Κάθε φορά στη θύμησή τους……….

Xρήστος Φίφης, Πού είναι το μέρος για ένα χωριό; (εκδ. Εωθινόν, Μελβούρνη 2011)

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Η ποιητική συλλογή του Χρήστου Φίφη είναι μια ξεχωριστή προσφορά στην πληθώρα των έργων που έχουν εκδοθεί από Ελληνοαυστραλούς τις τελευταίες δεκαετίες. Διάβασα με μεγάλο ενδιαφέρον τα ποιήματα της συλλογής και θέλω να πω ότι είναι από τα ελάχιστα ποιητικά βιβλία στην ελληνική γλώσσα που καταπιάνονται τόσο άμεσα όσο και καθοριστικά με τα τεκταινόμενα στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική σφαίρα της αυστραλιανής ζωής. Άλλωστε και μόνο ο τίτλος της συλλογής -που παραπέμπει στη φράση ενός από τους «πατέρες» της σημερινής Αυστραλίας, John Batman, όταν εξερευνούσε τη μελλοντική Μελβούρνη τον Ιούνιο του 1835- είναι έκδηλος και πασιφανής.

Continue reading

Ίδιο είναι το σκοτάδι

Ίδιο είναι το σκοτάδι
απ’ όπου κι αν προέρχεται,
απ’ το σβήσιμο του κεριού,
απ’ τη χλομάδα του ήλιου,
απ’ το γκρίζο του ουρανού…

* Από τη συλλογή “Γράμματα σε μια αγάπη” τα ποιήματα της οποίας γράφτηκαν στην Αθήνα στο διάστημα 1990-1992.

Μανώλης Αναγνωστάκης, Φοβάμαι…

Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–βγήκαν στις πλατείες
με σημαιάκια κραυγάζοντας «Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά
πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου ‘κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια
και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους που γέμιζαν τις ταβέρνες και τα ‘σπαζαν στα
μπουζούκια κάθε βράδυ
και τώρα τα ξανασπάζουν όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη και έχουν
και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.
Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Νοέμβρης 1983

Αργύρης Χιόνης, Από τα τέρατα

ε΄

Είμαστε καραμέλες
Πάνω στης αιωνιότητας τη γλώσσα
Λειώνουμε και τελειώνουμε
Μέσα στο σκοτεινό της καταπιώνα.

στ΄

Είμαστε σαν το γρασίδι των δημόσιων κήπων
Κάθε τόσο μας κουρεύουν σύρριζα τη σκέψη
Χάριν συμμετρίας.

ζ

Άν τα μαλλιά δεν παίρναν δύναμη
Άπ΄το κορμί μας μα του δίναν
Θα΄τανε ρίζες κι εμείς θα΄μασταν
Δέντρα αντεστραμμένα
Θά΄μασταν κάτι

Τώρα δεν είμαστε άλλο από μια θέληση
Να΄μαστε κάτι.

***

ιδ’

Έχετε ένα σπίτι που περιέχει το σώμα σας
Έχετε ένα σώμα που περιέχει την ανάγκη για σπίτι
Έχετε μια ανάγκη για σώμα.

Έχετε έναν κώλο στο σχήμα της πολυθρόνας σας
Έχετε μια ψυχή στο σχήμα του κώλου σας
Καθόσαστε αναπαυτικά στην ψυχή σας

Έχετε ένα κεφάλι που χωράει το καπέλο σας
Έχετε σκέψεις που χωρούν στο κεφάλι σας
Έχετε μόνο τέτοιες σκέψεις

Είσαστε ανυποψίαστοι και ωραίοι σαν παιδιά
Γνήσια παιδιά ενός θεού που πλάσατε κάποτε
Κι από τότε σας πλάθει
Κατ΄εικόνα και ομοίωσίν σας.

Κι είσαστε δίκαιοι:
Αγαπάτε μόνο όταν πρέπει
Σκοτώνετε μόνο όταν πρέπει
Εγώ ένας του είδους σας αλλά εκφυλισμένος
Ένας ανεπίδεκτος δικαιοσύνης.
Πάντα σας αγαπώ
Και πάντα σας σκοτώνω.

Μελισσάνθη, Στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται…

Ξεκινᾶμε ἀνάλαφροι καθὼς ἡ γύρη
ποὺ ταξιδεύει στὸν ἄνεμο
Γρήγορα πέφτουμε στὸ χῶμα
ρίχνουμε ρίζες, ρίχνουμε κλαδιὰ
γινόμαστε δέντρα ποὺ διψοῦν οὐρανὸ
κι ὅλο ἁρπαζόμαστε μὲ δύναμη ἀπ᾿ τὴ γῆ
Μᾶς βρίσκουν τ᾿ ἀτέλειωτα καλοκαίρια
τὰ μεγάλα κάματα.
Οἱ ἄνεμοι, τὰ νερὰ
παίρνουν τὰ φύλλα μας.Ἀργότερα
πλακώνουν οἱ βαριὲς συννεφιὲς
μᾶς τυραννοῦν οἱ χειμῶνες κι οἱ καταιγίδες
Μὰ πάντα ἀντιστεκόμαστε,
ὀρθωνόμαστε
πάντα ντυνόμαστε μὲ νέο φύλλωμα
Ὡσότου, φτάνει ἕνας ἄνεμος παράξενος
-κανεὶς δὲ ξέρει πότε κι ἀπὸ ποὺ ξεκινᾶ-
μᾶς ρίχνει κάτω
μ᾿ ὅλες μας τὶς ρίζες στὸν ἀέρα.
Γιὰ λίγο ἀκόμα μὲς στὴ φυλλωσιά μας
κάθεται κρυμμένο
-νὰ πεῖ μία τρίλια του στὴ νύχτα ποὺ ἔρχεται-
ἕνα πουλί.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Μες στο υγρό σκοτάδι

Μες στο υγρό σκοτάδι
πολύ πλανήθηκα

Αγάπησα τις φωτοσκιές των δέντρων
τη γνώριμη νύχτα
τον ουρανό

Βροχή
μουσικές φωνές

Μες στο υγρό σκοτάδι

Έλα
θα βαδίσουμε σιγά μην ακουστούμε

Είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τα ωραία καράβια
είμαστε παιδιά
κι αγαπούμε τη θάλασσα

Λάσπες και νερά
ο άνεμος ταξιδεύει
τραγούδια που σβήνουν

*Από τη συλλογή “Δύσκολος θάνατος” (1954)

Χλόη Κουτσουμπέλη, Κοινότοπο

Ενώ ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι,
ένα δάκρυ της κύλησε στην άκρη της μύτης του
και αυτός το έγλειψε με λαιμαργία.
Πολυφορεμένα τα δάκρυα, είπε αυτή
δεν στέκουν σε ένα ποίημα.
Όλα δεν είναι ποιήματα, της είπε αυτός
και κάτι μέσα στα μάτια του τρεμόπαιξε.
Και διαυγής ξαφνικά η μικρή αυτή κίνηση
χώθηκε μέσα της μέ τόσο θόρυβο
που ένας μύθος
θρυμματίστηκε βίαια
και κομματιασμένες λέξεις χαρτόκουτα
πλημμύρισαν το δωμάτιο.


* Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκαν από το http://chloekoutsoumpeli.blogspot.com

Μίλτος Σαχτούρης, Ἡ νοσταλγία γυρίζει

Ἡ γυναίκα γδύθηκε καὶ ξάπλωσε στὸ κρεβάτι
ἕνα φιλὶ ἀνοιγόκλεινε πάνω στὸ πάτωμα
οἱ ἄγριες μορφὲς μὲ τὰ μαχαίρια ἀρχίσαν
νὰ ξεπροβάλλουν στὸ ταβάνι
στὸν τοῖχο κρεμασμένο ἕνα πουλὶ πνίγηκε
κι ἔσβησε
ἕνα κερὶ ἔγειρε κι ἔπεσε ἀπ᾿ τὸ καντηλέρι
ἔξω ἀκούγονταν κλάματα καὶ ποδοβολητά

Ἄνοιξαν τὰ παράθυρα μπῆκε ἕνα χέρι
ἔπειτα μπῆκε τὸ φεγγάρι
ἀγκάλιασε τὴ γυναίκα καὶ κοιμήθηκαν μαζὶ

Ὅλο τὸ βράδυ ἀκουγόταν μιὰ φωνή:

Οἱ μέρες περνοῦν
τὸ χιόνι μένει”